Πέπε Ποέτα
Σε ηλικία μόλις 40 ετών, ο Πέπε Ποέτα ζει ήδη αυτό που πολλοί προπονητές κυνηγούν για μια ολόκληρη καριέρα: την ευκαιρία να ηγηθεί ενός από τους μεγαλύτερους συλλόγους του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Το βιογραφικό του ως πρώτος προπονητής μπορεί να είναι ακόμα στα σπάργανα, αλλά οι εμπειρίες που έχει συσσωρεύσει σε σχεδόν δύο δεκαετίες στο άθλημα έχουν επιταχύνει την εξέλιξή του, διαμορφώνοντας μια μπασκετική φιλοσοφία που συνδυάζει ταπεινότητα, προσαρμοστικότητα και αδιάκοπη ανταγωνιστικότητα.
Πολύ πριν βρεθεί στο προσκήνιο ως πρώτος προπονητής της Αρμάνι Μιλάνο, ο Ποέτα έχτισε μια αξιοσέβαστη καριέρα ως ένας από τους πιο έξυπνους πόιντ γκαρντ στην Ιταλία. Οι «στρατηγοί» του παρκέ συχνά περιγράφονται ως προπονητές μέσα στο γήπεδο, και αυτή η ετικέτα του ταίριαζε απόλυτα.
Από τα πρώτα του χρόνια στο Σαλέρνο και το Βερόλι μέχρι τις θητείες του σε Τέραμο, Βίρτους Μπολόνια, Μπασκόνια, Μανρέσα, Τρέντο, Τορίνο, Ρέτζιο Εμίλια και Κρεμόνα, ο Ποέτα κέρδισε τη φήμη ότι έβλεπε το παιχνίδι ένα βήμα μπροστά. Εκπροσώπησε επίσης την εθνική ομάδα της Ιταλίας, εμπειρίες που διεύρυναν τόσο την κατανόησή του για το μπάσκετ όσο και τις ηγετικές του ικανότητες.
Η απόσυρση, ωστόσο, δεν σήμανε ποτέ το τέλος. Απλώς άνοιξε την πόρτα σε μια δεύτερη καριέρα που φαίνεται εξίσου υποσχόμενη με την πρώτη. Αφού υπηρέτησε ως ένας από τους βοηθούς του Έτορε Μεσίνα στο Μιλάνο και ταυτόχρονα εργάστηκε με την εθνική ομάδα της Ιταλίας υπό τον Τζιανμάρκο Ποτζέκο, ο Ποέτα καθιερώθηκε γρήγορα ως ένα από τα πιο λαμπρά νεαρά προπονητικά μυαλά στην Ευρώπη.
Η εντυπωσιακή του δουλειά με την Μπρέσια, την οποία οδήγησε στους πρώτους τελικούς του ιταλικού πρωταθλήματος στην ιστορία του συλλόγου, του χάρισε την ευκαιρία να επιστρέψει στο Μιλάνο ως ο επικεφαλής.

Η πρώτη του πλήρης σεζόν δύσκολα θα μπορούσε να εξελιχθεί καλύτερα. Στο εγχώριο μέτωπο, η Αρμάνι σάρωσε κάθε διαθέσιμο τρόπαιο, κατακτώντας το ιταλικό πρωτάθλημα, το Κύπελλο Ιταλίας και το ιταλικό Σούπερ Καπ.
Ωστόσο, παρά τους τίτλους, ο Ποέτα δεν έκρυψε ποτέ τα στάνταρ του. Τα πλέι οφ της EuroLeague παρέμειναν εκτός εμβέλειας, και καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας επιστρέφει επανειλημμένα στην ανάληψη ευθύνης αντί για δικαιολογίες, επιμένοντας ότι «το γήπεδο ποτέ δεν λέει ψέματα».
Αυτές τις μέρες, ο Ποέτα βρισκόταν στην Αθήνα για το Συνέδριο Προπονητών της EuroLeague, που διοργανώθηκε από το EuroLeague Head Coaches Board στο T-Center.
Το SKWEEK άδραξε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Ιταλό προπονητή σε μια εκτενή συζήτηση που ξεπέρασε κατά πολύ την τακτική.
Η συζήτηση «άγγιξε» τη σχέση του με τον Μεσίνα, τους λόγους που η γλώσσα του σώματος έχει μεγαλύτερη σημασία από τα χαμένα σουτ, τη δύσκολη απόφαση να αφήσει εκτός ομάδας τον Λορέντζο Μπράουν, την άφιξη του Άλεκ Πίτερς, το μέλλον της ομάδας, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό μπάσκετ και γιατί, παρόλο που έχει ήδη κερδίσει τόσα πολλά, εξακολουθεί να πιστεύει ότι έχει να αποδείξει τα πάντα.
Ως προπονητής, μιλάτε πάντα για ενθουσιασμό και ανεκτικότητα στα λάθη. Ποιο είναι το ένα λάθος που απλά δεν μπορείτε να ανεχτείτε;
Η κακή γλώσσα του σώματος. Για μένα, αυτό είναι το μόνο πράγμα που δεν ανέχομαι. Προτιμώ κάποιος να μου πει «άντε γ…» παρά να δείξει κακή body language. Είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που δεν μπορώ να δεχτώ.
Πώς αναγνωρίζετε την κακή γλώσσα του σώματος;
Ίσως είναι η εμπειρία.
Όλοι παρατηρούν την κακή γλώσσα του σώματος, και είναι μεταδοτική. Ακριβώς όπως ο ενθουσιασμός είναι μεταδοτικός. Αν μπεις σε ένα δωμάτιο και υπάρχουν τρεις άνθρωποι που γελάνε, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις. Η κακή γλώσσα του σώματος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, μόνο με αρνητική έννοια.
Πόσο σημαντική είναι η ανιδιοτέλεια;
Αυτό εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του παίκτη. Μερικοί παίκτες είναι από τη φύση τους πιο ανιδιοτελείς από άλλους. Υπάρχουν επίσης ρόλοι όπου χρειάζεσαι παίκτες που είναι πιο εγωιστές, με την μπασκετική έννοια. Λογικά, κάθε προπονητής θα ήθελε να έχει ανιδιοτελείς παίκτες, αλλά μερικές φορές χρειάζεσαι και κάποιον με προσωπικότητα που θέλει να αναλάβει την ευθύνη.
Ποιος είναι ο πιο ανιδιοτελής παίκτης που έχετε γνωρίσει;
Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Πιθανότατα
Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο SKWEEK.