Από το Γκάλη ως τους Λουτσέσκου – Μεντιλίμπαρ: Όταν συναίσθημα και λογική, μπαίνουν στο ρινγκ

Ενίοτε συγχέουμε την αγάπη με τον εξαναγκασμό που είναι έμμεσος, καρδιακός κατά βάσει κι έχει να κάνει με συναισθήματα και στιγμές που εγκλωβίζουν σκέψεις και διαμορφώνουν αποφάσεις

Από το Γκάλη ως τους Λουτσέσκου – Μεντιλίμπαρ: Όταν συναίσθημα και λογική, μπαίνουν στο ρινγκ

Μεντιλίμπαρ - Λουτσέσκου / ©Intime

Δε χρειαζόταν να διαβάσουμε τις αντιδράσεις μετά το λευκό καπνό στη συνάντηση Μαρινάκη Μεντιλίμπαρ, για να εμπεδώσουμε την αγάπη των Ολυμπιακών στον προπονητή τους. Όχι ακατανόητη φυσικά, η ικανότητα αλλά και το ήθος του Βάσκου εκτιμάται και από αντιπάλους.

Προκειμένου η…μπούκα σε ξένα χωράφια να μη γίνει τόσο άγαρμπα και να απλουστεύσω την οπτική μου, παρόμοια αγάπη είχα, έχω και θα έχω για το Λουτσέσκου. Για την ακρίβεια δεν πρόκειται για αγάπη αλλά λατρεία, θα το φωνάζω και το λέω όπως λέει κι ένα δικό μας σύνθημα.

Παρόλα αυτά, σε περίπτωση που ο ΠΑΟΚ ήταν κάτι σαν λαϊκή Δημοκρατία με τις κομβικές αποφάσεις να λαμβάνονται μετά από προσφυγή στην κάλπη, θα το έριχνα υπέρ της αποχώρησης του Ρουμάνου.

Όχι γιατί έπαψε να είναι κορυφαίος προπονητής της ιστορίας μας, ούτε επειδή είχε αλλοιωθεί το συναίσθημα, αλλά ακριβώς εξαιτίας της λατρείας που προανέφερα. Περιτριγυριζόμενος για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά από διοικητικά στελέχη κάτω του μετρίου και κουβαλώντας τη φθορά της πολυετούς παρουσίας του, οι συνέπειες για εκείνον θα ήταν καταστροφικές. Κατ΄επέκταση και για την ομάδα.

Θα βρισκόταν στο επίκεντρο ακραίων καταστάσεων και δε θα ήθελα ποτέ να φθαρούν έστω και στο ελάχιστο, οι γλυκιές αναμνήσεις με τις οποίες έχει συνδεθεί.

Ερμηνεύοντας έστω και κατά το δοκούν τη ρήση του Χαλίλ Γκιμπράν «αν αγαπάς κάποιον άστον να φύγει», υπάρχουν φορές που οι χωρισμοί ισοδυναμούν με λύτρωση.

Συχνά συγχέουμε την αγάπη με τον εξαναγκασμό, που εννοείται πως δεν περιορίζεται στα πρόσωπα, κανένας άλλωστε δε μένει με το ζόρι ούτε φεύγει όταν όλα είναι μέλι γάλα. Ο εξαναγκασμός είναι συχνά έμμεσος, καρδιακός κατά βάσει κι έχει να κάνει με συναισθήματα και στιγμές που εγκλωβίζουν σκέψεις και διαμορφώνουν αποφάσεις. Άκρως επικίνδυνες τάσεις σε επαγγελματικά περιβάλλοντα, που επιβάλλεται η ψυχρή λογική τουλάχιστον στα ανώτατα κλιμάκια.

Η πιο σκληρή απόφαση παρομοίου επιπέδου στην ιστορία, καταγράφηκε το καλοκαίρι του 1992 όταν ο τότε πρόεδρος του μπασκετικού Άρη, ο εκλιπών Θεόφιλος Μητρούδης, αποφάσιζε να τελειώσει το Γκάλη.

Ο παίκτης είχε φτάσει στα 34, ο Γιαννάκης στα ίδια, μεταξύ τους είχε καθιερωθεί ένας πολυετής και άτυπος διαγωνισμός ποιος θα πάρει τη μεγαλύτερη αύξηση στο συμβόλαιό του. Ο Άρης στο μεταξύ είχε χάσει τα πρωτεία, τα έσοδα είχαν μειωθεί, ήταν φανερό πως η ομάδα δε γινόταν να συνεχίζει στηριζόμενη στο μοντέλο που την εκτόξευσε όταν οι δυο παίκτες ήταν στα ντουζένια τους κι ο ανταγωνισμός περιορισμένος.

Καλώς ή κακώς η ιστορία οδηγεί συχνά σε αδυσώπητα διλήμματα και αποφάσεις που πάνε κόντρα στο συναίσθημα. Και δυστυχώς δε γίνεται να ζήσουμε δυο ζωές, για να είμαστε απολύτως βέβαιοι για το ορθό κάθε απόφασης.

Αν ο Μητρούδης συνέχιζε ως είχε με το δίδυμο Γκάλη – Γιαννάκη, θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε την πορεία της ομάδας με αυτήν που έχει ήδη καταγραφεί στην ιστορία. Το ίδιο και αν κατέληγε στην απόφαση να χαλάσει το δίδυμο, απομακρύνοντας Γιαννάκη αντί Γκάλη.

Το ίδιο αμείλικτες και οι αποφάσεις για Λουτσέσκου – Μεντιλίμπαρ. Αμφότεροι άφησαν διαχρονικό στίγμα, ο ένας έφυγε και ο άλλος έμεινε, εντούτοις δε θα έχουμε ποτέ χειροπιαστά τεκμήρια για τις συνέπειες αντίστροφων αποφάσεων.

Αρκούμαστε στην στατιστική που δεν αφήνει αμφιβολία πως οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται περισσότερο με την καρδιά και λιγότερο με το νου, συνήθως αποδεικνύεται λανθασμένη.

Σύμφωνα με το ερυθρόλευκο ρεπορτάζ στη συνάντηση τέθηκαν επί τάπητος τα μεγάλα θέματα της ομάδας -με κυρίαρχα τα μεταγραφικά- και οι δυο πλευρές αποφάσισαν από κοινού να συνεχίσουν.

Είχε προηγηθεί ωστόσο συνάντηση με την ίδιο αντικείμενο τον περασμένο Μάιο, αμέσως μετά τη λήξη του πρωταθλήματος. Το κλίμα που έβγαινε και τότε ήταν πανομοιότυπο, οπότε το αυτονόητο συμπέρασμα είναι ότι κάτι δεν πήγε καλά στο ενδιάμεσο.

Στην καθημερινή ζωή υπάρχουν ζευγάρια που συνεχίζουν να ζούνε αρμονικά, άλλα πάλι αποφασίζουν να χωρίσουν. Όπως κι εργαζόμενοι που παραμένουν στις θέσεις τους ενώ άλλοι αποχωρούν, είτε οικειοθελώς είτε όχι.

Οι της πρώτης κατηγορίας δεν χρειάζεται να κάνουν συναντήσεις για το μέλλον τους, όταν η αίσθηση ικανοποίησης είναι αμοιβαία, τι να συζητήσεις άραγε; Πόσο καλά περνάς;

Οι της δεύτερης και πριν επέλθει το οριστικό τέλος, έχουν προηγουμένως συναντηθεί μια, δυο ή και περισσότερες φορές για να λύσουν τα προβλήματα. Το συμπέρασμα κάθε επόμενης συνάντησης όμως, είναι ότι τα αυτά που υποτίθεται πως είχαν λυθεί την προηγούμενη φορά, παραμένουν.

Άρα οι κουβέντες δεν αρκούν για να επέλθει η ομαλότητα, οπότε αργά ή γρήγορα το διαζύγιο αποτελεί μονόδρομο.

Ροή Ειδήσεων
Περισσότερες ειδήσεις