Η «μετάφραση» των «κεραυνών» του Βαγγέλη Μαρινάκη

Ο πρόεδρος του Ολυμπιακού έβαλε στο τραπέζι όλες τις παραμέτρους της μεταγραφικής αγοράς, εξήγησε γιατί οι μεγάλες συμφωνίες δεν είναι υπόθεση… παραγγελίας και έδειξε τον δρόμο μέχρι να κλείσει οριστικά το μεταγραφικό «παράθυρο».

Η «μετάφραση» των «κεραυνών» του Βαγγέλη Μαρινάκη

Βαγγέλης Μαρινάκης (Intime)

Υπάρχουν δηλώσεις που περνούν απλώς ως δηλώσεις και υπάρχουν δηλώσεις που, αν τις διαβάσεις λίγο πιο προσεκτικά, καταλαβαίνεις ότι λένε πολύ περισσότερα από αυτά που φαίνονται με την πρώτη ματιά.

Τα όσα είπε ο Βαγγέλης Μαρινάκης στο περιθώριο της κλήρωσης του Europa League ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Ο ιδιοκτήτης του Ολυμπιακού δεν θέλησε απλώς να δικαιολογήσει την καθυστέρηση σε κάποιες μεταγραφικές υποθέσεις. Ούτε να εξηγήσει γιατί ένας παίκτης μπορεί να προτιμήσει έναν άλλο σύλλογο. Το βασικό μήνυμα που επιχείρησε να περάσει ήταν πολύ ευρύτερο: η Ελλάδα δεν είναι το κέντρο του ποδοσφαιρικού κόσμου και ο Ολυμπιακός, όσο μεγάλος κι αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργεί έξω από την πραγματικότητα της αγοράς.

Και αυτή είναι μία πραγματικότητα που πολλές φορές δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε. Για τον φίλαθλο είναι λογικό να υπάρχει η απαίτηση. Μόνο που η σύγχρονη αγορά δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι, όπως εξήγησε ο ίδιος ο Μαρινάκης.

Ένας ποδοσφαιριστής 24, 25 ή 26 ετών, που βρίσκεται σε καλή ηλικία, έχει προοπτική και βρίσκεται στο στόχαστρο συλλόγων από τα μεγάλα πρωταθλήματα και δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο να έρθει στην Ελλάδα. Η πρώτη του σκέψη είναι η Premier League, η La Liga, η Serie A, η Bundesliga. Θέλει να παίξει στο υψηλότερο επίπεδο, να αυξήσει την αξία του και να βρεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής αγοράς. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η δυσκολία.

Ο Ολυμπιακός μπορεί να προσφέρει χρήματα. Μπορεί να προσφέρει πρωταθλητισμό, ευρωπαϊκή συμμετοχή, ένα γεμάτο Καραϊσκάκη, πίεση για τίτλους και έναν προπονητή με τεράστια εμπειρία. Μπορεί να προσφέρει πράγματα που πολλές ομάδες άλλων χωρών δεν μπορούν. Δεν μπορεί όμως να αλλάξει από τη μία ημέρα στην άλλη το status του ελληνικού πρωταθλήματος.

Αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι των δηλώσεων του Μαρινάκη. Δεν μιλούσε μόνο για τον Ολυμπιακό. Μιλούσε για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Και όσο κι αν δεν μας αρέσει, η θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική πραγματικότητα επηρεάζει άμεσα τις μεταγραφές. Όταν ένας ποδοσφαιριστής έχει να επιλέξει ανάμεσα σε έναν ελληνικό σύλλογο και έναν σύλλογο από ένα κορυφαίο πρωτάθλημα, δεν αρκεί πάντοτε το οικονομικό. Υπάρχει το όνειρο, υπάρχει το επόμενο βήμα, υπάρχει η καριέρα.

Και σε αυτό το σημείο ο Ολυμπιακός έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα που δεν έχουν οι άλλοι ανταγωνιστές του στην Ελλάδα: τη Νότιγχαμ Φόρεστ.

Η παρουσία του Βαγγέλη Μαρινάκη στην Premier League δεν αποτελεί απλώς ένα ιδιοκτησιακό δεδομένο. Μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα. Για έναν παίκτη που έχει στο μυαλό του την Αγγλία, η προοπτική του Ολυμπιακού μπορεί να αποκτήσει διαφορετική διάσταση.

Δεν σημαίνει ότι ο παίκτης θα έρθει στην Ελλάδα επειδή υπάρχει η Νότιγχαμ. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα επιπλέον σενάριο που μπορεί να του παρουσιαστεί. «Έλα στον Ολυμπιακό, παίξε σε υψηλό επίπεδο, πρωταγωνίστησε, εξελίξου και αν όλα πάνε καλά, η Premier League δεν είναι ένας μακρινός κόσμος».

Αυτό είναι ένα όπλο. Και ο Ολυμπιακός το χρησιμοποιεί. Μόνο που φέτος υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα. Και είναι μεγάλο. Ο Ολυμπιακός έχασε το Champions League.

Η συμμετοχή στη League Phase της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης αποτελεί από μόνη της ένα τεράστιο δέλεαρ. Δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι η δυνατότητα ενός ποδοσφαιριστή να παίξει απέναντι στους κορυφαίους συλλόγους της Ευρώπης, να βρεθεί στα μεγαλύτερα γήπεδα, να αποκτήσει μεγαλύτερη προβολή και να ανεβάσει την αξία του.

Ο περσινός Ολυμπιακός είχε αυτό το χαρτί στα χέρια του. Φέτος δεν το έχει. Αντί για Champions League, υπάρχει το Europa League. Μια σπουδαία διοργάνωση, στην οποία ο Ολυμπιακός μπορεί να κάνει πρωταθλητισμό, αλλά δεν παύει να είναι ένα επίπεδο κάτω από το Champions League όταν συζητάς με έναν παίκτη που έχει προτάσεις από την Αγγλία, την Ισπανία, την Ιταλία ή τη Γερμανία.

Και κάπου εδώ αποκτά ιδιαίτερη αξία και η αναφορά του Μαρινάκη στον Γκουστάβο Πουέρτα. Ο Ολυμπιακός, όπως είπε ο ίδιος, έφτασε στο σημείο να πληρώσει τη ρήτρα των 16 εκατομμυρίων ευρώ. Κι όμως, ο παίκτης δεν ήρθε, γιατί ήθελε να πάει στην Μπενφίκα.

Ούτε ο Ολυμπιακός είναι αδύναμος ούτε ξαφνικά δεν μπορεί να κάνει μεταγραφές. Το αντίθετο. Όταν ένας σύλλογος μπορεί να πληρώνει 16 εκατομμύρια ευρώ για έναν ποδοσφαιριστή και να προσφέρει πολύ υψηλά συμβόλαια, προφανώς έχει τη δυνατότητα να κάνει μεγάλες κινήσεις.

Απλώς δεν αποφασίζει μόνος του. Αποφασίζει και ο παίκτης. Αποφασίζει ο μάνατζερ. Αποφασίζει η αγορά. Αποφασίζει η προοπτική. Και αποφασίζουν, τελικά, και τα μεγάλα πρωταθλήματα.

Γι’ αυτό και η αναφορά του στις τελευταίες ημέρες της μεταγραφικής περιόδου μόνο τυχαία δεν ήταν. Εκεί αλλάζουν οι ισορροπίες. Εκεί ένας παίκτης που περίμενε να βρει ομάδα στην Premier League μπορεί να καταλάβει ότι η πόρτα έκλεισε. Εκεί μια ομάδα που ζητούσε 20 εκατομμύρια μπορεί να συμβιβαστεί με 12 ή 15. Εκεί ένας ποδοσφαιριστής που δεν βρήκε αυτό που έψαχνε μπορεί να δει διαφορετικά την Ελλάδα. Και εκεί θέλει να είναι ο Ολυμπιακός. Θέλει να είναι έτοιμος, με τα χρήματα διαθέσιμα, με τις επαφές ανοιχτές και με εναλλακτικές λύσεις.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το φετινό μεταγραφικό καλοκαίρι έχει αυτή τη μορφή. Ο Ολυμπιακός έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, έχει συζητήσει με παίκτες υψηλού επιπέδου και έχει φτάσει σε προχωρημένο σημείο σε αρκετές περιπτώσεις. Σε κάποιες πήρε το «ναι», σε κάποιες άλλες όχι. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι από το καλοκαίρι του 2024 δεν υπήρχαν και λανθασμένοι χειρισμοί. Αν δεν υπήρχαν άλλωστε, δεν θα πήγαινε στην προσθήκη των Καρντόσο και Μονκαντά στο οργανόγραμμα.

Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος που δεν πρέπει να περάσει στα ψιλά. Η αναφορά του Μαρινάκη στην αγωνιστική εικόνα και στις περίφημες «γιόμες» δεν ήταν τυχαία. Ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι ένα σημαντικό μέρος όσων είχαν συζητηθεί στην περιβόητη συνάντηση με τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ μετά τον αποκλεισμό από τη Ναϊμέγκεν παραμένει πάνω στο τραπέζι.

Η ανάγκη ο Ολυμπιακός να αποκτήσει μεγαλύτερη ποιότητα, να βελτιώσει την κυκλοφορία της μπάλας και να μην καταφεύγει σε εύκολες και προβλέψιμες επιλογές όταν πιέζεται, δεν αφορά μόνο τον προπονητή. Είναι συνολική ποδοσφαιρική απαίτηση.

Και εδώ ακριβώς κουμπώνει το μεταγραφικό κομμάτι. Γιατί όταν ο Μαρινάκης λέει ότι «κάθε ημέρα κάνουμε υπέρβαση», δεν μιλά μόνο για τα χρήματα που μπορεί να δώσει ο Ολυμπιακός. Μιλά και για το πόσο δύσκολο είναι να πείσεις έναν παίκτη υψηλού επιπέδου να έρθει στην Ελλάδα. Άρα, η προσπάθεια να αλλάξει η αγωνιστική εικόνα περνά αναγκαστικά και μέσα από την αγορά.

Οι «γιόμες», επομένως, δεν ήταν μια απομονωμένη ατάκα. Ήταν ουσιαστικά ένα κομμάτι του ίδιου παζλ: ο Ολυμπιακός θέλει να ανεβάσει το επίπεδο της ομάδας και ξέρει ότι για να το κάνει χρειάζεται παίκτες που θα μπορούν να υπηρετήσουν ένα πιο ποιοτικό και απαιτητικό ποδόσφαιρο. Μόνο που η αγορά δεν λειτουργεί με παραγγελίες. Και αυτό ακριβώς θέλησε να εξηγήσει ο Μαρινάκης.

Ροή Ειδήσεων
Περισσότερες ειδήσεις