Με το Μουντιάλ να έχει ξεκινήσει μόλις τα τελευταία 24ωρα, είναι βέβαιο πως αν γινόταν σχετική δημοσκόπηση την προηγούμενη εβδομάδα, η κυριαρχούσα απάντηση θα ήταν «σοβαρά μιλάτε, ξεκινάει Μουντιάλ; – Κάτι είχε πάρει το αυτί μου, τώρα στα κοντά πρέπει να είναι…»
Η απαξίωση της ύψιστης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης του πλανήτη είναι πρωτόγνωρη, τα κλασικά ρεπορτάζ που ανοίγουν την όρεξη έκαναν την εμφάνισή τους μόλις πρόσφατα.
Σε προηγούμενες δεκαετίες που δεν υπήρχε overdose προβολής αθλητικού θεάματος από την τηλεόραση, οι ποδοσφαιρόφιλοι περίμεναν το Παγκόσμιο κύπελλο όπως οι πιστοί το Άγιο Φως από την Ιερουσαλήμ.
Ήταν εποχές που η τηλεόραση μετέδιδε ζωντανά τρεις αγώνες το χρόνο, τους δυο τελικούς των Ευρωπαϊκών διοργανώσεων συν τον τελικό κυπέλλου Ελλάδας. Το Παγκόσμιο Κύπελλο συνιστούσε την απόλυτη έξαψη των ποδοσφαιρικών αισθήσεων, σαν να υποβαλλόσουν σε εξαντλητική νηστεία για τέσσερα χρόνια περιμένοντας ένα μήνα για να περιπλανηθείς χωρίς περιορισμούς σε food festival.
Ακόμη και τα μετέπειτα χρόνια που άνθισε το ίντερνετ και τηλεοπτικά έφθανες στο σημείο να σκέφτεσαι ποιον αγώνα να πρωτοδιαλέξεις, το Μουντιάλ δεν έχανε την αίγλη του. Παρέμενε σταθερά ως το κορυφαίο ποδοσφαιρικό σημείο αναφοράς.
Οι αιτίες που το Μουντιάλ δεν ηλεκτρίζει όσο παλιά, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα συζήτησης σε διαδικτυακή ή ραδιοφωνική εκπομπή. Με απαραίτητη τη συμμετοχή του κόσμου εννοείται, μια και η μονομέρεια ενός κειμένου είναι αδύνατον να παραθέσει αρχικά και να ερμηνεύσει εκ των υστέρων όλες τις εκδοχές.
Μια παράμετρος θαρρώ πως έχει να κάνει με το συνδυασμό διεξαγωγής σε τρεις (!!!) χώρες με τεράστιες αποστάσεις μεταξύ τους και τις δυο εξ΄ αυτών να στερούνται στοιχειώδους ποδοσφαιρικής παράδοσης και κουλτούρας.
Περίπου παρόμοια γεύση είχε και το Παγκόσμιο του 2002 σε Νότια Κορέα και Ιαπωνία, που μάλλον ξεχάστηκε από τους περισσότερους την επόμενη του τελικού.
Από «επαγγελματική διαστροφή» και μόνο αναζήτησα στη Google γνωστούς Καναδούς ποδοσφαιριστές και η εικόνα ήταν χειρότερη από την αντίστοιχη «Έλληνες ποδοσφαιριστές που έκαναν καριέρα στην Ευρώπη πριν το 2004.»
Στην δική μας περίπτωση βέβαια θα έβρισκες έναν Μαχλά που πήρε το χρυσό παπούτσι, αναγκάζοντας όλη την Ολλανδία να χορεύει συρτάκι. Μαζί με τον Αναστασίου των σχεδόν 60 γκολ στην Ολλανδία, τον Τσάρτα που παραμένει ο El Mago των Σεβιλλιάνων, όπως και τον Ζαγοράκη που κατέκτησε το Λιγκ Καπ με τη Λέστερ.
Το πρόβλημα είναι πως όταν δεν υπάρχει ποδοσφαιρικό υπόβαθρο σε κράτη και κοινό, δύσκολα να υποστηριχθεί επαρκώς ένα τόσο μεγάλο γεγονός. Τα τυπικά δεν αρκούν, όταν απουσιάζει η αύρα και το feeling.
Μουντιάλ σε Βραζιλία, Αργεντινή, Γερμανία, Αγγλία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία θα είχε διαφορετική αίγλη, θα την παρείχαν αρχικά οι ντόπιοι που ζουν για το ποδόσφαιρο.
H γοητεία που εκπέμπεται όταν το περιβάλλον φιλοξενίας είναι ποδοσφαιρικό, είναι ακαταμάχητη.
Αποδεκτό από την άλλη πως η κορυφαία διοργάνωση δεν γίνεται να παραμένει εγκλωβισμένη στις ίδιες χώρες, το σπάσιμο σε τρεις όμως εκ των οποίων οι δυο χωρίς σχετικό υπόβαθρο, έχει συνέπειες.
Αφετηρία όλων η εμπορευματοποίηση που είναι απαραίτητη μεν, αλλά στην περίπτωση του εν λόγω Μουντιάλ έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Πιο χειροπιαστό παράδειγμα η θεαματική αύξηση των ομάδων, προκειμένου να μοιραστεί σε όσο γίνεται περισσότερους η χαρά της συμμετοχής.
Προκειμένου να χωρέσουν εθνικές λικέρ σαν το Κουρασάο, Πράσινα Ακρωτήρια, μαζί με Αϊτή, Κονγκό, Νέα Ζηλανδία, Ουζμπεκιστάν και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις, οι αγώνες που θα παιχτούν στο σύνολο σχεδόν διπλασιάστηκαν. Από τους συνήθεις 60+, θα ξεπεράσουμε τους 100, μοιραία αυξήθηκε και η διάρκεια της διοργάνωσης σχεδόν κατά 50%.
Κάποτε οι όμιλοι έμοιαζαν με πρωινό και αμέσως μετά ξεκινούσε το κυρίως πιάτο. Τώρα έχουμε προκρίσεις των δυο πρώτων, που μαζί με τους καλύτερους τρίτους θα συγκροτήσουν εκ νέου το κλαμπ των 32, για να ξαναπαίξουν μεταξύ τους.
Κοινώς, θα βγάλουμε ένα μήνα για να απαλλαγούμε από τα «λιμά» μέχρι να έρθουν οι ματσάρες. Αβέβαιο πάλι αν θα είναι όντως ματσάρες, με τους παίκτες να έχουν εξαντληθεί κάνοντας αγγαρείες με την «πλέμπα».
Στο πρόσφατο ζήτημα αύξησης των ομάδων της Stoiximan Super League η πλειοψηφία αντέδρασε στο πισωγύρισμα, προστατεύοντας το ποδόσφαιρο.
Το επιχείρημα περί «ευρύτερης γεωγραφικής εκπροσώπησης» είναι μεν ορθό και σημαντικό, δε γίνεται όμως να αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας.
Η παρουσία σε κάθε τύπο σαλονιού δεν πρέπει να αποτελεί δωράκι, αλλά παράσημο για εκείνον που τα καταφέρνει.
Κατηγορούμε συχνά τους Έλληνες παράγοντες, αλλά έβαλαν γυαλιά στον Ινφαντίνο που έκανε τα ακριβώς αντίθετα αδιαφορώντας για το ποδόσφαιρο…