Ολίγον «μακάβριο» το χθεσινό αφιέρωμα του Sportal, στους ποδοσφαιριστές που υπέστησαν παρόμοιο τραυματισμό με αυτόν του Κωνσταντέλια.
Χρήσιμο από την άλλη, μια και από την αναδρομή συνειδητοποιούσες ότι η πιο απευκταία ίσως στιγμή για κάθε αθλητή, δε αποτελεί ούτε καταδίκη ούτε ταφόπλακα. Ο Φορτούνης κι ο Μάνταλος που έχουν πάθει την ίδια ζημιά εις διπλούν, βγήκαν αλώβητοι και διαπρέπουν μέχρι σήμερα.
Θα πρόσθετα και τον πιο οικείο στον Κωνσταντέλια, Βιεϊρίνια, που επίσης υπέστη τον ίδιο τραυματισμό δυο φορές. Ο Αντρέ κουβαλά στο ιατρικό ιστορικό του κι ένα κάταγμα στον μετατάρσιο κατά την πρώτη του χρονιά στον ΠΑΟΚ, που τον άφησε στις πιτς για μισό χρόνο. Όσο ένας χιαστός δηλαδή, παρ΄όλα αυτά ολοκλήρωσε..πλήρης ημερών μια καριέρα γεμάτη λάμψη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνηθίζουμε να αραδιάζουμε θεωρίες – φούμαρα, είτε υπεραπλουστεύοντας είτε αμπελοφιλοσοφώντας. Άλλος πονάει, άλλος υποφέρει κι εμείς το παίζουμε ειδήμονες βρισκόμενοι έξω από το χορό.
Αρκεί ένα στραβοπάτημα κι ένα διαστρεμματάκι της πλάκας για να μείνουμε ξάπλα μερικές μέρες και να βογκάμε λες και βρισκόμαστε στο μαιευτήριο. Κι αν πονέσει λίγο το δόντι, αναζητούμε τους γιατρούς χωρίς σύνορα για να μας σώσουν.
Που και μέναμε εκτός δράσης για τουλάχιστον μισό χρόνο και το πρόβλημα να αφορούσε αυτό ακριβώς που λατρεύουμε. Να έχανε τη φωνή του ο τραγουδιστής, να κουλαίνονταν τα δάχτυλα του blogger σε σημείο να μη μπορεί να πατήσει πλήκτρο.
Μόνο που το σκέφτεσαι, σε λούζει κρύος ιδρώτας..
Όσα λόγια παρηγοριάς κι αν ακούσεις από φίλους, γνωστούς και περαστικούς, δε θα μετριάσουν τον πόνο σου.
Η ζημιά που έπαθε ο Κωνσταντέλιας βέβαια, αποτελεί πάνω απ΄όλα δίδαγμα ζωής.
Λιγότερο από είκοσι μέρες πριν μεταγράφηκε στη Ντόρτμουντ, υπόθεση που επισκίασε κάθε άλλο εγχώριο αθλητικό γεγονός. Μόλις μια εβδομάδα μετά συστήθηκε για τα καλά στο κοινό που θα τον απολαμβάνει από εδώ και στο εξής, αναγκάζοντας ακόμη και τους «ρομποτικά» συμπεριφερόμενους Γερμανούς, να εκστασιαστούν.
Εμείς βέβαια που έχουμε δει το έργο πριν εκείνοι ξεκινήσουν να βλέπουν την εισαγωγή του, λέγαμε «που να δείτε τη συνέχεια ρε Φρίτσηδες. Θα σας βγάλει στους δρόμους για να χορεύετε όχι συρτάκι, αλλά ζεϊμπέκικο φωνάζοντας, άλα και ώπα. Καπάκι θα μάθετε το τσιφτετέλι και για χάρη του θα λικνίζετε τις μπυροκοιλιές σας…»
Λίγες μέρες μετά ξεκίνησε βασικός στην πρεμιέρα με το Αμβούργο, παστέλωσε το πρώτο του τεμάχιο και κάπου εκεί σκεφτήκαμε «τι άλλο να ζητήσει από τη ζωή το παλικάρι; Έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του…»
Εσύ κι εγώ το σκεφτήκαμε βέβαια, όχι η επιτομή της ταπεινότητας που ακούει στο όνομα Κωνσταντέλιας. Τα μαγικά απέναντι στη Μπάγερν και το παρθενικό γκολ με το Αμβούργο, του άφηναν την ίδια αίσθηση με τα γκολ που πετύχαινε στη Superleague ή τις «σακούλες» που μοίραζε σε συνομήλικούς του στην Αγία Παρασκευή Βόλου.
Κι όμως μέσα σε λίγη ώρα, το ίδιο παιδί που πιστεύαμε ότι είχε κατακτήσει τον κόσμο και με τη φόρα που είχε θα κατακτούσε και το σύμπαν, βρέθηκε σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Ανήμπορος να περπατήσει, χαμένος στις σκέψεις του και κρεμάμενος από τα χείλη τύπων με άσπρες ποδιές που κράδαιναν νυστέρια.
Τι σου είναι η ζωή τελικά.
Ένα frame και αλλάζουν όλα, μια αφηρημάδα της στιγμής, ένα βλέμμα στην αντίθετη κατεύθυνση, μια στραβοτιμονιά, ένα λάθος πάτημα κουμπιού, μια βιαστική απόφαση, κουβέντα ή σκέψη κι έρχονται τα πάνω κάτω.
Στην περίπτωση του Κωνσταντέλια όπως και άλλων αθλητών μάλιστα δε χρειάστηκε λάθος, αρκούσε ένα μαρκάρισμα, μια συνηθισμένη κίνηση που επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές σε αγώνες και προπονήσεις, για να ακουστεί εκείνο το απαίσιο κρακ από το γόνατο.
Συνήθως μας ισοπεδώνει μια απώλεια κοντινού προσώπου, αλλά και ζημιές σαν αυτή του Κωνσταντέλια ειδικά με το story που τη συνοδεύει, μας αναγκάζει αναθεωρήσουμε και να δούμε τα πράγματα αλλιώς.
Γράφει κείμενο ο blogger κι όταν το τελειώσει σκέφτεται «πω πω μεγάλε, κέντησες πάλι. Το Όσκαρ λογοτεχνίας είναι λίγο για σένα.»
Τραγουδάει άλλος σε πανηγύρι και λέει μέσα του «φωνάρα σαν τη δική μου, ούτε ο Μικ Τζάκερ. Δε γίνεται να είναι φορτωμένος στις πλατίνες κι εγώ να κάνω καριέρα στο χωριό μου.»
Ανεβάζει selfie από την παραλία η σιτεμένη μεσήλιξ με τρεις ντουζίνες φίλτρα για να κρύψει τα πάχη της και ξημεροβραδιάζεται μετρώντας likes από απεγνωσμένους συνταξιούχους.
Έτσι ζούμε οι άνθρωποι σήμερα, βουτηγμένοι αχόρταγα στην αυταρέσκεια, στον εγωισμό, στην περηφάνεια και παραδομένοι στην ψευδαίσθηση ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου.
Στην πραγματικότητα ο καθείς εξ ημών δεν είναι παρά ένα κεφάλι ανάμεσα στα υπόλοιπα 8.3 δισεκατομμύρια που περιφέρονται στον πλανήτη, ένας κόκκος άμμου μιας αχανούς παραλίας.
Ένα τίποτα δηλαδή.
Κι όμως έχουμε τέτοια ιδέα για τον εαυτό μας, πασχίζουμε μανιωδώς για να κατακτήσουμε την ουτοπία που η φαντασία φύτεψε στο νου μας, μέχρι που έρχεται η στιγμή να ακούσουμε κι εμείς εκείνο το απαίσιο κρακ.
Και από εκεί που νοιώθαμε έτοιμοι να διασχίσουμε τους αιθέρες, να βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση.
Ο αείμνηστος Ίβιτσα Όσιμ είχε πει κάποτε την ιστορική ατάκα περί «πόρνης μπάλας» στην πραγματικότητα όμως η ζωή είναι απείρως πιο…prostitute. Σε σημείο να μοιάζει με Θεούσα νεάνιδα, συγκριτικά με τη στρογγυλή θεά.
Δε φταίει η ζωή όμως που έχει τους κανόνες της, αλλά εμείς που νομίζουμε πως είμαστε ισχυρότεροι και προσπαθούμε αλαζονικά να επιβάλουμε τους δικούς μας..