Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ (Intime)
Υπάρχουν αποφάσεις που παίρνονται με το μυαλό και υπάρχουν αποφάσεις που χρειάζονται και καρδιά. Η επιλογή του Βαγγέλη Μαρινάκη να κρατήσει τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ στον πάγκο του Ολυμπιακού μοιάζει να ανήκει και στις δύο κατηγορίες.
Γιατί ασφαλώς ο πρόεδρος του Ολυμπιακού δεν αγνόησε όσα έγιναν απέναντι στη Ναϊμέγκεν. Ο αποκλεισμός ήταν ένα ισχυρό σοκ και η εικόνα της ομάδας δημιούργησε εύλογο προβληματισμό. Θα είναι ψεύτης όποιος πει ότι δεν προκάλεσε έντονο προβληματισμό. Όμως η απόφαση δεν μπορούσε να βασιστεί αποκλειστικά σε ένα βράδυ.
Ο Μαρινάκης κοίταξε τη μεγάλη εικόνα. Και στη μεγάλη εικόνα υπάρχει ένας προπονητής που μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να αλλάξει την Ιστορία του Ολυμπιακού. Ο Μεντιλίμπαρ δεν ήρθε απλώς για να διαχειριστεί μία ομάδα. Ήρθε σε μία δύσκολη στιγμή και κατάφερε να δημιουργήσει ξανά πίστη, να βάλει κανόνες και να κάνει τους ποδοσφαιριστές να πιστέψουν στις δυνατότητές τους.
Και μετά ήρθαν οι τίτλοι. Ήρθε το ευρωπαϊκό τρόπαιο, η μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία του συλλόγου. Ήρθε το πρωτάθλημα. Ήρθε το Κύπελλο. Ήρθε ένα νταμπλ που δεν μπορεί να διαγραφεί από μία κακή εμφάνιση ή έναν πρόωρο αποκλεισμό.
Αυτό είναι το πρώτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο. Ο Μεντιλίμπαρ έχει αποδείξει ότι μπορεί να οδηγήσει τον Ολυμπιακό σε μεγάλες επιτυχίες. Δεν είναι ένας προπονητής που ακόμα ψάχνει να αποδείξει ποιος είναι. Το έχει ήδη κάνει. Και το έκανε με τον τρόπο που ταιριάζει στον Ολυμπιακό: με ένταση, προσωπικότητα, απαιτήσεις και ξεκάθαρη αγωνιστική φιλοσοφία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει το αλάθητο. Κάθε άλλο. Ο αποκλεισμός από τη Ναϊμέγκεν πρέπει να τον προβληματίσει. Η εικόνα της ομάδας πρέπει να αναλυθεί. Οι επιλογές πρέπει να αξιολογηθούν. Κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν. Και ο ίδιος ο Μεντιλίμπαρ είναι ο πρώτος που γνωρίζει ότι από εδώ και πέρα δεν υπάρχει η πολυτέλεια να επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Και ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι κάτι πρέπει να αλλάξει ως προς τη φιλοσοφία του.
Όμως άλλο η απαίτηση για βελτίωση και άλλο η απαξίωση. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της απόφασης του Μαρινάκη. Ο πρόεδρος του Ολυμπιακού δεν αποφάσισε απλώς να δώσει μία ακόμη ευκαιρία στον προπονητή. Αποφάσισε να του δώσει και τα κατάλληλα εργαλεία για να διορθώσει την κατάσταση. Η εντολή για ποιοτικές μεταγραφές δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι κομμάτι της ίδιας απόφασης.
Πέντε παίκτες πρώτης γραμμής, ποδοσφαιριστές που θα μπορούν να διεκδικήσουν θέση στην ενδεκάδα από την πρώτη ημέρα. Ενδεχομένως και έξι. Παίκτες από το πολύ υψηλό ράφι, χωρίς να αποτελεί το μπάτζετ το βασικό εμπόδιο, εφόσον πρόκειται για ποδοσφαιριστές που μπορούν πραγματικά να αλλάξουν επίπεδο την ομάδα.
Με αυτόν τον τρόπο ο Μαρινάκης λέει κάτι πολύ απλό στον Μεντιλίμπαρ: «Σε εμπιστεύομαι και είμαι διατεθειμένος να σου δώσω περισσότερα “όπλα”».
Και αυτή η σχέση έχει πλέον αποκτήσει κάτι που δεν αγοράζεται. Έχει ιστορία. Έχει συναίσθημα. Έχει κοινές επιτυχίες. Ο Μεντιλίμπαρ δεν είναι ένας περαστικός προπονητής. Είναι ο άνθρωπος με τον οποίο ο Ολυμπιακός έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας του.
Γι’ αυτό και η απόφαση να συνεχίσουν μαζί έχει ξεχωριστή βαρύτητα. Το επαναλαμβάνουμε ότι υπάρχουν ερωτηματικά για την εικόνα των τελευταίων οκτώ μηνών. Όλα αυτά όμως συζητήθηκαν στην πολύωρη συνάντηση στον Πειραιά. Δόθηκαν οι εξηγήσεις και αποφασίστηκε από κοινού να πορευτούν μαζί.
Υπήρχε, άλλωστε, και κάτι ακόμη που δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Ο κόσμος του Ολυμπιακού, ειδικά μετά τον αποκλεισμό, έδειξε σε μεγάλο βαθμό ότι θέλει τον Μεντιλίμπαρ να παραμείνει. Στα social media δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κύμα στήριξης προς τον Ισπανό. Οι φίλαθλοι μπορεί να ήταν θυμωμένοι με την εικόνα της ομάδας, ορισμένοι μπορεί να είπαν και μια κουβέντα παραπάνω, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να διαγράψουν όσα προηγήθηκαν. Και αυτό έχει σημασία.
Γιατί ένας προπονητής μπορεί να χάσει ένα παιχνίδι και να παραμείνει σημείο αναφοράς. Μπορεί να κάνει λάθη και να συνεχίσει να έχει την εμπιστοσύνη του κόσμου. Αυτό συμβαίνει όταν έχει χτίσει κάτι πραγματικό. Εννοείται όμως ότι οι απαιτήσεις αυξάνονται. Κι όλοι περιμένουν βελτίωση. Κι ο πρώτος που υποσχέθηκε βελτίωση είναι ο προπονητής.
Πάντως, αν δούμε λίγο ιστορικά το θέμα των προπονητών, το πρόσφατο παρελθόν μάς έχει δείξει και κάτι άλλο. Ο Ολυμπιακός έχει ταλαιπωρηθεί αφάνταστα για να βρει έναν προπονητή που να μπορέσει να στεριώσει και να δημιουργήσει. Μετά τον Μάρκο Σίλβα χρειάστηκε να περάσει από Βίκτορ Σάντσεθ, Πάουλο Μπέντο, Όσκαρ Γκαρθία και Μπέσνικ Χάσι για να φτάσει, περίπου δύο χρόνια αργότερα, στον Πέδρο Μαρτίνς που εν τέλει έγινε σημείο αναφοράς.
Μετά τον Πορτογάλο, πάλι η ίδια ιστορία. Κάρλος Κορμπεράν, ο οποίος ήρθε σε ένα περίεργο τάιμινγκ και δεν παύει να είναι ένας απολύτως αξιόλογος προπονητής. Μίτσελ, με όλο τον σεβασμό στον «Μίστερ». Ντιέγκο Μαρτίνεθ. Κάρλος Καρβαλιάλ. Μέχρι να βρεθεί ξανά ένας άνθρωπος που θα μπορέσει να δημιουργήσει πραγματική σχέση με τον σύλλογο και τον κόσμο.
Και όταν τελικά βρέθηκε ο Μεντιλίμπαρ, ο σύλλογος έζησε μαγικές στιγμές. Ο Ολυμπιακός ξέρει πλέον πόσο δύσκολο είναι να βρεις προπονητή που να ταιριάζει. Να κερδίζει. Να εμπνέει. Να αντέχει την πίεση. Να καταλαβαίνει το μέγεθος της φανέλας. Ο Μεντιλίμπαρ τα έχει κάνει όλα αυτά. Και για αυτό τον σέβονται άπαντες στο κλαμπ.
Τώρα, όμως, το συναίσθημα τελειώνει και αρχίζει η δουλειά. Ο Μεντιλίμπαρ πρέπει να παρουσιάσει έναν διαφορετικό Ολυμπιακό και το ξέρει. Το υποσχέθηκε άλλωστε στον Μαρινάκη. Οι παίκτες πρέπει να αντιδράσουν. Η διοίκηση πρέπει να ολοκληρώσει τις μεταγραφές που έχει προαναγγείλει. Και όλοι μαζί πρέπει να αποδείξουν ότι η βραδιά της Ναϊμέγκεν ήταν μία παρένθεση.
Ο Μαρινάκης επέλεξε να πορευτεί με τον Μεντιλίμπαρ έπειτα από τρίωρη (και βάλε…) συζήτηση που είχε μαζί του. Πείστηκε με όλα όσα άκουσε. Συμφώνησε μαζί του. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο σημαντική παράμετρος. Γιατί στο ποδόσφαιρο είναι εύκολο να αλλάξεις προπονητή. Πολύ πιο δύσκολο είναι να αναγνωρίσεις την αξία ενός ανθρώπου, να του δείξεις εμπιστοσύνη στις δύσκολες στιγμές και ταυτόχρονα να απαιτήσεις από εκείνον να σηκώσει ξανά την ομάδα.
Ο Μεντιλίμπαρ έμεινε γιατί έχει κερδίσει αυτό το δικαίωμα. Τώρα καλείται να το δικαιώσει ξανά.