Υπάρχουν προβλήματα που ένας προπονητής θέλει να έχει. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα του Γιώργου Μπαρτζώκα αυτή τη στιγμή: έχει στα χέρια του μια γεμάτη περιφέρεια με τόσο διαφορετικές αρετές και ποιότητα, ώστε το ζητούμενο δεν είναι απλώς ποιοι θα παίξουν, αλλά ποιοι θα ταιριάξουν καλύτερα μεταξύ τους και σε ποιο σημείο του αγώνα.
Ο νέος Ολυμπιακός έχει αλλάξει αισθητά το προφίλ του στα γκαρντ. Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι ένας καθαρόαιμος δημιουργός, ένας point guard που θέλει την μπάλα, διαβάζει το γήπεδο και μπορεί να οργανώσει μια επίθεση από την πρώτη πάσα. Ο Ζαν Μοντέρο προσθέτει κάτι διαφορετικό: περισσότερη εκρηκτικότητα, προσωπική δημιουργία και σκορ από τα χέρια του, διαθέτοντας το ταλέντο της προσωπικής φάσης. Και πίσω τους υπάρχει η εμπειρία και η ηρεμία του Κόρι Τζόζεφ, ο οποίος επέστρεψε εμφανώς σε καλύτερη φυσική και σωματική κατάσταση.
Στο «2», ο Τάιλερ Ντόρσεϊ, ο οποίος έρχεται από την καλύτερη σεζόν της καριέρας του και ο MVP του Final Four, Εβάν Φουρνιέ, δίνουν δύο διαφορετικές εκδοχές παικτών με έφεση στο σκορ, ενώ ο Rising-Star της σεζόν έφυγε, Ζαν Μοντέρο μπορεί να μετακινηθεί και εκεί. Αυτό ακριβώς κάνει την εξίσωση ενδιαφέρουσα. Δεν υπάρχει πλέον ένας μόνο δρόμος για να δημιουργήσει και να απειλήσει ο Ολυμπιακός.
H μεγαλύτερη αλλαγή στη δημιουργία
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ μοιάζει να είναι το πιο φυσικό σημείο εκκίνησης. Δεν χρειάζεται να ψάξει χώρο για να δημιουργήσει. Θέλει την μπάλα στα χέρια και μπορεί να τη μεταφέρει εκεί που πρέπει. Οι αριθμοί του από την περασμένη EuroLeague -παίζοντας για τον Ερυθρό Αστέρα- είναι ενδεικτικοί: 12,6 πόντοι και 7,4 ασίστ ανά αγώνα, όντας ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της διοργάνωσης.
Δίπλα του, όμως, δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται ένας δεύτερος παίκτης που περιμένει απλώς να πάρει την μπάλα. Εδώ έρχεται ο Μοντέρο. Ο Δομινικανός μπορεί να λειτουργήσει ως δεύτερος δημιουργός, να επιτεθεί στο close-out, να παίξει pick ‘n’ roll, να κατεβάσει ο ίδιος την μπάλα και, κυρίως, να πάρει αποφάσεις χωρίς να χρειάζεται κάθε επίθεση να περνάει από έναν και μοναδικό εγκέφαλο. Και αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή. Ο Ολυμπιακός μπορεί πλέον να έχει δύο παίκτες με δημιουργική επιρροή στην ίδια πεντάδα.
Μίλερ-ΜακΙντάιρ – Μοντέρο.
Μίλερ-ΜακΙντάιρ – Ντόρσεϊ.
Μοντέρο – Ντόρσεϊ.
Μοντέρο – Φουρνιέ.
Ακόμη και το Μίλερ-ΜακΙντάιρ – Φουρνιέ, εφόσον ο Γάλλος χρησιμοποιηθεί περισσότερο ως δημιουργός από την περιφέρεια και λιγότερο ως καθαρό «2». Δεν είναι απαραίτητο όλες αυτές οι συνυπάρξεις να έχουν την ίδια διάρκεια ή την ίδια συχνότητα. Αλλά το σημαντικό είναι ότι υπάρχουν.
Το φιλικό με τη Φενέρ έδειξε ήδη τη λογική. Στην Κρήτη πήραμε μια πρώτη γεύση από το πώς σκέφτεται ο Μπαρτζώκας. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ ξεκίνησε στην πεντάδα, μαζί με τον Ντόρσεϊ, ενώ ο Φουρνιέ είχε τον δικό του ρόλο στην επίθεση. Αργότερα, καθώς το παιχνίδι προχωρούσε και οι ανάγκες άλλαζαν, ο Ολυμπιακός έφτασε ακόμη και να χρησιμοποιεί τέσσερις περιφερειακούς ταυτόχρονα. Στο φινάλε, μάλιστα, Ντόρσεϊ και Φουρνιέ ήταν εκείνοι που ανέλαβαν μεγαλύτερο βάρος στο σκορ και στην εκτέλεση.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα πρόβα μιας συγκεκριμένης πεντάδας. Είναι περισσότερο μια πρώτη ένδειξη ότι ο Γιώργος Μπαρτζώκας θέλει να έχει πολλούς χειριστές και πολλούς παίκτες που μπορούν να πάρουν μια επίθεση πάνω τους. Και αυτό είναι κάτι που δεν υπήρχε στον ίδιο βαθμό πέρυσι.
Το μεγάλο στοίχημα είναι τα δίδυμα
Ο Ολυμπιακός μπορεί να αλλάζει σημείο αναφοράς μέσα στο ίδιο παιχνίδι. Να ξεκινάει με τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ, να δίνει στη συνέχεια κατοχές στον Μοντέρο, να ψάχνει τον Ντόρσεϊ όταν χρειάζεται εκτέλεση και να αφήνει τον Φουρνιέ να δημιουργήσει από το πλάι ή από την κορυφή.
Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ποικιλία. Και, ταυτόχρονα, μεγαλύτερη απαίτηση από τον προπονητή. Το μεγάλο στοίχημα είναι τα δίδυμα Εδώ βρίσκεται και ο πραγματικός «γλυκός πονοκέφαλος». Γιατί άλλο είναι να έχεις πέντε καλούς περιφερειακούς και άλλο να τους κάνεις να λειτουργούν συμπληρωματικά.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ με τον Ντόρσεϊ έχει ξεκάθαρη λογική: ο πρώτος οργανώνει, ο δεύτερος απειλεί. Ο ένας τραβάει την άμυνα με την μπάλα, ο άλλος μπορεί να βγει από σκριν, να εκτελέσει σε χρόνο μηδέν και να τιμωρήσει μια περιστροφή.
Μίλερ-ΜακΙντάιρ με Μοντέρο είναι διαφορετική ιστορία. Εκεί έχεις δύο guards που μπορούν να δημιουργήσουν με την μπάλα. Είναι ένα δίδυμο που μπορεί να προκαλέσει τεράστια πίεση στην άμυνα, αλλά απαιτεί και σωστή κατανομή κατοχών. Ποιος ξεκινάει την επίθεση; Ποιος παίζει περισσότερο off-ball; Ποιος επιτίθεται μετά το πρώτο close-out;
Και μετά υπάρχει το Μοντέρο – Ντόρσεϊ. Εκεί ο Ολυμπιακός μπορεί να αποκτήσει ένα πολύ επιθετικό backcourt, με έναν guard που μπορεί να δημιουργήσει ρήγμα και έναν καθαρότερο scorer δίπλα του. Ο Φουρνιέ, από την άλλη, είναι η ειδική περίπτωση. Δεν είναι απλώς ένας παίκτης που περιμένει στην αδύνατη πλευρά για να σουτάρει. Μπορεί να κατεβάσει την μπάλα, να επιτεθεί, να παίξει pick ‘n’ roll και να δημιουργήσει για τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό και η παρουσία του δίνει στον Μπαρτζώκα τη δυνατότητα να φτιάξει πεντάδες στις οποίες δεν υπάρχει ένας μόνο «άσος» με την κλασική έννοια.
Περισσότερο ταλέντο, περισσότερες αποφάσεις
Περισσότερο ταλέντο, περισσότερες αποφάσεις. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της νέας περιφερειακής γραμμής. Ο Ολυμπιακός έχει πλέον περισσότερους παίκτες που μπορούν να κάνουν κάτι με την μπάλα. Να δημιουργήσουν. Να σκοράρουν. Να επιτεθούν. Να τραβήξουν βοήθεια. Να πάρουν μια δύσκολη κατοχή στα χέρια τους. Και αυτό μεταφέρει μέρος του βάρους από την ομαδική δημιουργία στην ατομική ικανότητα των guards.
Φυσικά, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Όσο αυξάνεται η ποιότητα και το ταλέντο, αυξάνονται και οι απαιτήσεις στη διαχείριση. Δεν γίνεται όλοι να έχουν την μπάλα στα χέρια για δέκα κατοχές. Δεν γίνεται όλοι να αισθάνονται πρωταγωνιστές στην ίδια πεντάδα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δουλειά του Μπαρτζώκα. Να βρει ποιος ταιριάζει με ποιον. Ποιος χρειάζεται την μπάλα. Ποιος μπορεί να παίξει χωρίς αυτή. Ποιος πρέπει να κλείνει τα παιχνίδια. Και, κυρίως, ποιο δίδυμο δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα στον αντίπαλο.
Γίνεται απρόβλεπτος
Ο Ολυμπιακός μπορεί να γίνει απρόβλεπτος. Αν κάτι έχει αρχίσει να φαίνεται στα πρώτα φιλικά, είναι ότι ο νέος Ολυμπιακός μπορεί να έχει περισσότερες επιθετικές εκδοχές από τον περσινό. Δεν χρειάζεται κάθε βράδυ να είναι ο ίδιος παίκτης ο πρωταγωνιστής. Και αυτό είναι σημαντικό σε μια τόσο μεγάλη σεζόν. Μια μέρα μπορεί να είναι ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ ο εγκέφαλος. Την επόμενη ο Μοντέρο να βρει χώρους και να δημιουργήσει ρήγματα. Σε άλλο παιχνίδι ο Ντόρσεϊ να πάρει φωτιά. Και σε μια κρίσιμη κατοχή ο Φουρνιέ να πάρει την μπάλα και να αποφασίσει.
Αυτό το στοιχείο της απρόβλεπτης παραγωγής μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλο όπλο. Δεν σημαίνει ότι ο Ολυμπιακός βρήκε από τώρα την ιδανική πεντάδα. Ούτε ότι όλα τα δίδυμα θα λειτουργήσουν το ίδιο καλά. Τα φιλικά είναι ακριβώς για να δοκιμάζονται τέτοια πράγματα.
Αλλά η πρώτη εικόνα είναι ξεκάθαρη: ο Μπαρτζώκας δεν έχει πλέον πρόβλημα να βρει δημιουργία. Έχει το ευχάριστο πρόβλημα να αποφασίσει ποια δημιουργία θέλει κάθε φορά. Και όταν ένας προπονητής που αγαπά τόσο πολύ την προσαρμογή και το διάβασμα του παιχνιδιού αποκτά πέντε περιφερειακούς με τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά, ο «γλυκός πονοκέφαλος» γίνεται μέρος του πλεονεκτήματος.
Το ζητούμενο τώρα είναι να μετατρέψει την ποσότητα των λύσεων σε ποιότητα αποφάσεων. Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι μεγάλες ομάδες δεν κρίνονται από το πόσους καλούς παίκτες έχουν. Κρίνονται από το πόσο καλά μπορούν να τους κάνουν να λειτουργούν μαζί.