Είναι νωρίς για συμπεράσματα, αλλά όχι για πρώτες ενδείξεις όσον αφορά τον ανανεωμένο πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακό. Κράτησε τον βασικό κορμό του, έχασε παίκτες, αλλά οι νέες προσθήκες γοητεύουν, εντυπωσιάζουν και τον ανεβάζουν επίπεδο. Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να βλέπεις μία ομάδα, μόλις στην αρχή της προετοιμασίας, να παρουσιάζει τόσο μεγάλη ένταση, διάθεση και αγωνιστική συνέπεια. Και μάλιστα απέναντι σε δύο ομάδες επιπέδου EuroLeague, τη Φενέρμπαχτσε και τον Ερυθρό Αστέρα.
Προφανώς και είναι νωρίς. Πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Τα φιλικά προετοιμασίας δεν είναι επίσημοι αγώνες επιπέδου EuroLeague, ούτε μπορείς να προβλέψεις από δύο αγώνες τι θα συμβεί όταν η μπάλα θα αρχίσει πραγματικά να καίει. Όμως άλλο τα τελικά συμπεράσματα και άλλο οι πρώτες ενδείξεις. Και αυτές που έδωσε ο Ολυμπιακός στο μεγαλύτερο κομμάτι του τελικού με τον Ερυθρό Αστέρα ήταν κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικές. Ήταν απολαυστικές.
Γενικότερα, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αυτή την ομάδα να παίζει ένα μπάσκετ υψηλού επιπέδου δίχως το βάρος του «πρέπει». Η EuroLeague κατακτήθηκε με κυριαρχικό τρόπο στη σεζόν που πέρασε, προφανώς και θέλει να κάνει το repeat, αλλά πλέον δεν έχει τον «βραχνά» των τελευταίων ετών. Έχει απελευθερωθεί.
Οι «ερυθρόλευκοι» στην Κρήτη -αν και είχαν απουσίες, παίζοντας χωρίς τον MVP Σάσα Βεζένκοφ για λόγους ξεκούρασης- παρουσίασαν ένα θελκτικό μπάσκετ με διαρκή κίνηση, γρήγορη κυκλοφορία και πολλούς διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Η μπάλα έφευγε γρήγορα από τα χέρια, οι παίκτες άλλαζαν ρόλους, οι επιθέσεις δεν είχαν πάντα τον ίδιο εκφραστή και η άμυνα παρέμενε σταθερά μέσα στην εξίσωση. Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο από όσα είδαμε στο Ηράκλειο.
Οι απαντήσεις των «νέων»

Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Μοντέρο και Εντιαγέ έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις. Και μέσα σε αυτή την εικόνα υπήρχε ένα πολύ σημαντικό ερωτηματικό: τι μπορούν να προσφέρουν οι νέες μεταγραφές; Η πρώτη απάντηση ήρθε από τον Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ, η δεύτερη από τον Ζαν Μοντέρο και η τρίτη, ίσως η πιο εντυπωσιακή, από τον Μουσταφά Εντιαγέ.
Ο Μοντέρο, μάλιστα, δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο χρόνο για να συστηθεί. Στο πρώτο του παιχνίδι με τη φανέλα του Ολυμπιακού, έχοντας κάνει λίγες μόλις προπονήσεις με τους νέους συμπαίκτες του, έδειξε γιατί υπήρχε τόσος θόρυβος γύρω από το όνομά του. Το buzzer τρίποντο στο τέλος της περιόδου ήταν απλώς η εισαγωγή. Το πραγματικό ενδιαφέρον βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο διάβαζε το παιχνίδι, στην άνεσή του με την μπάλα και στην ικανότητά του να δημιουργεί χωρίς να χρειάζεται να σταματήσει η επίθεση για να του δοθεί ολόκληρη. Έδειξε πως απολαμβάνει που έχει γίνει μέρος αυτού του συνόλου, του συγκεκριμένου προπονητή, έχοντας για συμπαίκτες παίκτες πρώτης γραμμής.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ, από την άλλη, έδειξε πόσο διαφορετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένας παίκτης με τα δικά του χαρακτηριστικά. Ο νέος βασικός playmaker του Ολυμπιακού μπορεί να οργανώσει, να πιέσει στην άμυνα, να τρέξει την ομάδα, αλλά και να παίξει χωρίς την μπάλα όταν αυτή περάσει στα χέρια του Φουρνιέ ή κάποιου άλλου δημιουργού. Και κάπου εκεί βρίσκεται μία από τις μεγάλες διαφοροποιήσεις του φετινού Ολυμπιακού: δεν είναι υποχρεωμένος να έχει έναν και μοναδικό παίκτη που θα αποφασίζει τι θα γίνει σε κάθε κατοχή. Το ίδιο είδαμε και με τον Μοντέρο, όταν ο Ντόρσεϊ ανέλαβε να κατεβάσει την μπάλα. Ρόλοι που εναλλάσσονται, σχήματα που αλλάζουν και ένας αντίπαλος που πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεται.
Και μετά ήρθε ο Εντιαγέ, ο νέος πάουερ-φόργουορντ του Ολυμπιακού, ο οποίος είναι αρκετά διαφορετικός ψηλός από τον Άλεκ Πίτερς. Ο παίκτης που την Παρασκευή έδειχνε ακόμη να ψάχνει τα πατήματά του, στον τελικό εμφανίστηκε πολύ πιο απελευθερωμένος. Δύο στα δύο τρίποντα για ξεκίνημα, κάρφωμα ως trailer, ενέργεια σε κάθε κατοχή και μία φάση που τα είπε όλα: λόμπα του Ντόρσεϊ στον αιφνιδιασμό, χαμένο στο τσακ κάρφωμα, επιστροφή του Εντιαγέ στην άμυνα και τάπα στην ίδια φάση.
Οι προσθήκες φέρνουν διαφορετικές αγωνιστικές πόρτες

Αυτό ακριβώς είναι το είδος της συμπεριφοράς που κάνει έναν προπονητή να χαμογελά. Δεν είδαμε μόνο καινούργια πρόσωπα, είδαμε περισσότερες λύσεις. Το πιο σημαντικό, όμως, δεν ήταν ότι ο Ολυμπιακός πήρε πράγματα από τις μεταγραφές του. Ήταν ότι οι νέες προσθήκες δείχνουν να ανοίγουν διαφορετικές αγωνιστικές πόρτες.
Είδαμε δίδυμους πύργους με Τζόουνς και Χολ απέναντι στη Φενέρμπαχτσε, αλλά και με Τζόουνς και Μιλουτίνοφ απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα. Είδαμε ακόμη και τρεις καθαρόαιμους point guards μαζί, με Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Μοντέρο και Τζόζεφ στο ίδιο σχήμα. Και το ακόμη πιο ενδιαφέρον; Κανείς δεν φοβήθηκε να σουτάρει.
Ο Εντιαγέ, ο Τζόζεφ, ο Νετζήπογλου. Όποιος βρήκε ελεύθερο πεδίο, εκτέλεσε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να ψάξει πρώτα τον «σταρ» της πεντάδας. Αυτό δημιουργεί μία ομάδα δύσκολη στην αντιμετώπιση. Γιατί αν προσπαθήσεις να κλείσεις τον έναν, υπάρχει ο άλλος. Αν πιέσεις τον χειριστή, υπάρχει δεύτερος και τρίτος δημιουργός. Αν πας χαμηλά, υπάρχουν σουτέρ. Αν ανοίξεις την άμυνα, υπάρχουν παίκτες που μπορούν να επιτεθούν στον χώρο.
Και όλα αυτά με το γνώριμο αμυντικό φίλτρο του Μπαρτζώκα. Deflections, πίεση στην μπάλα, επιστροφές, βοήθειες, προσήλωση. Το επιθετικό κομμάτι μπορεί να τραβάει τα βλέμματα, όμως ο Ολυμπιακός δεν έπαψε να είναι Ολυμπιακός επειδή απέκτησε περισσότερη δημιουργία και περισσότερα επιθετικά όπλα.
Στην Κρήτη έδειξε κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι το φετινό «Bartzokas Ball» μπορεί να έχει περισσότερα πρόσωπα, περισσότερους δημιουργούς, περισσότερη ενέργεια και περισσότερους τρόπους για να πληγώσει τον αντίπαλο. Το πραγματικό τεστ, φυσικά, θα έρθει αργότερα. Αλλά το μήνυμα από την Κρήτη ελήφθη. Για να εκθρονίσεις τον πρωταθλητή Ευρώπης, δεν αρκεί να τον κερδίσεις. Πρώτα θα πρέπει να βρεις τρόπο να τον εξουδετερώσεις. Και μετά να τον νικήσεις. Και μόνο τότε θα μπορείς να σκεφτείς την… εκθρόνιση.