Δεδομένου πως για τη χωρητικότητα του πορτοφολιού του Τέλη Μυστακίδη υπήρχαν σαφή δείγματα όχι όμως και για την παραγοντική επάρκεια και φιλοσοφία του, η απόκτηση του Οσμάν είχε δυο πιθανές αναγνώσεις.
Η μια αφορούσε έναν ιδιοκτήτη που δεν θα δίσταζε να βάλει το χέρι στην τσέπη δίνοντας «τόσα όσα» για να ανεβάσει το επίπεδο της ομάδας του, η άλλη κάποιον που θα αντιλαμβανόταν την όλη φάση ως μέσο για να κάνει επίδειξη πλούτου ή και την πλάκα του. Η δεύτερη περίπτωση συνυπάρχει με την υποκατηγορία του «αφελή» παράγοντα που ζει με την ψευδαίσθηση ότι οι ομάδες δε χτίζονται αλλά αγοράζονται. Και κατά συνέπεια, όσα περισσότερα πληρώσει, τόσο καλύτερη ομάδα θα φτιάξει.
Δυστυχώς το πιστεύουν ουκ ολίγοι -κυρίως- φίλαθλοι, που ενισχύουν παρόμοιες νοοτροπίες. Αν γινόταν δημοσκόπηση για την καλύτερη πεντάδα όλων των εποχών, αυτή των Γκάλη, Ίνγκραμ, Ναν, Πρέλεβιτς και Σπανούλη θα σάρωνε.
Η λογική θα ήταν κωμικά υπεραπλουστευμένη «40 πόντους αν έβαζε ο καθένας, θα έφταναν τους 200. Ποια ομάδα θα τους κέρδιζε, πετυχαίνοντας 201;» Προφανώς μπερδεύουν το μπάσκετ με την αριθμητική και δεν έχουν καταλάβει ότι για να βάλει ο Γκάλης τη 40άρα, ο Γιαννάκης έπρεπε να ματώσει για να κλέψει μπάλες, σακατεύοντας γόνατα κι αγκώνες.
Στο θέμα μας τώρα, η απόσυρση ενδιαφέροντος για τον Τολιόπουλο αποτέλσε ευχάριστη προσγείωση, καθώς ήταν σημάδι ότι ο Μυστακίδης ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Αυτή του εύπορου ιδιοκτήτη που δε διστάζει να τα «χώσει χοντρά», αλλά έχει μέτρο και δεν κάνει τρέλες μόνο για το θεαθήναι.
Εκ πρώτης ανάγνωσης ίσως φαίνεται αντιφατικό, αλλά στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και ο Ρίτσαρντ Σιάο του Άρη, που κατά τα φαινόμενα θα αποσπάσει την υπογραφή του αθλητή.
Θα το καταφέρει όμως χωρίς να μπει σε διαδικασία πλειστηριασμού χάριν εντυπώσεων, η γραμμή της διοίκησης του Άρη ήταν ξεκάθαρη από την αρχή: Τόσο αξιολογούμε τον παίκτη, αυτά δίνουμε. Ούτε σεντ παραπάνω.
Τελικά αμφότεροι είναι κερδισμένοι ο μεν Άρης θα ενισχυθεί με έναν εξαιρετικό παίκτη, ο δε ΠΑΟΚ έδωσε σαφές μήνυμα ορθολογικής νοοτροπίας. Το όποιο είχε προλάβει να δώσει ο Άρης με την άρνηση συμμετοχής σε πλειοδοσία.
Για περιπτώσεις σαν του Τολιόπουλου βέβαια έχει εφευρεθεί ο όρος «επικοινωνιακή νίκη», η αξία της οποίας παραμένει ακατανόητη.
Επικοινωνιακή νίκη για τον Άρη επειδή θα αποκτήσει τον Τολιόπουλο, που τον ήθελε ο ΠΑΟΚ αλλά απέσυρε το ενδιαφέρον του;
Επικοινωνιακή νίκη του ΠΑΟΚ επί του Παναθηναϊκού επειδή πλήρωσε τη ρήτρα του Οσμάν, προσφέροντάς του υψηλότερες απολαβές και συμβόλαιο τριετίας;
Ενδεχόμενη επικοινωνιακή νίκη του ΠΑΟΚ επί του Ολυμπιακού αν αύριο μεθαύριο αποσπάσει την υπογραφή του Γιαννούλη, ενώ ο τελευταίος έχει προ πολλού αποσύρει το ενδιαφέρον του;
Οι νίκες συνοδεύονται πάντα από κάποιο τρόπαιο, μια ανταμοιβή, η Αργεντινή κέρδισε την Αγγλία, ο Σίνερ τον Τζόκοβιτς και προκρίθηκαν σε τελικούς. Αύριο στο Νιου Τζέρσεϊ θα κερδίσει μια εκ των Ισπανίας – Αργεντινής και θα κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Μιλάμε για κάτι απτό και χειροπιαστό που θα μνημονεύεται και από τις επόμενες γενιές, ποιο είναι άραγε το αντίκρισμα των νικών που έχουν βαπτιστεί «επικοινωνιακές;»
Ρητορικό το ερώτημα, προφανώς ο όρος έχει επινοηθεί για να βρίσκουν νόημα στη ζωή τους οι διαρκώς αυξανόμενοι αργόσχολοι πελάτες των social, που ξοδεύουν το χρόνο τους γράφοντας «ο δικός μας έχει καλύτερα στατιστικά από το δικό σας και είναι πιο γρήγορος σύμφωνα με το βιογραφικό του – ναι αλλά ο δικός σας δεν είσαι τόσο καλός ντριπλέρ όσο ο δικός μας, που έχει και έντονο sex appeal όπως γράφει το AI.»
Μιλάμε για παιχνίδι με μοναδικό έπαθλο την πιστοποίηση περιορισμένου IQ, που εντούτοις κυριαρχεί και λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν.
Αν οι επικοινωνιακές νίκες διέθεταν έστω και στοιχειώδες έρεισμα, είναι απορίας άξιον γιατί το Μάιο πανηγύρισαν μόνο οι ΑΕΚτσήδες επειδή σήκωσαν το πρωτάθλημα και όχι οι ΠΑΟΚτσήδες που είχαν την καλύτερη επίθεση ή οι Ολυμπιακοί για τον τίτλο του πρώτου σκόρερ που κατέκτησε ο Ελ Κααμπί…