ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΑΦΟΥΖΟΣ / Eurokinissi
Η αξιολόγηση των προπονητών γίνεται πάντα στο πόδι και δε διαφέρει από την αντίστοιχη για αθλητές – ομάδες. Δοκάρι και μέσα – προπονητάρα, φοράκλα και ομαδάρα, δοκάρι και έξω -, προπονητής από τα Lidl, άμπαλος κι ομάδα για τα πανηγύρια.
Χιλιοειπωμένα αυτά αλλά και σταθερές αξίες.
Το 2019 ο Λουτσέσκου ήταν μαέστρος, άμα τη επιστροφή του υποβιβάστηκε σε εμμονικό προπονητή της σειράς, με ένα ενδιάμεσο διάλειμμα το 2024 όπου προσωρινά έγινε πάλι μαέστρος. Την πρώτη χρονιά ο Αλμέιδα ήταν αυτός που ο Γκουαρντίολα δεν ήταν άξιος ούτε για να του δέσει τα κορδόνια, δυο χρόνια μετά αποχώρησε ως αποτυχημένος. Προς τα εκεί βαδίζει κι ο Μεντιλίμπαρ της περιόδου που μας συστήθηκε, σε σχέση με το σήμερα.
Αν γινόταν ποτέ ποδοσφαιρικό final 4 στα μπασκετικά πρότυπα με συμμετοχή των τεσσάρων κορυφαίων προπονητών του κόσμου -ας πούμε Γκουαρντιόλα, Ενρίκε, Κλοπ, Αρτέτα- δε θα ήταν δυνατό να κερδίσουν και οι τέσσερις. Οπότε σύμφωνα με τα υφιστάμενα κριτήρια, ο πρώτος θα ήταν προπονηταράς και ο τελευταίος δε θα ήταν άξιος ούτε για τοπικό ΕΠΣ.
Οι επιτυχίες αφορούν στιγμές και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον ανταγωνισμό, όπως και μιας σωστής ή λάθος επιλογής του προπονητή ή του ιδιοκτήτη που αρκεί για να καθορίσει την πορεία της χρονιάς. Κι επειδή ο μόνος που έχει το αλάθητο είναι ο Πάπας, επικρατεί όποιος κάνει τα λιγότερα. Χωρίς αυτό να μειώνει την αξία των υπολοίπων.
Οι προπονητές κάνουν πολλά τα οποία είτε δεν αντιλαμβανόμαστε εμείς οι τριγύρω, είτε τα εκτιμούμε ελάχιστα. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η κατεύθυνση της μπάλας, αφού τρακάρει στο δοκάρι.
Ο Λουτσέσκου με τον οποίον ξεκινήσαμε, ερχόμενος το 2017 στον ΠΑΟΚ βρέθηκε εν μέσω του σίριαλ για την επιστροφή του Βιεϊρίνια που κράτησε σχεδόν ολόκληρο καλοκαίρι. Η επιλογή είχε γίνει πριν την έλευση του Ρουμάνου κι ο Αντρέ προοριζόταν για πλάγιος επιθετικός. Αυτή ήταν η θέση που είχε καθιερωθεί στην πρώτη θητεία του, ακόμη κι αν στις μετέπειτα χρονιές σε Βόλφσμπουργκ κι Εθνική Πορτογαλίας έγινε ανάμνηση.
Ο Λουτσέσκου διέγνωσε άμεσα ότι στα 30+ του και μετά από την πολυετή καταπόνηση της Μπουντεσλίγκα, δεν είχε την απαιτούμενη έκρηξη ίσως και αντοχές για κάλυψη της θέσης. Έτσι τον μετέτρεψε σε αριστερό μπακ, με τον ΠΑΟΚ να προσθέτει στο οπλοστάσιό του ένα κρυφό πυρηνικό όπλο.
Οι αντίπαλοι διέθεταν επιτελικούς κι εμείς τον Μπίσεσβαρ, είχαμε όμως συν έναν πλάγιο αμυντικό σε ρόλο play maker από τα μετόπισθεν. Δυο επιτελικούς δηλαδή.
Η σύλληψη, η εφαρμογή και η αξιοποίηση της ιδέας πιστώνεται 100% στον προπονητή. Αν ο ΠΑΟΚ του 2017 συνέχισε με εκείνον τον απίθανο Στανόγεβιτς, η χρονιά θα ήταν αποτυχημένη κι ο Βιεϊρίνια που μάλλον δεν θα κατάφερνε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του εξτρέμ, θα συγκαταλεγόταν στην υπεράριθμη λίστα των βετεράνων που είχαν ως μοναδικό στόχο το εφάπαξ και τα τελευταία ένσημα πριν τη σύνταξη.
Το 2022 που ο Αλμέιδα πήγε στην ΑΕΚ, βρήκε μεταξύ άλλων τον Λιβάι Γκαρσία που στα κιτάπια της ΠΑΕ αναφέρονταν ως πλάγιος επιθετικός. Με διαστάσεις κάπως πιο large σε σχέση με το συνήθη σωματότυπο που απαιτεί η θέση αλλά και έφεση στο σκοράρισμα. Η διάγνωση ότι πρόκειται για το επόμενο φορ περιοχής που θα κάνει παπάδες, δεν άργησε.
Και από το πουθενά, η ΑΕΚ εξασφάλισε έναν δεινό σκόρερ χωρίς να ξοδέψει ευρώ και άνευ ρίσκου. Αρκούσε μια εσωτερική αλλαγή, χάρη στο διορατικό μάτι του Αργεντινού.
Το ίδιο διορατικό μάτι παρεμπιπτόντως έδωσε στον Αραούχο έναν πολυδιάστατο και απρόβλεπτο για τις προδιαγραφές του ρόλο, μετατρέποντας τον σε 6 – 8άρι με δικαίωμα να μπουκάρει και στην αντίπαλη περιοχή, αφού τη θέση «την είχε».
Αποποιούμενος τον τίτλο του «ειδικού» σε θέματα ΑΕΚ, εικάζω πως η αποχώρηση του Αραούχο το καλοκαίρι του 2024, έπαιξε το ρολό της για τη χρονιά «ανέκδοτο» που ακολούθησε.
Πλησιάζοντας στο φινάλε, ομολογώ ότι ο τίτλος του άρθρου είναι παραπλανητικός, χωρίς ωστόσο να ξεφεύγει από τα δημοσιογραφικά όρια.
Ο Γιάννης Αλαφούζος δεν είναι υποχρεωμένος να ευχαριστήσει τον Αλμέιδα για τη «φλασιά» να αλλάξει θέση στο Γκαρσία, εξαιτίας αυτής όμως βρήκε μια αξιόπιστη λύση. Τον Αργεντινό τον ευχαρίστησε η πρώην ομάδα του εξαίροντας την προσφορά του, μέσα στην οποία περιλαμβάνονται τα πάντα. Ευχαριστίες απηύθυνε κι ο ίδιος ο Λιβάι, αναγνωρίζοντας ότι η ιδέα του Αλμέιδα τον βοήθησε να ανοίξει τα φτερά και να διευρύνει το κασέ του.
Το κεντρικό νόημα με αφορμή τη απόκτηση του Λιβάι από τον Παναθηναϊκό, αφορά τον πολυμορφικό ρόλο του προπονητή σε κάθε ομάδα.
Μια μίνι αναδρομή σε ονόματα προπονητών που βρήκαν ασημικά και τα μεταμόρφωσαν σε χρυσαφικά επιβεβαιώνει πως τίποτα δε γίνεται τυχαία και από τον οποιονδήποτε. Ο Αντσελότι άλλαξε θέση στον Πίρλο καθιερώνοντας τον ως δημιουργικό εξάρι, ο Βενγκέρ έκανε φορ τον Ανρί με συνέπεια να γίνει άγαλμα, ο Γκουαρντόλα ανέδειξε το Μασεράνο ως στόπερ, όπως κι ο Μουρίνιο το Ράμος.
Στην Ελλάδα ο Γιάτσεκ Γκμοχ βρήκε τις ιδανικές θέσεις σε Μαυρίδη και αείμνηστο Μητσιμπόνα εκτοξεύοντας την καριέρα τους, το ίδιο κι ο Μπάγεβιτς μετακινώντας το Γεωργάτο στα μετόπισθεν.
Αυτονόητο βέβαια ότι πρόκειται για χαρίσματα αξιόλογων προπονητών που εκτός από τα παιχνίδια και τους αντιπάλους, «διαβάζουν» και τα χαρακτηριστικά των δικών τους παικτών, με αποτέλεσμα να κερδίζουν και οι ομάδες τους και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές.