Εν μέσω των αμέτρητων αφιερωμάτων που κυκλοφορούν από χθες για τον Γιώργο Μαζωνάκη, διαπίστωσα πως το μόνο σουξέ του που αναγνώριζαν τα αφτιά μου ήταν το Gucci φόρεμα. Όχι επειδή μου άρεσε αλλά γιατί ακουγόταν παντού, σε ταξί έμπαινες, ραδιόφωνο άνοιγες, τηλεόραση έβλεπες, για μπύρα με φίλους έβγαινες, αυτό έπαιζε.
Οπότε μερικές γραμμές από κάποιον σαν κι εμένα που όχι δεν ήμουν ποτέ fan του ποτέ αλλά δε θα πήγαινα πότε στο κέντρο που τραγουδά με όλες τις «ζημιές» κερασμένες, έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης που αγαπήθηκε, ο κόσμος δε στεναχωριέσαι τόσο για την απώλεια του ως πρόσωπο. Το αβάσταχτο του πόνου σε αυτές τις περιπτώσεις αφορά τους πολύ κοντινούς συγγενείς, άντε και κάποιους στενούς συνεργάτες.
Οι υπόλοιποι μελαγχολούν γιατί με την εκδημία του νοιώθουν πως σβήνει η ζωντάνια των στιγμών και των αναμνήσεων που συνδέθηκαν με το ηχόχρωμα της φωνής και το περιεχόμενο των στίχων του. Στην περίπτωση Μαζωνάκη περικλείεται εντός, το σουλούπι, η κινησιολογία κι η εν γένει εκκεντρικότητά του.
Αυτός ήταν ο λόγος που το κοινό του εκτός από μεγάλο δεν έμπαινε σε καλούπι, ήταν αχρωμάτιστο, με ασύμβατα χαρακτηριστικά. Ενίοτε και ασυμβίβαστα.
Δεδομένου ότι η μουσική φωτογραφίζει απόλυτα ιδιομορφίες και ψυχικές ροπές, το είδος που προτιμά ο καθένας αποτυπώνεται στο dress code, στη συμπεριφορά, στο στυλ, σε κάθε τι που κουβαλάει πάνω του και μέσα του.
Οι fans του Μαζωνάκη είχαν ακαθόριστο μουσικό DNA, επρόκειτο για μπούγιο ποικίλων προελεύσεων.
Τελείωναν οι συναυλίες του κι οι θαυμαστές του διασκορπίζονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, άλλος για να βρει την παρέα του σε ρεμπετάδικο, άλλος πήγαινε σε κουτούκι, άλλος για να τα σπάσει στο μπουζουξίδικο, άλλος σπίτι του για να γουστάρει ροκιές. Άλλος πάλι, ήταν εντελώς άμουσος.
Έβλεπες κάποιον μεγαλοδικηγόρο, σοβαρό άνθρωπο με κοινωνικό εκτόπισμα, που μπορεί σπίτι του να είχε 5000 βινύλια κλασικής μουσικής τα οποία και απολάμβανε τα βράδια πίνοντας καρτερικά ένα ποτήρι μπράντι. Όταν άκουγε Μαζώ έπεφτε στα πατώματα και χτυπιόταν. Κι αναρωτιόσουν αν πρόκειται για τον άνθρωπο που γνώριζες..
Το ίδιο ακαθόριστο και το μουσικό στίγμα του, δεν ήταν Καζαντζίδης να τραγουδά για τον πόνο της ξενιτιάς, ούτε Βασίλης Καρράς να μετουσιώνει την καψούρα σε στίχους.
Το ρεπερτόριο του Μαζώ κολλούσε σε στιγμές χαράς, λύπης, ενθουσιασμού, τρέλας και απόγνωσης.
Ως τρίτος και εν πολλοίς άσχετος, ομολογώ ότι είχε κάτι που άγγιζε το μέσο άνθρωπο ανεξαρτήτως προέλευσης, γούστων, συνηθειών και ακουσμάτων.
Ανεξήγητα τα παραπάνω, πιστοποιούν ωστόσο ότι ο καλλιτέχνης ήταν μια κατηγορία μόνος του. Κιι επειδή η μουσική ακτινογραφεί τα σώψυχα του καθενός, δεν υπάρχει λόγος να αναζητήσεις την αιτία πολλώ μάλλον να την ερμηνεύσεις. Απλά κουβαλούσε ένα ανεξήγητο κάτι…
Οι αντιδράσεις του κοινού μάλιστα τις ουκ ολίγες φορές -ειδικά το τελευταίο διάστημα- που απασχόλησε αρνητικά την κοινή γνώμη, δεν είχε καμία σχέση με τη συνήθη ανθρωποφαγία.
Η μάζα συνηθίζει να απαξιώνει εν ριπή οφθαλμού αυτούς που έχρισε ως ινδάλματα, ίσως επειδή μέσα του κρύβει μια ορμέμφυτη ζήλια για κάθε πετυχημένο άνθρωπο.
Και σε κάθε ευκαιρία, βγάζει το άχτι του.
Ο Μαζώ ήταν η εξαίρεση, ο κόσμος συνέχισε να τον αντιμετωπίζει με συμπάθεια και κατανόηση, ίσως επειδή σε αντίθεση με τους λοιπούς «αναγνωρίσιμους και διάσημους» δεν προσποιήθηκε ποτέ ότι είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά ήταν.
Επρόκειτο για τον κλασικό τύπο που σε υπαίθρια καντίνα μετά από κραιπάλη μπορούσε να συζητάει με αγνώστους ως καθημερινός άνθρωπος καταβροχθίζοντας «βρώμικο», αδιαφορώντας για τους πίνακες αφηρημένης τέχνης που ζωγράφιζαν οι μουστάρδες στη μπλούζα του.
Αυτό επισφράγισε τελικά το πέρασμά του από τη μουσική ζωή και έκανε τον κόσμο να τον λατρέψει.
Ότι σε όλα του ήταν αυθεντικός και δεν προσπάθησε ποτέ να πουλήσει επιτηδευμένο καθωσπρεπισμό.