luismondi
Ο Λουίς Μόντι κατέχει ένα από τα πιο παράξενα και εντυπωσιακά ρεκόρ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Υπήρξε ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε σε δύο τελικούς Μουντιάλ με δύο διαφορετικές εθνικές ομάδες.
Το 1930 φόρεσε τη φανέλα της Αργεντινής στον πρώτο τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου απέναντι στην Ουρουγουάη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 10 Ιουνίου 1934, στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ιταλία, γράφοντας ιστορία με ένα επίτευγμα που δύσκολα θα επαναληφθεί, τουλάχιστον όσο παραμένουν οι σημερινοί διεθνείς κανονισμοί.
Το ρεκόρ που δύσκολα θα σπάσει
Ο Μόντι γεννήθηκε στην Αργεντινή, όμως αργότερα πήρε την ιταλική υπηκοότητα και αγωνίστηκε με τη Σκουάντρα Ατζούρα. Εκείνη την εποχή οι κανονισμοί επέτρεπαν τέτοιες αλλαγές εθνικής ομάδας, κάτι που σήμερα δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο για ποδοσφαιριστές που έχουν ήδη αγωνιστεί σε επίπεδο ανδρών με άλλη χώρα.
Έτσι, το δικό του ρεκόρ μοιάζει σχεδόν αδύνατο να ισοφαριστεί. Ο τελευταίος που θα μπορούσε να πλησιάσει κάτι αντίστοιχο ήταν ο Φέρεντς Πούσκας, ο οποίος μετά την Ουγγαρία αγωνίστηκε με την Ισπανία στο Μουντιάλ του 1962, χωρίς όμως να φτάσει ξανά σε τελικό.
Πριν γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ιταλία, ο Μόντι είχε ήδη χτίσει μεγάλο όνομα στην Αργεντινή. Με τη Σαν Λορέντζο κατέκτησε πρωταθλήματα το 1923, το 1924 και το 1927, ενώ με την εθνική ομάδα της χώρας του έφτασε στην κατάκτηση του Copa América 1927 και στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων του 1928.
Η μεταγραφή του στη Γιουβέντους ήρθε μετά τις εμφανίσεις του στο Μουντιάλ του 1930. Στην αρχή δυσκολεύτηκε, όμως στη συνέχεια βελτιώθηκε εντυπωσιακά και εξελίχθηκε σε βασικό κομμάτι της ομάδας που κυριάρχησε στην Ιταλία. Με τη φανέλα της Γιουβέντους κατέκτησε τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα, το 1932, το 1933, το 1934 και το 1935, ενώ αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους μέσους της εποχής του.
Η… ταυτότητά του ως ποδοσφαιριστής
Ο Μόντι ήταν ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να καταστρέψει το παιχνίδι του αντιπάλου, αλλά και να ξεκινήσει επιθέσεις από χαμηλά. Για την εποχή του θεωρούνταν ένας από τους κορυφαίους σέντερ χαφ στον κόσμο. Τα παρατσούκλια του έλεγαν πολλά. Το «Doble Ancho», δηλαδή «διπλό πλάτος», αναφερόταν στη σωματοδομή και στις φαρδιές πλάτες του, ενώ το «El Terror» αποτύπωνε τον φόβο που προκαλούσε στους αντιπάλους με το σκληρό και συχνά αντιαθλητικό παιχνίδι του.
Στο Μουντιάλ του 1930, ο Μόντι είχε κομβικό ρόλο στην πορεία της Αργεντινής μέχρι τον τελικό. Σκόραρε απέναντι στη Γαλλία, είχε έντονη παρουσία στο κέντρο και ήταν από τους παίκτες που σημάδεψαν εκείνη τη διοργάνωση. Ωστόσο, ο τελικός απέναντι στην Ουρουγουάη εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Χρόνια αργότερα έγινε γνωστό ότι πριν από το παιχνίδι είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή του ίδιου και της μητέρας του σε περίπτωση νίκης της Αργεντινής. Ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι φοβήθηκε τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο ποδόσφαιρο. Η Αργεντινή ηττήθηκε με 4-2 και ο Μόντι έφυγε από τον πρώτο τελικό Μουντιάλ με ένα βάρος που τον ακολούθησε για χρόνια.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μόντι βρέθηκε στην άλλη πλευρά της ιστορίας. Πλέον αγωνιζόταν με την Ιταλία, σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που είχε τεράστια πολιτική σημασία για το καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι. Η Ιταλία είχε επενδύσει πολλά στη διοργάνωση και ο τίτλος θεωρούνταν σχεδόν υποχρέωση. Στην ομάδα υπήρχαν και άλλοι «οριούντι», ποδοσφαιριστές δηλαδή από τη Λατινική Αμερική με ιταλικές ρίζες, όπως οι Ραϊμούντο Όρσι, Ενρίκε Γκουάιτα, Ατίλιο Ντεμαρία και Ανφιλοτζίνο Γκουαρίζι. Ο Μόντι ήταν βασικός στη μεσαία γραμμή και είχε καθοριστική συμβολή στην πορεία μέχρι τον τελικό. Στα νοκ άουτ η Ιταλία απέκλεισε την Ισπανία και την Αυστρία, πριν αντιμετωπίσει την Τσεχοσλοβακία στον τελικό.
Στον τελικό του 1934, η Τσεχοσλοβακία προηγήθηκε με τον Άντονιν Πουτς, όμως η Ιταλία ισοφάρισε στο 86’ με τον Όρσι και ολοκλήρωσε την ανατροπή στην παράταση με γκολ του Άντζελο Σκιάβιο. Η Ιταλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο και ο Λουίς Μόντι έγινε ο πρώτος και μοναδικός ποδοσφαιριστής που είχε παίξει σε τελικό Μουντιάλ με δύο διαφορετικές χώρες, χάνοντας με τη μία και κατακτώντας το τρόπαιο με την άλλη.
Ο Μόντι συνέχισε στη Γιουβέντους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, ενώ σταμάτησε να αγωνίζεται με την εθνική Ιταλίας το 1936. Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής, περνώντας από ομάδες όπως η Τριεστίνα, η Γιουβέντους, η Βαρέζε, η Αταλάντα, η Ουρακάν και η Πίζα. Έφυγε από τη ζωή στις 9 Σεπτεμβρίου 1983, όμως το όνομά του παραμένει ζωντανό στην ιστορία του ποδοσφαίρου με ένα ρεκόρ που δύσκολα θα σπάσει.