ΠΑΟΚ / ©Eurokinissi
Υπάρχουν ορισμένα πράγματα στο ποδόσφαιρο, που δεν ξεπερνούν απλά αλλά συνθλίβουν τις παραδοσιακές δικαιολογίες ή και τις λογικές αιτιάσεις κακών εμφανίσεων, που επιφέρουν ήττες και αποκλεισμούς.
Από την ημέρα που αποχώρησε ο Λουτσέσκου και κατέστη σαφές ότι ο ΠΑΟΚ θα πορευτεί με νέο προπονητή, οι κίνδυνοι αλλά και οι προσδοκίες ήταν προδιαγεγραμμένες. Το ίδιο θα συνέβαινε σε κάθε ομάδα, άλλωστε.
Έστω κι αν οι «ειδικοί» επιδίδονταν σε αναλύσεις επί αναλύσεων για τα…στοιχεία που έφερνε ο Λίσι στο παιχνίδι, από τα πρώτα κιόλας φιλικά προετοιμασίας που γίνονται μόνο για ξεμούδιασμα.
Το να μην έχει πατήματα μια καινούργια ομάδα, να μην παρουσιάζει υποψία αυτοματισμού παρά μόνο κάποιες μετρημένες ατομικές εξάρσεις, είναι απολύτως φυσιολογικό.
Ο ΠΑΟΚ στις Βρυξέλλες ήταν υποχρεωμένος να κερδίσει, αλλά με το ξεκίνημα του αγώνα νόμιζες ότι οι γηπεδούχοι έψαχναν την ανατροπή.
Ας εντάξουμε και αυτό όμως, στα ελαφρυντικά μιας νεόδμητης ομάδας.
Αυτό που δείχνει ανεξήγητο είναι η επαναλαμβανόμενη σκηνή ειδικά στο πρώτο μισό του ημιχρόνου, με τους παίκτες της γηπεδούχου να αλλάζουν ανενόχλητοι πασούλες γύρω από την περιοχή του ΠΑΟΚ.
Κι αυτούς του ΠΑΟΚ, να τους παρακολουθούν από μακριά.
Ενστικτωδώς γύριζες το χρόνο μερικά χρόνια σε εποχές Covid, πιστεύοντας πως εμφανίστηκε στα αποδυτήρια ο Σωτήρης Τσιόδρας συστήνοντας αποφυγή επαφών και τήρηση αποστάσεων.
Ενδεικτικό το τρίτο γκολ της Άντερλεχτ, ο Σικάν μόνος και ανενόχλητος έχει κατοχή μπάλας εντός της περιοχής του ΠΑΟΚ. Ήρεμος, γαλήνιος και χωρίς την υποτυπώδη πίεση έστω, ζυγίζει, σημαδεύει και ολοκληρώνει με ομολογουμένως αριστοτεχνική εκτέλεση.
Ούτε σε τοπικό πρωτάθλημα δεν έχει καταγραφεί τόσο ανεμπόδιστο γκολ εντός περιοχής σε οργανωμένη επίθεση παρακαλώ και όχι σε φάση αιφνιδιασμού.
Αν ο Σικάν άναβε τσιγάρο περιμένοντας πότε θα τον μαρκάρει αντίπαλος, θα ήταν η αδιαφιλονίκητη υποψηφιότητα για το βραβείο fair play της χρονιάς.
Μετά από μαύρες βραδιές ακούγονται διάφορα, άλλα βάσιμα και άλλα όχι. Συμβαίνει πάντα όταν χάνεις και ψάχνεις κάπου να πιαστείς έστω για να εκτονώσεις το θυμό σου. Στον αγώνα της Τούμπας ήταν η επιλογή του Μιχαηλίδη ως εκτελεστή πέναλτι και η έλλειψη φορ.
Ο ΠΑΟΚ σε τέσσερις αγώνες έχει σκοράρει επτά γκολ, δεν τα λες και λίγα. Οι τελικές στην εστία επίσης δεν είναι θεαματικά περισσότερες, για να τεκμηριωθεί η άποψη ότι με τον Γιακουμάκη ή και τον Πρίγιοβιτς του 2018 θα πετύχαινε κι άλλα. Με τον Σέρβο μάλιστα, το πιθανότερο είναι πως θα είχε δεχτεί περισσότερα από τα έξι που μετράει μέχρι στιγμής στο παθητικό του.
Θυμάμαι πάντως ότι ένα από τα πολλά που χρέωναν στο Λουτσέσκου είναι ότι δεν εμπιστευόταν νέους. Από τα χέρια του τελευταίου αναδείχτηκαν κι έκαναν καριέρα οι Πέλκας, Λημνιός, Γιαννούλης, Κουλιεράκης, Μιχαηλίδης, Κωνσταντέλιας, ενώ πέρσι μας συστήθηκαν οι Μύθου και Χατσίδης. Ευκαιρία λοιπόν να καταστεί απολύτως σαφές και στην πράξη ότι η εξέλιξη ενός ποδοσφαιριστή είναι δύσκολη διαδικασία, δεν αρκεί να του δώσεις φανέλα και να τον χώσεις στα βαθιά χωρίς προεργασία γιατί πιθανότατα θα τον κάψεις.
Το πραγματικό πρόβλημα της ομάδας εξηγήθηκε επαρκώς στο χθεσινό blog που προλόγιζε τον αγώνα και αφορούσε την έλλειψη συγκέντρωσης και καθαρού μυαλού.
Ο ΠΑΟΚ με επτά γκολ ενεργητικό και έξι παθητικό σε τέσσερις αναμετρήσεις, μετράει τρεις κόκκινες (!!!) στους αγώνες με την Άντερλεχτ που ήταν οι μοναδικοί απαιτητικοί μέχρι τώρα.
Καμία από τις αποβολές δεν ήταν για σκληρό μαρκάρισμα που θα περιείχε ελαφρυντικά, οι χθεσινές μάλιστα σε χρονικό σημείο που η πρόκριση είχε σχεδόν κριθεί. Αν αυτό δεν μαρτυρά θολωμένο μυαλό, βρείτε εσείς την εξήγηση.
Η ομάδα δείχνει μπερδεμένη, χωρίς προσανατολισμό και αποτυπώνεται στη συνολική αγωνιστική εικόνα όπως και στα νεύρα των παικτών.
Άγνωστο αν η τακτική του Λίσι δεν προσφέρει αυτοπεποίθηση στους παίκτες ή απαιτείται χρόνος μέχρι να τους εμπνεύσει.
Έχοντας παρακολουθήσει όμως τη συμπεριφορά αρκετών ομάδων μέχρι να αφομοιώσουν τις τακτικές του προπονητή, πουθενά δεν καταγράφηκαν εικόνες που έδειχναν ότι οι παίκτες βρίσκονταν άλλου γι αλλού.