O Bάντσικ / © Glomex
Σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στην εκπομπή «Καλύτερα Αργά» με την Αθηναΐδα Νέγκα, ο θρυλικός τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού, Γιόζεφ Βάντσικ, ξετύλιξε το κουβάρι της πορείας του, από τα πρώτα του βήματα στην κομμουνιστική Πολωνία μέχρι τις μεγάλες στιγμές στα ελληνικά γήπεδα.
«Σαν ποδοσφαιριστής, νομίζω ότι βοήθησα τον Παναθηναϊκό και αυτοί με βοήθησαν και περνούσα φανταστικά με τις χαρές, με τις λύπες… Άμα θέλεις να είσαι σε φόρμα, σε αυτή τη θέση, μπορεί να έχεις δύο – τρεις κακές στιγμές και να σε παίρνει από κάτω. Ο τερματοφύλακας πρέπει να είναι δυνατός σε χαρακτήρα.
Σε δύο παιχνίδια με τον ΠΑΟΚ και τον Άρη δεν ήμουν κακός, αλλά έφαγα τρία γκολ, δεν πρόλαβα να κλείσω τα πόδια. Μετά με φώναξαν στο γραφείο και μου είπαν: “Έχεις πρόβλημα, δεν θέλεις να παίξεις; “Τους είπα πως θέλω να παίζω. Είπαν λοιπόν για μένα πως είμαι από τους καλύτερους τερματοφύλακες στην Ευρώπη, μετά μου έφτιαξε η ψυχολογία και είχα δέκα παιχνίδια στο πρωτάθλημα και τέσσερα στο κύπελλο χωρίς να φάω γκολ», είπε αρχικά ο Βάντσικ και συνέχισε:
«Μία μέρα ξύπνησα στο σπίτι μου στα Βριλήσσια και είχα δει ένα όνειρο, ότι έπιασα πέναλτι στην αριστερή γωνία, στο τελευταίο λεπτό με τον Ολυμπιακό. Και σε δύο εβδομάδες παίζω μες στο Καραϊσκάκη και πιάνω πέναλτι στο τελευταίο λεπτό. Και λέω τώρα, ήταν από το όνειρο; Και έπεσα από την αριστερή. Περιμένω το όνειρο, μήπως κερδίσω 8-10 εκατομμύρια στο Τζόκερ. Ακόμα όμως δεν έχω δει αυτό το όνειρο».
Σε ότι αφορά τους νέους ποδοσφαιριστές είπε πως: «Έχουν αλλάξει οι ποδοσφαιριστές σήμερα με τους manager, με ανθρώπους που κάνουν το e-match και τέτοια… Ό,τι θέλουν να πουλήσουν, πουλάνε. Παλιά ήταν πιο ζεστή η ατμόσφαιρα. Δηλαδή, άμα χάναμε παιχνίδι από τον Ολυμπιακό, δύσκολο να έβγαινα την πρώτη ή τη δεύτερη μέρα. Την τρίτη, εντάξει. Τώρα χάνουν και το βράδυ τους βλέπεις τα μπουζούκια».
Τέλος, για την αρχή της καριέρας του είπε πως: «Έπαιζα στο σχολικό πρωτάθλημα στην Πολωνία και πήγαμε στους τελικούς. Ήρθαν στην προπόνηση, μας έκαναν δοκιμαστικά και λένε καλός είναι, να έρθει άλλη μέρα. Ήρθαν στο χωριό, με πήραν με το αμάξι, με είδαν τη δεύτερη μέρα, πήραν τους προέδρους, συμφώνησαν και μου λένε υπόγραψε.
Λόγω κομμουνισμού τότε στην Πολωνία δεν υπήρχαν συμβόλαια, δεν ήταν επαγγελματικά τα πράγματα, ήταν σαν να είχαμε προσληφθεί στο εργοστάσιο. Μόλις πήγα τα πρώτα μου λεφτά στο σπίτι μου και τα έβαλα στο τραπέζι, τα μετράει η μητέρα και μου λέει: παιδάκι μου, που τα έκλεψες, πήγαινε να τα δώσεις πίσω, θα σε πάνε φυλακή». Της είπα ότι είναι από την ομάδα. Ήταν πολλά λεφτά για τα δεδομένα τότε. Ο πατέρας μου δούλευε μήνες για παρόμοια λεφτά».