Η Αρίνα Σαμπαλένκα άνοιξε την καρδιά της στη Vogue για τον χαμό του πατέρα της και του Κολτσόφ, συγκλονίζοντας λίγο πριν ριχτεί στη μάχη του Roland Garros.
Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές, ειλικρινείς και συναισθηματικά φορτισμένες συνεντεύξεις της καριέρας της προχώρησε η Αρίνα Σαμπαλένκα στη Vogue, λίγες ημέρες πριν από το εναρκτήριο σερβίς του Roland Garros. Το Νο1 της παγκόσμιας κατάταξης άνοιξε την καρδιά της για τον εκρηκτικό της χαρακτήρα, αλλά κυρίως για τις δύο μεγάλες απώλειες που τη σημάδεψαν ανεξίτηλα.
Η Λευκορωσίδα τενίστρια γύρισε τον χρόνο πίσω, παραδεχόμενη ότι στα πρώτα της βήματα αδυνατούσε να ελέγξει τα νεύρα της: «Θύμωνα με τον εαυτό μου. Δεν είχα κανέναν έλεγχο. Μπορούσα να κερδίζω ένα παιχνίδι και ξαφνικά να χάσω την ψυχραιμία μου».
Πλέον, έχοντας ωριμάσει, έχει συμφιλιωθεί με αυτή την πλευρά της: «Τώρα καταλαβαίνω πως είναι εντάξει να πετάξεις τη ρακέτα ή να φωνάξεις. Κάποιες φορές πρέπει απλώς να τα βγάλεις από μέσα σου για να συνεχίσεις».
Η κουβέντα στράφηκε γρήγορα στα προσωπικά της βίαια χτυπήματα. Πρώτα, στον θάνατο του πατέρα της, Σεργκέι, το 2019 από μηνιγγίτιδα, όταν η ίδια ήταν 21 ετών.
«Λένε ότι ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές, αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι πιο δύσκολο τώρα, επειδή ξέρω πόσο χαρούμενος θα ήταν ο μπαμπάς μου για την επιτυχία μου… Αυτές τις μέρες, ο αρραβωνιαστικός μου με βρίσκει να κλαίω στο κρεβάτι το βράδυ επειδή βλέπω οικογενειακές στιγμές στα social media και σκέφτομαι πώς θα αντιδρούσε ο μπαμπάς μου στις επιτυχίες μου. Και ξεσπάω σε κλάματα λες και τον έχασα μόλις χθες», εξομολογήθηκε με λυγμούς.
Η πιο καθηλωτική στιγμή της συνέντευξης ήταν η αναφορά της στον θάνατο του πρώην συντρόφου της, Κονσταντίν Κολτσόφ, τον Μάρτιο του 2024 στο Μαϊάμι, μετά από πτώση από μπαλκόνι ξενοδοχείου.
Η Σαμπαλένκα αποκάλυψε το απόλυτο σοκ της πρώτης στιγμής: «Τσακώθηκα με τον αστυνομικό. Δεν μπορούσα να το δεχτώ».
Παράλληλα, απάντησε και στην έντονη κριτική που είχε δεχθεί τότε επειδή επέστρεψε αμέσως στα κορτ: «Δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος να πενθείς. Όλοι έχουμε ανάγκη από διαφορετικά πράγματα. Για μένα, το να επιστρέψω στη δουλειά ήταν η μόνη επιλογή».