«Δεν ήξερα τίποτα»: Ο Μπόλντγουιν για Ολυμπιακό, Χέιζ-Ντέιβις και τον λόγο που δεν έπαιξε στην εθνική Τουρκίας

Γιώργος Κυριακίδης • 16:20 - 13.02.2026 / Ανανεώθηκε: 16:37 - 13.02.2026

Ο Γουέιντ Μπόλντγουιν μιλά στο Sportal για το συμβόλαιό του στη Φενέρμπαχτσε, τη μεταγραφή Χέιζ-Ντέιβις στον Παναθηναϊκό και τη δύσκολη σεζόν που είχε στον Ολυμπιακό. Επίσης, αποκαλύπτει το ενδιαφέρον του να παίξει στην εθνική Τουρκίας και επιλέγει την πιο σκληρή ομάδα στην Ευρωλίγκα.

Για τον Γουέιντ Μπόλντγουιν, η τρέχουσα διαδρομή με τη Φενέρμπαχτσε μοιάζει με την πιο ώριμη αποτύπωση του μπασκετικού του εαυτού. Η ομάδα της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στην κορυφή παντού: πρώτη στο τουρκικό πρωτάθλημα με ρεκόρ 17-2, πρώτη στη EuroLeague στο 19-7 με ένα εκκρεμές παιχνίδι στο ΣΕΦ απέναντι στον Ολυμπιακό, μετρώντας 13 συνεχόμενες νίκες σε όλες τις διοργανώσεις — έξι εξ αυτών στη EuroLeague.

Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτό τη δυναμική, υπάρχει η υπενθύμιση ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο: η ήττα της 16ης Δεκεμβρίου 2025 από τον Παναθηναϊκό στην Κωνσταντινούπολη (81-77) παραμένει ένα σημείο αναφοράς για την ένταση της σεζόν.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπόλντγουιν λειτουργεί ως βασικός μοχλός. Με 14.4 πόντους, 3.4 ριμπάουντ και 5.8 ασίστ σε 25 λεπτά κατά μέσο όρο σε 25 αγώνες, έχει αναλάβει ρόλο ηγέτη — μια εκδοχή του εαυτού του που θυμίζει περισσότερο τη διετία του στη Μακάμπι (2022-24), όταν μαζί με τον Λορέντζο Μπράουν συγκρότησαν ένα από τα πιο εκρηκτικά δίδυμα της διοργάνωσης. Στα 29 του πλέον, κουβαλά τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρωλίγκας από το Άμπου Ντάμπι το 2025 — ένα επίτευγμα που του χάρισε τουλάχιστον ένα κομμάτι από το legacy που επιδίωκε.

Η σχέση του με την Ελλάδα παραμένει περίπλοκη. Το ΟΑΚΑ (πλέον Telekom Center Athens) είναι χώρος γεμάτος ένταση μνήμης: μία νίκη μόνο, τον Απρίλιο του 2024 στο πρώτο παιχνίδι των playoffs Παναθηναϊκός-Μακάμπι, από το οποίο αποχώρησε τραυματίας — εμπειρία που εξακολουθεί να τον στοιχειώνει.

Και φυσικά υπάρχει η αφετηρία: ο παίκτης που έφτασε άγουρος από το NBA στον Ολυμπιακό το 2019 δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα ηγείται των εν ενεργεία πρωταθλητών. Ο προπονητής του, Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, έχει μιλήσει φέτος για την εξέλιξή του ως παίκτη που «έμαθε να διαβάζει το παιχνίδι, να παίρνει ευθύνη και να καθοδηγεί» — και ο ίδιος ο Μπόλντγουιν δείχνει να ενστερνίζεται αυτή τη διαδρομή, τοποθετώντας την στο ευρύτερο αφήγημα της καριέρας του.

Από εκεί και πέρα, όταν αρχίζει να μιλά, το κάνει χωρίς φίλτρο: για την Ελλάδα, τους αντιπάλους, τις επιλογές και τη θέση του μέσα στο παιχνίδι.

Φενέρ, Παναθηναϊκός και αναμνήσεις από το ΟΑΚΑ

Ο Μπόλντγουιν ξεκινά τη συνέντευξή του στο Sportal τονίζοντας τη δυναμική της Φενέρμπαχτσε και το θετικό μομέντουμ της χρονιάς. Αντιμετωπίζει το παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό ως μέρος της έντασης που συνοδεύει τα μεγάλα ευρωπαϊκά ντέρμπι.

«Είναι η δεύτερη φορά που ερχόμαστε φέτος στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά, ελπίζουμε να παίξουμε», λέει με αναφορά στον αγώνα κόντρα στον Ολυμπιακό, που αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας. «Ελπίζουμε να μη βρέχει και να έχουμε την εμπειρία του ΟΑΚΑ την Παρασκευή το βράδυ. Είμαι ενθουσιασμένος. Είναι Παναθηναϊκός εναντίον Φενέρμπαχτσε. Είναι ένα ιστορικό ζευγάρι στη EuroLeague. Αυτές είναι προφανώς δύο από τις μεγαλύτερες ομάδες στη λίγκα».

Διανύοντας πλέον την έβδομη σεζόν του στην κορυφαία διοργάνωση, ο Μπόλντγουιν αναλύει την ψυχολογία και τη διαχείριση κινήτρων στη διάρκεια της χρονιάς. Δείχνει ότι η ουσία βρίσκεται στην εμπειρία των μεγάλων σειρών και των αγώνων που κρίνουν τίτλους.

«Στην κανονική περίοδο, πρέπει να κερδίσεις παιχνίδια, αλλά είσαι ενθουσιασμένος για τα πλέι οφ», λέει.

«Όταν βιώνεις ένα Final Four, ένα πρωτάθλημα ή μια σειρά απέναντι σε οποιαδήποτε ομάδα, εκεί είναι που το μπάσκετ είναι πιο ζωντανό. Αυτά τα παιχνίδια της κανονικής σεζόν, που είναι 38 φέτος, είναι καλά. Υπάρχουν στιγμές στη σεζόν όταν είσαι πολύ ενθουσιασμένος. Προς το τέλος, όταν κάνεις την προσπάθεια για τα πλέι οφ, όπου πλέον απομένουν περίπου 10 παιχνίδια, είσαι πραγματικά ενθουσιασμένος για το τέλος και για να δεις ποιον θα αντιμετωπίσεις.»

Αναφορικά με τη συγκεκριμένη ομάδα του Παναθηναϊκού και τα matchups που περιμένουν τον ίδιο και τη Φενέρ, ο 29χρονος γκαρντ πιστεύει πως οι «πράσινοι» έχουν «σχεδόν ίδια ομάδα με αυτή του περσινού έτους, από ό,τι έχουν δείξει μετά τις πρώτες 28 αγωνιστικές».

«Ξέρουμε ποιος είναι ο Παναθηναϊκός. Κατέκτησαν τη EuroLeague το 2023. Έχουν πάει σε δύο συνεχόμενα Φάιναλ Φορ. Πάντα θέλεις να παίξεις το καλύτερό σου παιχνίδι απέναντι σε μια ομάδα που βρίσκεται σταθερά στο Φάιναλ Φορ.»

Έχοντας παίξει κόντρα στον Παναθηναϊκό πολλές φορές, απορρίπτει την έννοια προσωπικής αντιπαλότητας και παρουσιάζει το κίνητρο ως αγωνιστική μνήμη αποτυχιών και στόχων.

«Ένιωσα κατά τα χρόνια μου στη Μακάμπι ότι θα έπρεπε να είμαστε στο Final Four. Τραυματίστηκα στο πρώτο παιχνίδι (των πλέι οφ το 2024). Από τότε, ο Παναθηναϊκός είναι μια ομάδα που ήθελα να νικήσω. Από εκεί και πέρα, δεν υπάρχει προσωπική αντιπαλότητα με κανέναν παίκτη. Είναι απλώς μια ομάδα που ένιωσα ότι, μέχρι πέρσι, με εμπόδιζε να φτάσω στο Final Four. Αλλά μετά το Άμπου Ντάμπι και την κατάκτηση του τίτλου, υπάρχει μόνο υγιής ανταγωνισμός.»

Για τον ίδιο, η πιο έντονη ανάμνηση που έχει από το ΟΑΚΑ είναι η σειρά των πλέι οφ όταν ήμουν στη Μακάμπι.

«Θυμάμαι το πώς μπήκαμε στη σειρά, τα ΜΜΕ που κάλυπταν ό,τι γινόταν, το αφήγημα «Κέντρικ Ναν εναντίον Γουέιντ Μπόλντγουιν». Εκείνη τη στιγμή, πίστευα πως ήμουν ο καλύτερος παίκτης στη λίγκα. Ένιωσα ότι εκείνη η Μακάμπι ήταν χτισμένη για να φτάσει στο Final Four. Δυστυχώς, απλώς κατέρρευσα στην αρχή της τέταρτης περιόδου (του 1ου αγώνα) με τραυματισμό στον οπίσθιο μηριαίο. Αυτή ήταν μάλλον η χειρότερη εμπειρία μου στο ΟΑΚΑ», θυμάται.

«Δεν ήξερα τίποτα για τον Ολυμπιακό»

Η διαδρομή του Γουέιντ Μπόλντγουιν στην Ευρώπη δεν ήταν ποτέ γραμμική. Από την πρώτη του επαφή με την ήπειρο φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού μέχρι την ωριμότητα που δείχνει σήμερα ως ένας από τους κορυφαίους γκαρντ της EuroLeague, η πορεία του είναι γεμάτη μαθήματα, αναπροσαρμογές και αλλαγές πλαισίου. Όταν κοιτά πίσω σε εκείνη τη σεζόν στον Πειραιά, δεν μιλά με πικρία, αλλά με τη σαφήνεια ενός παίκτη που αναγνωρίζει τον ρόλο της εμπειρίας στη διαμόρφωσή του.

«Απλώς έμαθα για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Έκλεινα τα 22 προς 23 εκείνη την εποχή. Ήταν η πρώτη μου φορά στην Ευρώπη. Δεν ήξερα τίποτα για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Δεν ήξερα τίποτα για τον Ολυμπιακό. Δεν ήξερα τίποτα για τίποτα.

Είμαι χαρούμενος που πέρασα εκείνη την περίοδο, ώστε να έχω την πρώτη μου εμπειρία στη λίγκα και να δω τι υπάρχει εδώ, να δω πώς είναι το μπάσκετ εδώ. Από εκεί και πέρα, είχα μια κακή χρονιά. Από εκείνο το σημείο, ξεκίνησε μια ανοδική πορεία, που απλώς δεν σταματάει.»

Για τον ίδιο, εκείνη η χρονιά ήταν μάθημα επιβίωσης σε ένα ασταθές περιβάλλον. «Ήταν ο πρώτος μου χρόνος στο εξωτερικό. Είναι αδύνατο να μην είναι μια διδακτική εμπειρία.»

Και περιγράφει το πλαίσιο χωρίς περιστροφές:

«Νομίζω ότι ήταν περίεργο. Είχαμε μια πολύ δύσκολη σεζόν στον Ολυμπιακό συνολικά. Είχαμε τρεις διαφορετικούς προπονητές εκείνη τη χρονιά. Πρέπει να είχαμε περίπου 20 διαφορετικούς παίκτες που πέρασαν από εκείνα τα αποδυτήρια. Ήταν απλώς ένα χάος από την αρχή μέχρι το τέλος. Η σεζόν δεν ολοκληρώθηκε καν. Ξέσπασε ο COVID και επέστρεψα σπίτι τον Μάρτιο.

Δεν παίζαμε στην ελληνική λίγκα εκείνη τη χρονιά, κάτι που σίγουρα πλήττει τους άπειρους παίκτες. Το να μην μπορείς να παίζεις αυτά τα εγχώρια παιχνίδια που θα σε βοηθήσουν να μάθεις και να βρεις ρυθμό. Το να παίζεις μόνο στην Ευρωλίγκα είναι πολύ δύσκολο. Πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον.»

Η μεταγραφή Χέιζ-Ντέιβις και η ματιά ενός συμπαίκτη

Η είδηση της μετακίνησης του Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις στον Παναθηναϊκό ήταν το μεγάλο θέμα των ημερών — και ο Μπόλντγουιν το αντιμετωπίζει με επαγγελματική ψυχραιμία.

«Φαίνεται ότι έγινε κάπως γρήγορα. Έμεινε ελεύθερος από το Μιλγουόκι μόλις μερικές μέρες πριν. Διαβάζεις online για τη Χάποελ Τελ Αβίβ, τη Φενέρμπαχτσε και τον Παναθηναϊκό. Δεν ξέρεις σε ποιον θα πάει. Επέλεξε τον Παναθηναϊκό. Ήταν η καλύτερη κίνηση για εκείνον προσωπικά και αυτό που ήθελε να κάνει. Όλοι οι οπαδοί της Φενέρ θέλουν οι παίκτες να επιστρέψουν στην ομάδα. Αλλά έτσι όπως είναι η ζωή στο μπάσκετ, είναι δύσκολο να συμβεί.

Είχε μια καλή ευκαιρία από πλευράς συμβολαίου. Διαβάζαμε στα social media για τις προσφορές που του έγιναν. Και ως παίκτης είναι πολύ σημαντικό να εισπράττεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς σε αυτό το παιχνίδι. Επειδή αυτό είναι το νόημα του παιχνιδιού εδώ: να εξασφαλίσεις τον εαυτό σου για τα επόμενα χρόνια της ζωής σου. Έχει την ευκαιρία να το κάνει αυτό ενώ παίζει για ένα τεράστιο κλαμπ υψηλού επιπέδου. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται το μπάσκετ και ο ανταγωνισμός, ανεξάρτητα από την ομάδα στην οποία παίζει ο καθένας.»

Για την επίδραση του Χέιζ-Ντέιβις στο αγωνιστικό σκέλος, δεν έχει καμία αμφιβολία : «Όλοι ξέρουν ποιος είναι ο Νάιτζελ. Είναι ένας τρομερός screener, καλός ριμπάουντερ για το μέγεθός του, που έχει ευελιξία, ενέργεια και πάθος. Μπορεί να κάνει πολλά διαφορετικά πράγματα. Οπότε είμαι σίγουρος ότι η προσαρμογή του στην ομάδα του Παναθηναϊκού θα είναι εύκολη.»

Και για τον χαρακτήρα του: «Είναι λίγο μοναχικός τύπος… Είναι επαγγελματίας. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να το πω.»

Physicality, ελληνικές ομάδες και Ντουμπάι

Η συζήτηση περνά στη σκληράδα του παιχνιδιού — ένα σημείο όπου η οπτική του είναι ενδιαφέρουσα.

«Θα έλεγα ότι η ομάδα που μας έδειρε περισσότερο φέτος ήταν η Ντουμπάι… ήταν η πιο physical ομάδα απέναντί μας. Θα δούμε αν ο Παναθηναϊκός μπορεί να το ματσάρει. Αλλά μέχρι τώρα φέτος, μόνο η Ντουμπάι έχει καταφέρει να το κάνει.»

Φενέρ, σταθερότητα και εθνικές ομάδες

Έχοντας υπογράψει ανανέωση μέχρι το 2027, το μέλλον του Μπόλντγουιν είναι στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 2027, τουλάχιστον.

«Όταν είσαι Αμερικανός, ψάχνεις για ένα σπίτι. Δεν έχω καμία πρόθεση να φύγω από ένα μέρος, αλλά αυτή είναι η επαγγελματική ζωή του μπάσκετ. Προς το παρόν, είναι Φενέρμπαχτσε μέχρι το τέλος. Και ελπίζω να συνεχίσω για περισσότερα χρόνια», λέει.

Προ διετίας, φέρεται να είχε δηλώσει πως θα τον ενδιέφερε η προοπτική να αποκτήσει το ισραηλινό διαβατήριο, ώστε να παίξει και στην εθνική ομάδα της χώρας. Ωστόσο, ο ίδιος το διαψεύδει κατηγορηματικά.

«Ποτέ δεν είχα πρόταση από το Ισραήλ», ξεκαθαρίζει. «Είχα ενδιαφέρον από την Πολωνία και τη Γεωργία».

Η πραγματική του επιθυμία, όμως, είναι άλλη: «Ήθελα πραγματικά να παίξω στην εθνική Τουρκίας», αποκαλύπτει. «Όμως, έδωσαν την υπηκοότητα στον Μαλακάι Φλιν αντ’ αυτού. Νομίζω ότι άργησα λιγάκι κι έχασα την ευκαιρία. Ρώτησα τη Φενέρμπαχτσε: «Πρέπει να παίζω σε κάθε παιχνίδι της τουρκικής λίγκας; Ίσως να βγάλουμε και διαβατήριο». Το είπα χιουμοριστικά, αλλά το εννοούσα. Αλλά τελικά πήρε τη θέση ο Φλιν.

Οπότε προς το παρόν τίποτα. Θα απολαμβάνω τα καλοκαίρια μου. Θα παίρνω δύο μήνες άδεια. Καταβάλλεις τόση προσπάθεια όλη τη σεζόν και είναι δύσκολο να επιστρέφεις το καλοκαίρι, ενώ θέλεις να περάσεις χρόνο με την οικογένειά σου. Όμως, για μένα καμία εθνική ομάδα δεν είναι διαθέσιμη τώρα.

Θα μου άρεσε πολύ να έπαιζα με την Τουρκία. Θα ήταν το τέλειο μέρος. Έχω κάθε πρόθεση να μείνω εκεί για περισσότερα χρόνια. Να παίξω στην τουρκική λίγκα προφανώς, αλλά να παίξω και για την εθνική ομάδα. Έχουν μεγάλη επιτυχία. Έχουν την ευκαιρία να κερδίσουν ένα χρυσό μετάλλιο σε όλες τις διοργανώσεις που συμμετέχουν. Θα ήταν ιδανικό, αλλά επιλέχθηκε ένας άλλος παίκτης».

Legacy και η ωμή ειλικρίνεια του Μπόλντγουιν

Κλείνοντας, η στάση του απέναντι στην εικόνα του είναι σχεδόν αποστασιοποιημένη:

«Δεν με νοιάζει καθόλου το τι σκέφτονται οι οπαδοί. Αυτό που βλέπεις στο γήπεδο είναι ο Γουέιντ Μπόλντγουιν. Αυτό που βλέπεις εκτός γηπέδου είναι κάτι που δεν με νοιάζει. Ή με συμπαθείς ως παίκτη ή όχι. Έτσι είναι το μπάσκετ. Κάποιοι άνθρωποι συμπαθούν τον Ράσελ Γουέστμπρουκ, τον Κρις Πολ, τον Τόνι Πάρκερ ή τον Ντέρικ Ρόουζ. Δεν είμαι εδώ για να τους ευχαριστήσω όλους. Είμαι εδώ απλώς για να κερδίζω παιχνίδια, να διασκεδάζω και να παίζω για όσα χρόνια που μπορώ.

Και μετά σε 20-30 χρόνια, ελπίζω να με θυμούνται, αλλά πιθανότατα θα με έχουν ξεχάσει. Θα δούμε».

Να τον θυμούνται ως τι;

«Λοιπόν, είμαι ήδη πρωταθλητής (Ευρώπης). Οπότε θα με θυμούνται έτσι. Ελπίζω να με θυμούνται ως έναν από τους καλύτερους παίκτες που έπαιξαν στη Φενέρμπαχτσε. Έναν από τους καλύτερους παίκτες που έπαιξαν στην Ευρωλίγκα. Αλλά αυτό έχει να κάνει με τον εγωισμό.»