Ο Πάμπλο Λάσο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ανήκει στην κλειστή λίστα των προπονητών που καθόρισαν τη σύγχρονη EuroLeague, χτίζοντας στη Ρεάλ Μαδρίτης μια ολόκληρη εποχή με δύο ευρωπαϊκά τρόπαια, τίτλους στην Ισπανία και ένα αγωνιστικό μοντέλο που επηρέασε όσο λίγα το ευρωπαϊκό μπάσκετ.
Μετά το τέλος της μακράς διαδρομής του στη Μαδρίτη το 2022, ο Βάσκος κόουτς παρέμεινε ένα από τα πιο ισχυρά ονόματα της αγοράς. Την άνοιξη του 2023 ήταν ανάμεσα στους βασικούς υποψηφίους ακόμη και για τον πάγκο του Παναθηναϊκού, πριν τελικά επιλέξει την Μπάγερν Μονάχου.
Ακολούθησε η επιστροφή στην Μπασκόνια και από τις 13 Δεκεμβρίου 2025 ανέλαβε την Αναντολού Έφες, υπογράφοντας συμβόλαιο έως το καλοκαίρι του 2027, σε μια προσπάθεια επανεκκίνησης του τουρκικού οργανισμού.
Η συνέντευξη στο Sportal πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες πριν από τον τελευταίο αγώνα της Έφες στη φετινή EuroLeague, τη βαριά ήττα με 97-62 από τον Παναθηναϊκό, αποτέλεσμα που άφησε την ομάδα προτελευταία στην τελική κατάταξη της regular season με ρεκόρ 12-26.
Με τον Λάσο στον πάγκο, η Έφες είχε απολογισμό 7-16, ενώ το σερί εννέα συνεχόμενων ηττών από τα μέσα Δεκεμβρίου έως τα τέλη Ιανουαρίου ουσιαστικά την έθεσε νωρίς εκτός διεκδίκησης.

Ένας προπονητής που σκέφτεται φωναχτά
Η κουβέντα με το Sportal ήταν η δεύτερη από τις τρεις διαδοχικές συνεντεύξεις που ο έμπειρος τεχνικός είχε προγραμματίσει εκείνο το πρωινό στο ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει η τουρκική ομάδα.
Ο Λάσο κάθισε λίγο μετά τις 9 με έναν καφέ μπροστά του και, μέχρι να ολοκληρωθεί και η τρίτη συνέντευξη λίγο μετά τις 10, όταν άνθρωπος της Έφες ήρθε να τον οδηγήσει στο λεωφορείο με προορισμό το T Center, ζήτημα είναι αν είχε προλάβει να πιει μερικές γουλιές. Ο λόγος ήταν απλός: μιλούσε ασταμάτητα, με διάθεση, καθαρό μυαλό και πραγματικό ενδιαφέρον για κάθε θέμα που άνοιγε.
Γιατί ο Λάσο είναι ένας εξαιρετικά προσηνής και ευχάριστος συνομιλητής. Δεν περιορίζεται σε τυπικές απαντήσεις ούτε κρύβεται πίσω από κοινοτοπίες.
Συχνά μοιάζει να συνδιαλέγεται με τον ίδιο του τον εαυτό, να θέτει μόνος του το επόμενο ερώτημα και να το απαντά πριν καν χρειαστεί παρέμβαση. Σκέφτεται φωναχτά, αναλύει, επιστρέφει, διορθώνει, ξαναχτίζει το επιχείρημά του. Και κάπως έτσι η συνέντευξη μετατρέπεται περισσότερο σε μπασκετική συζήτηση παρά σε κλασική συνέντευξη.
Στον χρόνο που αφιέρωσε στο Sportal, ο 58χρονος προπονητής μιλά ανοιχτά για τον Γιώργο Μπαρτζώκα και τον Ολυμπιακό, συγκρίνει τις διαφορετικές σχολές επιτυχίας με τον Εργκίν Αταμάν και εξηγεί ποια θεωρεί δυσκολότερη.
Αναλύει το μέλλον της EuroLeague, το format της διοργάνωσης, τη σχέση με το NBA και τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Στέκεται στα νέα ταλέντα και στη φυγή παικτών στις ΗΠΑ, αποκαλύπτει ποιον παίκτη θα ήθελε να είχε προπονήσει και θυμάται τη δυσκολότερη βραδιά στην προπονητική του καριέρα.
Ακόμη, σχολιάζει πιθανή επιστροφή στη Ρεάλ Μαδρίτης, δίνει φαβορί τίτλου και εξηγεί τι τον εξέπληξε περισσότερο στην Κωνσταντινούπολη.

Η EuroLeague αλλάζει και αδειάζει από νέους παίκτες
Πώς αναλύετε την πρόσφατη εξέλιξη της EuroLeague, σε αγωνιστικό και δομικό επίπεδο;
Πιστεύω ότι στη EuroLeague τα τελευταία χρόνια βλέπουμε πολύ καλύτερους αθλητές. Πιστεύω επίσης ότι, και εξαιτίας ενός πολύ απαιτητικού προγράμματος, αυτό κάνει τις ομάδες να πηγαίνουν όλο και περισσότερο σε παίκτες πιο αθλητικούς ή να προσπαθούν να αποκτήσουν τους πιο αθλητικούς παίκτες που μπορούν.
Βλέπουμε ακόμη και ομάδες που ουσιαστικά παίζουν αποκλειστικά με αθλητές ψηλότερους από 1.90, 1.95, και σωματικά πολύ αθλητικούς.
Τι χάνεται λίγο; Χάνεται το παιχνίδι των ψηλών. Για μένα, ο Μιλουτίνοφ και ο Ταβάρες εξακολουθούν να είναι πολύ κυριαρχικοί παίκτες, αλλά αυτός ο τύπος παίκτη χάνεται.
Και χάνεται επίσης ο καθαρός πόιντ γκαρντ. Πιστεύω ότι είναι μια τάση στην οποία, με κάποιον τρόπο, εμείς οι προπονητές πρέπει να προσαρμοστούμε.
Βλέπουμε παίκτες καλύτερα προετοιμασμένους αθλητικά και σωματικά, αλλά πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι οι μεγάλοι παίκτες εξακολουθούν να είναι παίκτες που έχουν πολύ υψηλό IQ.
Για παράδειγμα, σήμερα (σ.σ. την Παρασκευή, 17/4) εμείς παίζουμε απέναντι σε έναν παίκτη που για μένα τα τελευταία 10-15 χρόνια ήταν σχεδόν κυρίαρχος στην EuroLeague, όπως είναι ο Σλούκας, και πιθανότατα ο καλύτερος Σλούκας από τότε που τον είδα να παίζει στο Under 20.
Διακρινόταν πάντα για το IQ του. Έπαιζε σε μια εθνική ομάδα με μεγάλα ταλέντα, με τον Παππά, με τον Παπανικολάου… Είχε πολύ καλούς συμπαίκτες, αλλά στο τέλος αυτό που σου μένει είναι το IQ που ο Σλούκας έχει δείξει μέσα στον χρόνο.
Αυτές είναι λίγο οι τάσεις που βλέπω ως προπονητής και που, επιπλέον, πιθανότατα μας αναγκάζουν, λόγω του προγράμματος, εμάς τους προπονητές να προσαρμοστούμε κι εμείς.
Σας αρέσει αυτό το format των 20 ομάδων;
Δεν ξέρω αν μου ταιριάζει ή όχι, εξαρτάται. Εγώ αυτό που πιστεύω είναι ότι η καλύτερη διοργάνωση θα έπρεπε να έχει τον μεγαλύτερο δυνατόν αριθμό ομάδων.
Και ίσως αυτό να σήμαινε ότι θα κόβονταν ομάδες νωρίτερα. Νομίζω, δεν ξέρω. Προφανώς, εγώ είμαι μόνο προπονητής, αλλά πιστεύω ότι το να πάμε σε ένα format με περισσότερες ομάδες και λιγότερα παιχνίδια, που δεν ξέρω αν είναι εφικτό, ίσως θα ήταν πιο ελκυστικό και θα άνοιγε περισσότερο τις αγορές.
Αυτή τη στιγμή, η regular season απαιτεί πολλά, γιατί είναι πολλά τα παιχνίδια, μαζί με τις εγχώριες διοργανώσεις, οπότε σε αναγκάζει να έχεις σημαντικό αριθμό παικτών.
Σε σύγκριση με το αμερικανικό μοντέλο, εδώ κάθε παιχνίδι είναι πραγματικά πολύ σημαντικό, επειδή η κανονική περίοδος είναι πιο σύντομη, ενώ αντίθετα στις Ηνωμένες Πολιτείες πηγαίνεις σε μια regular season 82 αγώνων.
Οπότε, ας πούμε ότι η καθημερινότητα χάνει σημασία στην Αμερική, αναφορικά με τον ανταγωνισμό, ενώ εδώ η καθημερινότητα είναι πολύ απαιτητική.
Πιστεύετε ότι το ευρωπαϊκό μπάσκετ πλησιάζει σε ένα μοντέλο πιο κοντά στο NBA ή συνεχίζει να έχει μια δική του και ξεκάθαρη ταυτότητα;
Για μένα συνεχίζει να έχει μια δική του ξεκάθαρη ταυτότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να ενώσουμε τους δρόμους: τι είναι καλό στις Ηνωμένες Πολιτείες, τι είναι καλό στην Ευρώπη.
Αλλά για μένα, η ταυτότητα του ευρωπαϊκού μπάσκετ παραμένει εκεί: το πάθος που δείχνουν οι φίλαθλοι, το πάθος που δείχνουν οι παίκτες, οι ομάδες. Πιστεύω ότι είναι αμετακίνητο και η μεγάλη αξία του μπάσκετ μας εδώ στην Ευρώπη.
Λαμβάνοντας υπόψη περιπτώσεις όπως του Αντάι Μάρα, του Νεοκλή Αβδάλα και του Κουίν Έλις, πιστεύετε ότι σήμερα τα μεγάλα ταλέντα έχουν λιγότερη υπομονή να εξελιχθούν στην Ευρώπη;
Ανοίγεις ένα θέμα που δεν είναι εύκολο, γιατί στην ερώτησή σου δεν ανέφερες κάτι που είναι πολύ σημαντικό: τα χρήματα.
Και προφανώς εγώ θεωρώ ότι αυτοί οι παίκτες είναι επαγγελματίες πλέον πολύ νωρίς. Γιατί;
Επειδή πληρώνονται πολύ νωρίς, οπότε προφανώς παίρνουν αποφάσεις στις οποίες τα χρήματα είναι πολύ σημαντικά. Αν ήταν τα παιδιά μας και μας έλεγαν ότι πάνε στις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή θα τους πληρώσουν εκατομμύρια, όπως έχουμε ακούσει, τότε ίσως αν ήμασταν οι γονείς τους θα τους λέγαμε:
«Πήγαινε, πάρε τα εκατομμύρια και τι μπορούμε να κάνουμε;»

Αν δεν σκεφτόμασταν τα χρήματα, τότε ίσως θα τους λέγαμε: «Πιστεύω ότι το καλύτερο για σένα θα ήταν να συνεχίσεις να αγωνίζεσαι στην Ευρώπη και να βελτιωθείς ως παίκτης, και θα πας να βγάλεις περισσότερα χρήματα αργότερα».
Πιστεύω ότι δεν είναι εύκολη κατάσταση, ότι κάθε παίκτης έχει τον δρόμο του, αλλά συνεχίζω να πιστεύω, και το βλέπουμε στους τελευταίους MVP του NBA και στις καριέρες του Γιάννη Αντετοκούνμπο, του Λούκα Ντόντσιτς και του Νίκολα Γιόκιτς, πως παίκτες που μεγάλωσαν στην Ευρώπη ήταν ικανοί να γίνουν κυρίαρχοι στο NBA.
Είναι ένας δρόμος που αυτή τη στιγμή, με αυτούς τους νέους κανόνες NIL, αλλάζει. Όμως, πιστεύω ότι εμείς οι Ευρωπαίοι είμαστε έτοιμοι να τους καταλάβουμε, να τους αποδεχτούμε και με κάποιον τρόπο να συνεχίσουμε να είμαστε πολύ ανταγωνιστικοί και να συνεχίσουμε να βγάζουμε παίκτες.
Μπαρτζώκας, Αταμάν και δύο σχολές επιτυχίας
Σε προσωπικό επίπεδο, έχετε πει ότι ένας προπονητής δεν σταματά ποτέ να μαθαίνει. Τι χρειάστηκε να ξεμάθετε τα τελευταία χρόνια για να παραμείνετε ανταγωνιστικός;
Πιστεύω ότι το να μαθαίνεις και να ξεμαθαίνεις είναι υποχρεωτικό για έναν προπονητή και είναι υποχρεωτικό κάθε μέρα. Για παράδειγμα, ήμουν πολύ καιρό προπονητής σε μία ομάδα, τη Ρεάλ Μαδρίτης. Και αυτό με υποχρέωνε να είμαι πάντα στην πρωτοπορία.
Σημαίνει ότι κρατούσαμε την ίδια ομάδα; Όχι. Είχαμε πολύ σημαντικές αλλαγές, σημαντικούς παίκτες που έφυγαν για το NBA, που μετά επέστρεψαν, διαφορετικές καταστάσεις. Πιστεύω ότι εκεί ο προπονητής πρέπει να προσαρμόζεται και να καταλαβαίνει τι έκανε καλά και τι έκανε άσχημα.
Μετά, στην Μπάγερν, το ίδιο. Ήμασταν ικανοί να κερδίσουμε πρωταθλήματα, αλλά έπρεπε επίσης να σκεφτόμαστε το μέλλον. Πιστεύω ότι εκεί είχαμε έναν αριθμό παικτών που αυτή τη στιγμή είναι κυρίαρχοι στη EuroLeague και αυτό μιλά πολύ καλά για τη δουλειά που έκανε ο αθλητικός διευθυντής τους, ο Ντανιέλε Μπαϊέζι, που τώρα δουλεύει στο Μιλάνο.
Εκεί πρέπει να προσαρμόζεσαι ως προπονητής σε μια νέα κατάσταση. Μετά, πέρασα από την Μπασκόνια, τώρα είμαι στην Έφες.

Πάντα πρέπει να μαθαίνεις και να ξεμαθαίνεις, και να αποδέχεσαι ότι πολλές φορές δεν μπορεί να γίνει αυτό που πιστεύει ο Πάμπλο Λάσο, αλλά αυτό που επιτρέπουν οι παίκτες που έχεις και ο σύλλογος στον οποίο βρίσκεσαι.
Αυτό είναι υποχρεωτικό για να μπορείς να είσαι, κατά κάποιον τρόπο, συνεπής με τις αποφάσεις που παίρνεις. Υπάρχουν φορές που θα πάρεις αποφάσεις που δεν σου αρέσουν, αλλά που πιστεύεις ότι θα είναι οι καλύτερες για την ομάδα.
Είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις, γιατί αυτό σε καθιστά προπονητή.
Πιστεύετε ότι υπάρχουν προπονητές που επιβιώνουν περισσότερο λόγω ρόστερ, παρά λόγω πραγματικής ικανότητας;
Ναι, αυτό είναι φυσιολογικό. Αν έχεις ένα μεγάλο ρόστερ, τότε προφανώς θα σου είναι πιο εύκολο να κερδίσεις.
Γι’ αυτό εγώ δίνω μεγάλη αξία στον προπονητή, ανεξάρτητα από το να κερδίζει ή να χάνει. Εγώ είμαι άνθρωπος που εκτιμά τη δουλειά που έχει κάνει ένας προπονητής, όχι μόνο επειδή κέρδισε, όχι μόνο επειδή έχασε.
Έχασε; Τότε είναι κακός προπονητής; Λοιπόν, εγώ δεν σκέφτομαι έτσι.
Κέρδισε; Άρα είναι πολύ καλός επειδή κέρδισε;
Όχι, ούτε έτσι σκέφτομαι.
Πιστεύω ότι η αξία του προπονητή πολλές φορές φαίνεται από το πώς είναι ικανός να κάνει τη δουλειά του με τα μέσα που διαθέτει.
Αν μιλάμε για οδηγούς της Formula 1, θα βάλω ένα παράδειγμα λίγο παράλογο: αν στον Φερνάντο Αλόνσο δώσεις το καλύτερο αυτοκίνητο, σίγουρα θα πάρει το πρωτάθλημα. Αλλά αν του δώσεις το χειρότερο αυτοκίνητο, τότε σίγουρα δεν θα πάρει το πρωτάθλημα.
Αυτό σημαίνει ότι ο Φερνάντο είναι καλύτερος ή χειρότερος οδηγός; Όχι. Θα είναι, για μένα, ένας μεγάλος οδηγός. Δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος, δεν έχω τόση γνώση, αλλά αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι στο τέλος τα μέσα είναι πολύ σημαντικά για να πετύχεις τον στόχο.
Αν έπρεπε να επιλέξετε σήμερα τον καλύτερο προπονητή της EuroLeague αυτής της σεζόν, ποιος θα ήταν και γιατί, κατά τη γνώμη σας;
Κοίτα, για μένα ο καλύτερος προπονητής της φετινής χρονιάς θα ήταν ο Πέδρο Μαρτίνεθ.
Γιατί πιστεύω ότι έχει καταφέρει να προσαρμόσει ένα στιλ, κάποιους παίκτες και μια ιδέα σε μια διοργάνωση διαφορετική. Είναι η πρώτη του χρονιά στη EuroLeague και πιστεύω ότι ήταν πολύ ανταγωνιστικός.

Ανεξάρτητα από το ότι κέρδισε πολλά παιχνίδια, ήταν ικανός να διατηρήσει το ίδιο στιλ. Αυτό μιλά πολύ καλά για τη δουλειά του, φυσικά κατά τη διάρκεια της σεζόν, αλλά και στη δουλειά του πριν από τη σεζόν: στο χτίσιμο της ομάδας, στο ότι ήξερε πως έπρεπε να χρησιμοποιήσει περισσότερα rotations.
Μιλάμε για μια ομάδα που παίζει με τρεις πόιντ γκαρντ εναλλάξ: τον Γιαν Μοντέρο, τον Ντε Λαρέα και τον Ντάριους Τόμπσον.
Για πολλούς λόγους, θα έδινα αυτή την αναγνώριση στον Πέδρο.
Ο Γιώργος Μπαρτζώκας και ο Έργκιν Αταμάν εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς τρόπους να κατανοεί κανείς την επιτυχία στη EuroLeague. Χωρίς να μπούμε σε άμεσες συγκρίσεις, ποια μαθήματα πιστεύετε ότι αφήνει ο καθένας στο σημερινό ευρωπαϊκό μπάσκετ;
Για μένα, αυτό που έχει πετύχει ο Γιώργος, φυσικά στον Ολυμπιακό και στην καριέρα του, ήταν πάντα να δημιουργεί ένα πολύ συμπαγές σύνολο.
Εγώ συνέπεσα μαζί του στην Ισπανία, όταν προπονούσε την Μπαρτσελόνα. Εκεί δεν μπόρεσε να το κάνει. Και εγώ ο ίδιος, στις συζητήσεις μου μαζί του, καταλάβαινα ότι ένιωθε άβολα.
Αντίθετα, στον Ολυμπιακό το έχει πετύχει, σε σημείο που αυτή τη στιγμή, προφανώς ο Ολυμπιακός έχει μεγάλους παίκτες, αλλά έχει σύστημα και μια ιδέα παιχνιδιού.
Πιστεύω ότι αυτή είναι η μεγάλη αξία του Γιώργου. Κάτι που πέτυχε στη Λοκομοτίβ Κουμπάν, το πέτυχε στον Ολυμπιακό και πιθανότατα δεν το πέτυχε στην Μπαρτσελόνα.
Αυτό σημαίνει ότι είναι καλύτερος ή χειρότερος προπονητής; Όχι. Για μένα ο Γιώργος είναι ένας μεγάλος προπονητής, ανεξάρτητα από το αν κάνει καλή ή κακή σεζόν.

Ο Έργκιν είναι διαφορετικός. Πιστεύω ότι έχει αποδείξει την αξία του τόσο στην Τουρκία όσο και όταν έχει προπονήσει εκτός αυτής, στην Ιταλία ή τώρα στην Ελλάδα.
Και φυσικά δίνει πολύ μεγάλη αξία στην ποιότητα των παικτών του. Αυτό μιλά πολύ καλά γι’ αυτόν.
Ήταν ικανός να χτίσει μεγάλες ομάδες και από εκεί και πέρα να τις διαχειριστεί με έναν τρόπο που στο τέλος καταφέρνει να είναι πειστικός.
Πιστεύω ότι οι δυο τους είναι διαφορετικές σχολές, πολύ επιτυχημένες, και που πιθανότατα δεν πρέπει να αξιολογούνται μόνο από το αν κερδίζουν, αλλά από αυτά που είναι ικανοί να μεταδώσουν στην ομάδα τους.
Ποιο είναι πιο δύσκολο να γίνει;
Για μένα είναι πιο δύσκολο αυτό του Γιώργου. Γιατί;
Γιατί χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Και ο χρόνος μερικές φορές στον αθλητισμό δεν είναι τόσο εύκολος. Άρα το μοντέλο του Γιώργου είναι δύσκολο.
Με τον δικό του τρόπο και του Έργκιν χρειάζεται επίσης χρόνο, αλλά ας πούμε ότι το να μπορείς να έχεις πρόσβαση σε καλύτερους παίκτες σου λύνει προβλήματα.
Αλλά πιστεύω ότι και ο Έργκιν χρειάζεται τον χρόνο του, όπως τον χρειάστηκε στην Εφές για να φτιάξει μια πρωταθλήτρια ομάδα, ακόμα κι έχοντας πολύ καλούς παίκτες.

Πιστεύω ότι και ο Γιώργος χρειάστηκε και είχε τον χρόνο για να το πετύχει.
Σπανούλης, Ρεάλ και το επόμενο κεφάλαιο
Υπάρχει κάποιος παίκτης της EuroLeague που θα σας άρεσε να είχατε προπονήσει (ή σας αρέσει ακόμη) και δεν είχατε την ευκαιρία να το κάνετε;
Θα μου άρεσε να προπονήσω τον Σπανούλη.
Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος;
Ναι, γιατί πιστεύω ότι είναι ένας άνθρωπος που αγαπά το μπάσκετ, κάποιος που σκέφτεται το καλό της ομάδας και ότι είναι ένας μεγάλος νικητής.
Γι’ αυτό, ως προπονητή με ρώτησες για έναν και αφού είμαστε στην Ελλάδα, σου λέω τον Σπανούλη.
Ποια ήταν η πιο αγχωτική βραδιά της καριέρας σας ως προπονητής; Τι μάθατε από αυτήν;
Είχα πολλές. Είχα καλές βραδιές, κακές βραδιές… Αυτή τη στιγμή θα σου έλεγα ότι ήταν η πρώτη μου χρονιά στη Ρεάλ Μαδρίτης.
Χάσαμε ένα παιχνίδι της EuroLeague στο Μπιλμπάο και θυμάμαι να μιλάω με τον Αλμπέρτο Ερέρος μέχρι τις 4 ή 5 το πρωί για το τι πιστεύω ότι έπρεπε να κάνουμε ώστε να βελτιώσουμε την ομάδα εκείνη τη στιγμή.
Λοιπόν, δύο εβδομάδες μετά κερδίσαμε το Copa del Rey, παίξαμε μέχρι το πέμπτο παιχνίδι στα πλέι οφ της EuroLeague και από εκεί και πέρα ήμασταν ικανοί να μεγαλώσουμε ως ομάδα και να έχουμε σχεδόν μία πολύ καλή δεκαετία μετά με τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Θα σου πω ότι εκείνη η νύχτα δεν ήταν εύκολη. Ας πούμε ότι είχα πολλές τέτοιες, αλλά αυτή τη θυμάμαι ιδιαίτερα γιατί πιστεύω ότι ήταν πολύ θετική για τη μετέπειτα πορεία της ομάδας.
Φαντάζεστε τον εαυτό σας κάποια μέρα να επιστρέφει στη Ρεάλ Μαδρίτης ή νιώθετε ότι αυτό το κεφάλαιο έχει κλείσει εντελώς;
Εγώ δεν είμαι από αυτούς που κλείνουν κεφάλαια. Δεν μου αρέσει να κλείνω κεφάλαια. Πιστεύω ότι το κεφάλαιο ενός προπονητή κλείνει όταν σταματά να προπονεί.
Τα υπόλοιπα είναι πάντα ανοιχτά. Έχω προπονήσει στο Σαν Σεμπαστιάν, έχω προπονήσει στη Μαδρίτη, έχω προπονήσει στο Μόναχο, στην Μπασκόνια (στο σπίτι μου), έχω προπονήσει στην Κωνσταντινούπολη.
Πιστεύω ότι όλα αυτά σε γεμίζουν ως προπονητή και δεν μπορείς να κλείσεις αυτό το κεφάλαιο. Πιστεύω ότι ως προπονητής θα έκανες λάθος αν σκεφτόσουν να κλείσεις κεφάλαια. Για μένα, το μεγαλύτερο κεφάλαιο είναι να κλείσεις το βιβλίο.
Ως προπονητής;
Ακριβώς. Για μένα, αυτό είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο, να κλείσεις το βιβλίο.
Τα κεφάλαια δεν ξέρω αν κλείνουν ή ανοίγουν. Πιστεύω ότι στο τέλος, όταν γράφεις ένα έργο, πιθανότατα η σημαντική μέρα είναι η μέρα που κλείνεις το βιβλίο.

Φαβορί, Μονακό και ζωή στην Κωνσταντινούπολη
Θα σας άρεσε να μείνετε στην Κωνσταντινούπολη;
Ναι, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Η αλήθεια είναι ότι βρήκα μια πολύ καλή οργάνωση. Πιστεύω ότι η σεζόν σε επίπεδο αποτελεσμάτων δεν ήταν αυτή που θα θέλαμε.
Είχαμε μια χρονιά στην οποία εγώ ήρθα τον Δεκέμβριο και εγώ πίστευα ότι θα μπορούσαμε να επαναφέρουμε παίκτες και τελικά χάναμε κι άλλους. Και υπήρξαν πολλές φορές που νιώσαμε απογοητευμένοι, ακόμα και αναγκασμένοι να βάζουμε παίκτες που δεν ήταν στο 100% τους.
Πιστεύω ότι πρέπει να μάθουμε από αυτή τη σεζόν, ώστε αυτά τα λάθη να μην τα επαναλάβουμε στο μέλλον.
Αλλά στην Εφές βρήκα μια πολύ καλή οργάνωση και φυσικά μια μπασκετική κουλτούρα πολύ καλύτερη απ’ ό,τι περίμενα.
Ποιος θα κερδίσει τη EuroLeague φέτος;
Αν ήξερα ποιος θα κερδίσει τη EuroLeague, θα στοιχημάτιζα, αλλά είναι δύσκολο. Πιστεύω ότι είναι πολύ ισορροπημένη. Θα έχουμε πολύ ενδιαφέροντα playoffs.
Αυτή τη στιγμή θα σου έλεγα ότι η πιο κυρίαρχη ομάδα σε όλη τη EuroLeague ήταν ο Ολυμπιακός. Γι’ αυτό και ήταν πρωταθλητής της κανονικής περιόδου.
Αλλά σε ένα Final Four μιλάμε σχεδόν για δύο τελικούς. Οπότε ακόμα και ο Ολυμπιακός, που σου λέω ότι μου φαίνεται η ομάδα που ήταν πιο σταθερή, η καλύτερη ομάδα μέσα στη σεζόν, πρέπει να κερδίσει μια σειρά πλέι οφ απέναντι σε μια μεγάλη ομάδα για να παίξει στο Final Four και μετά να κερδίσει δύο τελικούς.
Οπότε να σου πω ποιος είναι το φαβορί είναι πολύ δύσκολο. Γιατί εγώ, για παράδειγμα, τα προηγούμενα χρόνια έλεγα τη Μονακό και ο κόσμος με κοιτούσε σαν να λέει: «Μονακό; Τι δουλειά έχει η Μονακό εδώ με τον Ολυμπιακό, τη Ρεάλ και τη Φενέρμπαχτσε;»
Κι όμως εγώ έβλεπα τη Μονακό πολύ ικανή. Πέρσι έπαιξε στον τελικό, δεν μπόρεσε να τον κερδίσει. Δεν ξέρω αν φέτος τη βλέπω τόσο δυνατή.
Άρα εγώ είμαι περισσότερο από αυτούς που κοιτούν την πορεία και πιστεύω ότι γι’ αυτό ο Ολυμπιακός στα χαρτιά είναι φαβορί.
Αλλά η EuroLeague, αυτή τη στιγμή και λόγω του format, είναι μια διοργάνωση πολύ ανοιχτή.