Σι Τζέι Χάρις στο Sportal: «Από συμπαίκτης και παίκτης του Ξανθόπουλου… βοηθός του; - Τέτοιες χρονιές απολαμβάνεις να πηγαίνεις στην δουλειά»

Σι Τζέι Χάρις στο Sportal: «Από συμπαίκτης και παίκτης του Ξανθόπουλου… βοηθός του; - Τέτοιες χρονιές απολαμβάνεις να πηγαίνεις στην δουλειά»

Ο Αμερικανός γκαρντ του Περιστερίου Betsson, Σι Τζέι Χάρις, μιλά στο Sportal για το κλίμα στην ομάδα, την επιρροή του Βασίλη Ξανθόπουλου, τις διαφορές Ευρώπης–ΗΠΑ και τη δική του μπασκετική διαδρομή που τον οδήγησε στην Ελλάδα.

Το Περιστέρι Betsson διανύει μια εξαιρετική χρονιά και ο Σι Τζέι Χάρις δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί στην ομάδα. Ο έμπειρος γκαρντ μίλησε στο Sportal και στέκεται ιδιαίτερα στο οικογενειακό κλίμα των αποδυτηρίων, τονίζοντας πως δεν είναι δεδομένο για έναν επαγγελματία να απολαμβάνει καθημερινά τη δουλειά του. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό, όπως εξηγεί, έχει παίξει ο Βασίλης Ξανθόπουλος, ο οποίος στην πρώτη του χρονιά ως προπονητής έχει καταφέρει να επιβάλει ξεκάθαρες αρχές και σωστή νοοτροπία.

Παράλληλα, ο Χάρις ανοίγει τη συζήτηση για το σύγχρονο μπάσκετ, εξηγώντας γιατί όλο και περισσότεροι νεαροί Ευρωπαίοι επιλέγουν το κολεγιακό σύστημα των ΗΠΑ, αλλά και τις βασικές διαφορές φιλοσοφίας ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ανατρέχει στη δική του πορεία, από το Wake Forest μέχρι τα ευρωπαϊκά παρκέ, εκφράζοντας την αγάπη του για την Ελλάδα, την συνύπαρξη του με τους Ιαν Βουγιούκα και Στέφανο Δέδα, ενώ δεν διστάζει να μιλήσει και για πιο δύσκολες στιγμές της καριέρας του, όπως η εμπειρία του στο Ισραήλ κατά την έναρξη του πολέμου.

Όλη η συνέντευξη του Σι Τζέι Χάρις στο Sportal

«Είναι εξαιρετική χρονιά έως τώρα. Προσωπικά απολαμβάνω την φετινή χρονιά, διότι συναντάς πολλούς προπονητές στην καριέρα σου και δεν είναι πολλές οι χρονιές ως επαγγελματίας που μπορείς πραγματικά να πεις ότι απολαμβάνεις όλους στα αποδυτήρια και ότι χαίρεσαι να πηγαίνεις κάθε μέρα στη δουλειά. Οπότε, αυτή ήταν μία τέτοια χρονιά για μένα».

Τι ρόλο έχει παίξει ο Βασίλης Ξανθόπουλος σε αυτό;

«Νομίζω ότι είναι ξεκάθαρα ένας σημαντικός παράγοντας στο πόσο απολαμβάνω τη χρονιά. Φροντίζει ώστε τα αποδυτήρια να είναι όπως πρέπει, θέλει όλοι να είναι στην ίδια σελίδα και να είναι καλοί συμπαίκτες και αυτό το έχει τονίσει από την αρχή της χρονιάς. Και πιστεύω ότι έγινε πολύ καλή δουλειά στο να επιλεγούν παίκτες με σωστό χαρακτήρα, κάτι που βοήθησε πολύ».

Ο Ξανθόπουλος είναι rookie σε αυτόν τον ρόλο. Τι είναι αυτό που τον κάνει ξεχωριστό ως προπονητή;

«Νομίζω ότι αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι ότι, παρότι είναι η πρώτη του χρονιά, δείχνει τεράστια αυτοπεποίθηση όταν κοουτσάρει. Δεν μοιάζει καθόλου σαν να είναι πρώτη του χρονιά. Η αυτοπεποίθηση του στα συστήματα που σχεδιάζει, στις αποφάσεις που παίρνει και όλο αυτό έρχεται από την εμπειρία του ως παίκτης και τον ρόλο του floor manager που είχε όταν αγωνιζόταν. Βλέπει το ίδιο καλά το παιχνίδι ως προπονητής, όπως και ως παίκτης».

Έχεις σκεφτεί όπως να γίνεις προπονητής μετά το τέλος της καριέρας σου;

«Δεν είμαι σίγουρος. Ειλικρινά δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω να κάνω μετά. Ξέρω ότι θα χρειαστεί να κάνω κάτι παραπάνω και θέλω να μείνω κοντά στο μπάσκετ. Προφανώς η προπονητική ίσως είναι μια επιλογή, αλλά για να είμαι ειλικρινής, όταν τελειώσω, θέλω απλά να είμαι στο σπίτι και να είμαι πατέρας για λίγο καιρό, και μετά θα δω τι θα κάνω».

Οπότε, αν η απάντηση ήταν ναι, το επόμενο βήμα θα ήταν να ξεκινήσεις ως βοηθός του Ξανθόπουλου;

«Θα ήταν ξεκαρδιστικό τρία χρόνια στη σειρά. Θα πήγαινα από συμπαίκτης του, σε παίκτης του και μετά βοηθός του».

Αυτή τη στιγμή στο ρόστερ σας, μόνο εσύ και ο Γιάνκοβιτς είστε από πέρσι. Όλοι οι υπόλοιποι είναι νέοι και νεαροί. Πιστεύεις ότι κάποιος από τους συμπαίκτες σου έχει αυτό το κάτι για να κάνει το επόμενο βήμα του χρόνου, στην EuroLeague ή στο NBA;

«Νομίζω ότι έχουμε κάποιους πολύ καλούς παίκτες φέτος που παίζουν τόσο καλά, που θα βοηθήσουν πολύ την καριέρα τους την επόμενη χρονιά. Δεν ξέρω πού θα καταλήξουν, αλλά πιστεύω ότι όλοι στο ρόστερ έδειξαν τις δυνατότητές τους και θα κάνουν ένα βήμα παραπάνω, είτε αγωνιστικά, είτε οικονομικά, ανάλογα με τους στόχους τους. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα επιλέξει ο καθένας».

Επίσης, σχετικά με δύο πρώην συμπαίκτες σου, είδαμε το περασμένο καλοκαίρι τον Ζούγρη και τον Αβδάλα να πηγαίνουν στις ΗΠΑ για να παίξουν κολεγιακό μπάσκετ. Γενικά, πολλοί Ευρωπαίοι ταλαντούχοι παίκτες κάνουν αυτή την κίνηση τα τελευταία χρόνια. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό; Γιατί τόσοι πολλοί νεαροί Ευρωπαίοι πηγαίνουν στις ΗΠΑ;

«Ναι, οι ευκαιρίες στο κολέγιο… έχεις δει τα συμβόλαια που παίρνουν αυτά τα παιδιά; Παίρνουν εκατοντάδες χιλιάδες, μέχρι και εκατομμύρια δολάρια. Οπότε η ευκαιρία να πας στο κολέγιο, να πάρεις εκπαίδευση, να βγάλεις πολλά χρήματα και να παίξεις σε ένα μεγάλο μπασκετικό επίπεδο στην Αμερική είναι τεράστια για παιδιά όπως ο Αβδάλας και ο Ζούγρης. Σίγουρα τους βοήθησε οικονομικά και τους βοήθησε να εξελιχθούν ως παίκτες. Γι’ αυτό πιστεύω ότι τόσα νέα ταλέντα παίρνουν αυτή την απόφαση».

Εκτός από το οικονομικό κομμάτι, μιλάμε και για την μπασκετική εξέλιξη. Είναι τόσο διαφορετικό ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη;

«Ναι, είναι πολύ διαφορετικό. Νιώθω ότι στην Αμερική είναι… «γη των ευκαιριών», όπως λένε. Ναι, και πιστεύω ότι εκεί δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις ατομικές δεξιότητες. Στην Ευρώπη δίνεται περισσότερη έμφαση στην ομαδική ανάπτυξη, στο πώς παίζεται το παιχνίδι, στις αναγνώσεις κ.λπ. Αλλά στην Αμερική μπορείς να δουλέψεις περισσότερο τα ατομικά σου στοιχεία και να εξελίξεις το παιχνίδι σου».

Μιας και μιλάμε για κολέγιο, εσύ έπαιξες στο Wake Forest. Ήσουν ηγέτης της ομάδας και μάλιστα επιλέχθηκες στην τρίτη καλύτερη πεντάδα της ACC. Παρ’ όλα αυτά, δεν επιλέχθηκες στο NBA Draft του 2013. Γιατί συνέβη αυτό;

«Μάλλον δεν ήμουν αρκετά καλός. Έπαιξα καλά. Η ομάδα δεν είχε μεγάλη επιτυχία σε νίκες-ήττες, αλλά ατομικά στις τελευταίες μου χρονιές έπαιξα καλά. Απλώς είναι πολύ δύσκολο να επιλεγείς στο draft. Έκανα κάποια workouts, κάποια πήγαν καλά. Έπαιξα στο summer league, όχι άσχημα, αλλά τελικά δεν ήμουν αυτό που έψαχναν. Συνήθως κοιτάνε περισσότερο το potential παρά την παραγωγικότητα. Δηλαδή επενδύουν στο μέλλον και όχι στο παρόν».

Υπήρχε κάποια ομάδα που θα ήθελες να αγωνιστείς αν σε επέλεγαν;

«Η αγαπημένη μου ομάδα ήταν πάντα οι Λέικερς. Ήμουν μεγάλος φαν του Κόμπι. Οπότε το να παίξω μαζί του θα ήταν όνειρο ζωής».

Πλέον τα τελευταία 13 χρόνια, παίζεις στην Ευρώπη. Έχεις αγωνιστεί σε επτά διαφορετικά πρωταθλήματα (Ελλάδα, Ισραήλ, Γαλλία, Τουρκία, Γερμανία, Βαλτική Λίγκα, Πολωνία). Ποιο ξεχωρίζεις περισσότερο και ποια χρονιά απόλαυσες πιο πολύ;

«Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα είναι η αγαπημένη μου χώρα και μέρος για να παίζω. Μου αρέσει η ζωή εδώ, μου αρέσει το μπάσκετ γιατί είναι σκληρό, ανταγωνιστικό και καλού επιπέδου».

Είπες ότι απολαμβάνεις περισσότερο την Ελλάδα. Ποια λίγκα όμως ξεχωρίζει; Ποια ήταν η πιο δύσκολη;

«Το δυνατότερο πρωτάθλημα ήταν το 2017-18 στην τουρκική λίγκα με την Σακάρια. Η τουρκική λίγκα τότε ήταν πολύ δυνατή. Η Φενέρμπαχτσε ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης, η Αναντολού Εφές ήταν πολύ καλή, όμως και η Τόφας».

Στην καριέρα σου έχεις υπάρξει με Έλληνες πριν μετακομίσεις στην Ελλάδα. Αρχικά με τον Ίαν Βουγιούκα το 2014-15 στην Ουλμ και με τον Στέφανο Δέδα στην Χάποελ Χολόν. Τι θυμάσαι από αυτούς;

«Όσον αφορά τον Ιαν τον θυμάμαι ως παίκτη, αλλά εκείνη η χρονιά ήταν πολύ καλή για μένα αγωνιστικά, οπότε κάπως τα ξέχασα όλα τα υπόλοιπα. Για τον Δέδα μπορώ πάντως… έχω πολλές ιστορίες, είναι πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα. Σκέψου ήξερα τι σημαίνει “μ@λ@κ@ς” πριν έρθω στην Ελλάδα, αλλά μία από τις αγαπημένες μου ιστορίες είναι όταν σε ένα παιχνίδι ήταν τιμωρημένος. Ήταν την περίοδο του COVID και είχαμε ένα εντός έδρας παιχνίδι. Στο προηγούμενο παιχνίδι δεν ξέρω τι έκανε, αλλά αποβλήθηκε και τιμωρήθηκε για το επόμενο. Σε εκείνο το παιχνίδι καθόταν στην εξέδρα, στο κέντρο, ανάμεσα στον κόσμο και ουσιαστικά… καθοδηγούσε όλο το γήπεδο. Ο κόσμος το λάτρεψε. Όλο το παιχνίδι ήταν όρθιος, φώναζε, πανηγύριζε. Ήταν ό,τι πιο αστείο έχω δει. Φοβερός τύπος».

Επίσης υπήρξες και συμπαίκτης με τον Μουσταφά Φαλ, ο οποίος επέστρεψε και παρότι την ηλικία και τον σοβαρό τραυματισμό, έδειξε σε πολύ καλή κατάσταση. Πόσο δύσκολο είναι για έναν παίκτη να επιστρέψει σε τόσο υψηλό επίπεδο μετά από σοβαρό τραυματισμό;

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο, ειδικά για κάποιον με το δικό του μέγεθος, γιατί τα γόνατα δέχονται τεράστια καταπόνηση. Αλλά με εξέπληξε γιατί δεν έδειχνε σαν να είχε χάσει χρόνο. Έκοβε σουτ, έπαιζε εξαιρετική άμυνα στο pick-and-roll. Χάρηκα πολύ που τον είδα να κινείται τόσο καλά».

Μίλησες μαζί του φέτος;

«Μίλησα όταν παίξαμε αντίπαλοι, τον ρώτησα πώς είναι και για την οικογένειά του».

Θέλω να επιστρέψουμε στο Ισραήλ. Ήσουν στη Χάποελ Χολόν τη σεζόν 23-24, στην αρχή του πολέμου. Πώς ήταν αυτό; Ήσουν εκεί με την οικογένειά σου;

«Ναι, είχα τη σύντροφό μου, τον γιο μου και την ανιψιά μου μαζί όταν ξεκίνησαν όλα».

Πόσο δύσκολο ήταν και πώς το διαχειρίστηκες;

«Πολύ δύσκολο. Είναι ακόμα πιο δύσκολο όταν έχεις την οικογένειά σου εκεί, γιατί σκέφτεσαι μόνο την ασφάλειά τους. Ευτυχώς, η ομάδα και η λίγκα μας έβγαλαν γρήγορα από το Ισραήλ. Μείναμε εκεί μόνο μία-δύο μέρες μετά την έναρξη και μετά πήγαμε στην Κύπρο. Μείναμε εκεί για λίγο και μετά στη Ρίγα της Λετονίας μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση».

Θυμάσαι πώς προέκυψε η Ελλάδα και το Περιστέρι; Πώς πήρες την απόφαση να έρθεις;

«Ήταν πριν δύο χρόνια, μετά το Ισραήλ. Ο μάνατζέρ μου μου έφερε πρόταση από δύο ελληνικές ομάδες, Πανιώνιο και Περιστέρι. Τελικά επέλεξα τον κόουτς Λιμνιάτη και το Περιστέρι, γιατί ήξερα την ιστορία της ομάδας, ήξερα ότι ερχόταν από μια πολύ καλή χρονιά με Final Four στο BCL. Επίσης ήμουν σε επαφή με τον Τζο Ράγκλαντ που είχε παίξει εκεί και γνώριζα και τον προπονητή από τα μεταξύ μας παιχνίδια. Κάναμε μια καλή συζήτηση και ένιωσα ότι μου ταιριάζει, οπότε πήγα».

Είδαμε φέτος το Περιστέρι και τον ΠΑΟΚ να κάνουν εξαιρετική χρονιά στο FIBA Europe Cup, τους Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό να διαπρέπουν στην Euroleague, την ΑΕΚ να είναι ένα βήμα πριν το δεύτερο συνεχόμενο Final Four στο BCL και γενικά το ελληνικό μπάσκετ να βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Πιστεύεις ότι αυτό θα έχει συνέχεια;

«Το ελπίζω. Το ελληνικό μπάσκετ είναι σε πολύ καλή κατάσταση αυτή τη στιγμή, με ανταγωνιστικές ομάδες εντός και εκτός συνόρων. Υπάρχουν περισσότερα χρήματα, καλύτεροι παίκτες, προπονητές και αυτό βοηθάει στο να χτίζεται το brand. Το πρωτάθλημα φέτος είναι πιο δύσκολο από πέρσι και όλες οι ομάδες είναι ανταγωνιστικές. Αυτό δείχνει ένα υγιές πρωτάθλημα».

Ωστόσο, δεν βλέπουμε τόσους πολλούς νέους Έλληνες παίκτες να αναδεικνύονται όπως παλιά. Γιατί συμβαίνει αυτό;

«Καλή ερώτηση. Νομίζω ότι κάποιοι φεύγουν για κολέγιο, όπως είπαμε πριν. Αν παίκτες όπως ο Αβδάλας ή ο Ζούγρης ήταν εδώ, θα έπαιζαν και θα είχαν σημαντικό ρόλο, σε οποιαδήποτε ομάδα. Οπότε, χάνεις κάποια ταλέντα προς τα κολέγια και από την άλλη, είναι δύσκολο για τους προπονητές να δώσουν χρόνο σε νέους παίκτες, γιατί κάθε κατοχή μετράει. Δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο για λάθη, και αυτό δυσκολεύει την ανάπτυξή τους. Το καλό με το Περιστέρι τα τελευταία χρόνια είναι ότι έδωσε ευκαιρίες σε νέους παίκτες να παίξουν και να κάνουν λάθη. Αυτό βοηθάει πολύ στην εξέλιξη. Η εμπειρία είναι ο καλύτερος δάσκαλος και πρέπει να είσαι στο γήπεδο για να γίνεις καλύτερος».