Εκείνο το ψηλό παιδί με τη χαίτη

Θανάσης Σκουρτόπουλος

Εκείνο το ψηλό παιδί με τη χαίτη

Δημήτρης Καρύδας 17:58 - 05.02.2026 / Ανανεώθηκε: 19:23 - 05.02.2026

Ο Δημήτρης Καρύδας γράφει για την απώλεια του Θανάση Σκουρτόπουλου και θυμάται τα πρώτα του μπασκετικά βήματα τη δεκαετία του 80'.

Το πρωινό τηλεφώνημα του Βασίλη Φραγκιά από το Ουλάν Μπατόρ της Μογγολίας είχε μόνο άσχημα μαντάτα. Ο ‘Ελληνας κόουτς που δουλεύει τα τελευταία χρόνια στην εθνική Μογγολίας μου μετέφερε το κακό σεφέρι για τον χαμό του Θανάση Σκουρτόπουλου που είχε μετακομίσει και αυτός πριν από μερικούς μήνες στη χώρα. Τον Σκουρτόπουλο οι περισσότεροι θα τον θυμόμαστε για τη θητεία του στην εθνική ομάδα σε δύσκολα, πέτρινα και όχι μακρινά χρόνια. Μου έλαχε να τον γνωρίσω πολύ πολύ νωρίτερα κάπου τον χειμώνα του 1981. Μοιράκιο της δημοσιογραφίας δούλευα στο ΦΩΣ των Σπορ και κάλυπτα όλο το ρεπορτάζ των μικρών εθνικών πρωταθλημάτων αλλά και των τοπικών κατηγοριών.

Δεν θυμάμαι ποιος μου είχε πει στο τηλέφωνο ‘’να πας να δεις ένα πιτσιρικά που παίζει στη Δάφνη Δαφνίου, τον Σκουρτόπουλο’’. Κάπως έτσι ένα βράδυ Πέμπτης που γίνονταν τα παιχνίδια της Β΄ΕΣΚΑ βρέθηκα στον αγώνα Δάφνης Δαφνίου-Αμπελοκήπων. Ανάμεσα στους άλλους πιτσιρικάδες και τους βετεράνους που έπαιζαν στις δύο ομάδες ο Σκουρτόπουλος ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Παρότι δεν ήταν πολύ αθλητικός είχε εντυπωσιακό άλμα, βαρύ κορμί με τη χαίτη που ήταν της μόδας στα 80’s και δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Επαιζε στη θέση 3 αλλά ήταν πολύ ψηλός για τα δεδομένα της εποχής και είχε ένα καταπληκτικό σουτ. Εκείνο το βράδυ έβαλε 35 πόντους και αν υπήρχε η γραμμή του τρίποντου σίγουρα θα είχε 6-7 εύστοχα στο ενεργητικό του. Στο τέλος της σεζόν σε ηλικία 17 ετών θα αναδεικνυόταν πρώτος σκόρερ της κατηγορίας. Ήθελα να του πάρω μια συνέντευξη στο τέλος του αγώνα αλλά ο Γιάννης Γουργιώτης (παίκτης παράλληλα του Ιωνικού Νικαίας που εκτελούσε χρέη προπονητή στη Δάφνη Δαφνίου) μου ζήτησε διακριτικά να το αποφύγω: ‘’Είναι μικρούλης ακόμη, μην δει το όνομα του στην εφημερίδα και πάρουν τα μυαλά του αέρα. Άλλωστε το καλοκαίρι θα τον δώσουμε σε μεγάλη ομάδα’’.

Οπερ και εγένετο. Παρότι ήδη μέλος της εθνικής παίδων με την οποία είχε παίξει σε έξι ματς του Ευρωμπάσκετ παίδων του 1981 ο Σκουρτόπουλος δεν είχε μάτια για άλλη ομάδα. ΑΕΚτζής από μικρός, ζήτησε από την Δάφνη να τον πουλήσει μόνο στην ομάδα της καρδιάς του. Και βρέθηκε στην ΑΕΚ το 1982 όπου ο Βαγγέλης Νικητόπουλος, που επίσης πρόσφατα έφυγε από κοντά μας, προσπαθούσε να χωρέσει στην ίδια πεντάδα τρεις σούπερ παίκτες της εποχής (Κόντος, Γκούμας, Γκέκος). Η ΑΕΚ έριχνε δίχτυα στα τοπικά πρωταθλήματα, ένα χρόνο πριν είχε αποκτήσει ένα άλλο σπουδαίο σκόρερ σε τοπικό επίπεδο τον Δημήτρη Τσούκα από την Ηλιούπολη που όμως σε αντίθεση με τον Σκουρτόπουλο δεν μακροημέρευσε στην ομάδα. Ο Σκουρτόπουλος φόρεσε για πρώτη φορά τα κιτρινόμαυρα στις 6 Οκτωβρίου του 1982 στο κλειστό της Νέας Φιλαδέλφειας σε ένα ευρωπαϊκό αγώνα. Η ΑΕΚ αντιμετώπιζε την Λάτε Σόλε (Φορτιτούντο) Μπολόνια χωρίς ξένους στη σύνθεση της και έχασε καθαρά με 89-72 με τον Αμερικάνο Φρεντ Ρόμπερτς να σκοράρει 29 πόντους για τους Ιταλούς. Μερικά λεπτά πριν το τέλος του αγώνα ο Νικητόπουλος έριξε στο παρκέ τον πιτσιρικά Σκουρτόπουλο παρέα με τον Κρητικό Γιάννη Σκαραντωνάκη που είχε αποκτήσει το ίδιο καλοκαίρι από τα Χανιά. Ο Σκουρτόπουλος είχε διαλέξει τη φανέλα με το νούμερο 12 την οποίο αποχωρίστηκε σχεδόν το 1991 όταν αποχώρησε από την ΑΕΚ.

Απόκομμα από το Φως των Σπορ 1982

Δεν έκανε ποτέ μεγάλη καριέρα ως αθλητής αλλά ήταν πάντοτε ένας πολύτιμος ρολίστας που ερχόταν από τον πάγκο για να παίξει άμυνα, να βάλει 1-2 τρίποντα και κυρίως να προσφέρει ότι μπορούσε στην ομάδα που αγαπούσε. Από το 1986 που θεσπίστηκε η Α1 και υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία μέχρι το 1991 έπαιξε σε 61 παιχνίδια πρωταθλήματος και σκόραρε 129 πόντους. Το καλοκαίρι του 1991 έμεινε ελεύθερος από την ΑΕΚ και μετακόμισε για δύο χρόνια στο Παγκράτι. Τραγική ειρωνεία αλλά τη δεύτερη χρονιά του στο Παγκράτι στο τεχνικό επιτελείο της ομάδας ήταν ο Βασίλης Φραγκιάς, ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε ζωντανό 34 χρόνια μετά. Στο Παγκράτι έπαιξε 17 παιχνίδια και σημείωσε 37 πόντους.

Ο δρόμος του με αυτόν της ΑΕΚ θα συναντιόταν μερικά χρόνια αργότερα. Όταν εγκατέλειψε το μπάσκετ ξεκίνησε να δουλεύει ως προπονητής και γύρισε στη Δάφνη Δαφνίου την οποία οδήγησε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Γ΄ εθνική. Το 2000 βρέθηκε στο πλευρό του Ντούσαν Ίβκοβιτς ως μέλος του προπονητικού επιτελείου της ΑΕΚ και παρέμεινε στο ίδιο πόστο όταν πέρασαν διαδοχικά από την τεχνική ηγεσία της ομάδας ο Ντράγκαν Σάκοτα και ο Φώτης Κατσικάρης. Το 2002 πανηγύρισε την κατάκτηση του τελευταίου τίτλου πρωταθλητή με την ΑΕΚ. Μετά από μια σύντομη στάση βοηθού του Αργύρη Πεδουλάκη στον Πανελλήνιο ανέλαβε πρώτος προπονητής στο Αιγάλεω το οποίο οδήγησε για πρώτη φορά στην Α1 και στην καλύτερη θέση της ιστορίας του, την 9η τη σεζόν 2007-08./ Η επόμενη δεκαετία τον βρήκε στους πάγκους διάφορων ομάδων και το 2018 προήχθη σε πρώτο προπονητή της εθνικής ανδρών θέση στην οποία έμεινε για τέσσερα χρόνια με ρεκόρ 18-5.