Γιατί του φερθήκαμε έτσι ρε;

Ο Κώστας Τσίλης γράφει δυο κουβέντες για τον Μάριο που έφυγε τόσο νωρίς, που ήταν τόσο καλός και που μπάλα και ζωή του φέρθηκαν τόσο άσχημα

Γιατί του φερθήκαμε έτσι ρε;

Ο Μάριος ήταν μόλις 33. Στα μάτια τα δικά μου απαγορεύεται να φεύγει ένας τόσο νέος άνθρωπος. Κανονικά ούτε καν από αρρώστια, αλλά εκεί με την φύση και με το γραμμένο της υγείας δεν μπορείς να τα βάλεις. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι απαγορευτικό, γιατί όλη η ζωή ήταν μπροστά του και δεν υπήρχε τίποτα και κανείς που θα έπρεπε αυτό να του το στερήσει.

Ο Μάριος ήταν ένα παιδί που γελούσε φωτεινά, αλλά και έκλαιγε συχνά. Το ποδόσφαιρο το αγαπούσε πολύ και θαρρώ πίστευε πως θα τον κάνει περισσότερο να γελάει και λιγότερο να κλαίει. Δεν ήταν όμως έτσι. Και το κατάλαβε από πολύ μικρός, μέσα σ’ εκείνο το αεροπλάνο που ταξίδευε για την Ιταλία. Πήγαινε για να κυνηγήσει το όνειρο που το υπαγόρευε η κορμοστασιά του και το ταλέντο του, αλλά το άγχος, η πίεση, η ανασφάλεια, τον έκαναν να κλαίει.  

Ήταν όμως μαχητής ο Μάριος και εκεί που ήταν τα ζόρικά, εκείνος έβλεπε την μάχη. Καταξιώθηκε στην Ιταλία, μέσα από χίλια ζόρια που η καρδούλα του μόνο τα ήξερε. Αλλά καταξιώθηκε. Και στην ΑΕΚ εκείνο το καλοκαίρι του 2018, για να δώσει την μάχη ήρθε. Για τους ομίλους του Τσάμπονς Λιγκ, για να πάρει η ομάδα το δεύτερο σερί πρωτάθλημα. Που να ‘ξερε, πως κάποιοι περίμεναν πως θα κάνει στο γήπεδο όσα έκανε ο Βράνιες παρόλο που είχε εντελώς άλλο στιλ και κάποιοι άλλοι πως θα ήταν αυτός που θα κάλυπτε τα κενά και τις παραλείψεις ενός συνολικά κακού αγωνιστικού σχεδιασμού.

Ο Μάριος δεν ήταν φυσικά τίποτα από τα δυο, αλλά πήγε με την ΑΕΚ στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Μάριος μάτωσε την φανέλα με τον δικέφαλο. Ο Μάριος ακόμα και στις πιο δύσκολες και περίεργες στιγμές, δεν κοροϊδεψε κανέναν. Αλλά όπως συνηθίζεται στην ΑΕΚ του «που πάμε με τους Μπακασέτες και του Μπακάκηδες», εκείνος ήταν που πλήρωσε μεγάλο κομμάτι του μαρμάρου της λανθασμένης αξιοποίησης της κατάκτησης του πρωταθλήματος του 2018 και των τραγικών επιλογών στον πάγκο από τον Ουζουνίδη και μετά. Η αγωνιστική ποιότητα είναι άλλο πράγμα, το κάνει ή δεν κάνει ένας παίκτης γι αυτό που θέλεις να πετύχεις και η συμπεριφορά και η ισοπέδωση ένα άλλο πράγμα.

Τα άκουσε πολλές φορές από μερίδα του κόσμου. Τα άκουσε πολλές φορές και από μας τους ρεπόρτερ που κρίνουμε την στιγμή, την φάση, το ματς πολλές φορές πολύ πιο αυστηρά και πιο άδικα από την μεγάλη εικόνα. Παρόλα αυτά ο Μάριος δεν έχασε το χαμόγελο του. Σίγουρα έκλαψε πολύ, εκεί που δεν τον βλέπαμε. Αλλά κάτω δεν το έβαλε. Κάτω δεν θα το έβαζε ποτέ και ας έβλεπε πως το ποδόσφαιρο δεν ήταν συνολικά αυτό που νόμιζε πως ήταν. Σάμπως όμως γενικώς η ζωή ήταν όπως νόμιζε πως ήταν. Η πατρίδα του, η κοινωνία που ζούσε, οι δρόμοι που κυκλοφορούσε, οι άνθρωποι γύρω του, σάμπως ήταν αυτό πως νόμιζε πως ήταν. Ούτε καν, κι αυτό το πλήρωσε κυριολεκτικά με την ζωή του.

Εν έτη 2026, υπάρχουν ακόμα τυφλά σημεία στους πιο πολυσύχναστους δρόμους. Καρμανιόλες που πρακτικά είναι αυτό το καταπληκτικό «πάμε και όπου βγει». Μια κοινωνία με πανάκριβα διόδια και σκοτώστρες δρόμους. Υπάρχουν και άνθρωποι που θα κάνουν την μπιπ τους, χωρίς να υπολογίσουν όχι συνέπειες, ούτε καν ζωές. Υπάρχουν ακόμα και αυτοί που την στιγμή που γίνεται το κακό, αντί να βοηθήσουν τραβάνε βίντεο. Και όταν μετά η αστυνομία κάνει εκκλήσεις για μαρτυρίες του συμβάντος απ’ αυτά τα βίντεο, μπας και βγει μια άκρη για το τι συνέβη, πέφτει εξαφανιζόλ. Πως κοιμούνται το βράδυ όλοι αυτοί. Πως κοιμόμαστε το βράδυ εμείς που ανεχόμαστε όλα τα αυτά και όλους αυτούς;

Τώρα πια για τον Μάριο τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει σημασία. Τώρα το χαμόγελο του έσβησε για πάντα και τίποτε δεν θα τον κάνει να κλάψει και πάλι. Μέχρι την τελευταία στιγμή, ήταν παλικάρι και ακόμα και τον χάρο τον κοίταξε με εκείνη την ζεστή, γεμάτη καλοσύνη ματιά του. Στα ίσια και κατάματα. Μπας και εκείνος του φερθεί καλά. Όπως τους κοίταζε όλους και όλα κατευθείαν μέσα στα μάτια και ίσια. Και στην μπάλα και στην ζωή. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο του φέρθηκε καλά. Ίσως ακριβώς επειδή κοίταζε τόσο κατευθείαν στα μάτια και ήταν τόσο ευγενής. Στο καλό να πας, καλέ μας Μάριε.