Τα «σκυλιά του πολέμου» που λατρεύει ο Λουτσέσκου

Ραζβάν Λουτσέσκου

Τα «σκυλιά του πολέμου» που λατρεύει ο Λουτσέσκου

Με το Λουτσέσκου να εξελίσσεται σε σύγχρονη εκδοχή του αείμνηστου Ευγένιου Γκέραρντ, η προπονητική φιλοσοφία του είναι παραπάνω από ευδιάκριτη πλέον - Γράφει στο Sportal.gr, ο Ελεύθερος Σκοπευτής.

Για τον προπονητή που το ποδόσφαιρο δεν είναι διασκέδαση αλλά επάγγελμα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πρωτίστως στο πως θα μπολιάσει τα χαρακτηριστικά έντεκα μονάδων, προκειμένου να παραχθεί το καλύτερο ομαδικό αποτέλεσμα.

Είναι άραγε ο Γιακουμάκης ο καλύτερος φορ της εποχής Σαββίδη στον ΠΑΟΚ, μετά τον Πρίγιοβιτς;

Mέσα στις περίπου 2.500 αποθεωτικές αντιδράσεις της σχετικής ανάρτησης στο Sportal.gr την προηγούμενη εβδομάδα, μάταια αναζήτησα emojis που υποδήλωναν διαφωνία.

Ίσως επειδή ο Λουτσέσκου δεν έχει social...

Αδιαπραγμάτευτες οι αντιρρήσεις του Ρασβάν, όχι μόνο ως προς την κατάταξη των δυο.

Δεν είναι ότι θα τοποθετούσε ψηλότερα το Γιακουμάκη, αλλά τον Πρίγιοβιτς δε θα τον ανέβαζε ούτε στο βάθρο.

Κάτω από Γιακουμάκη θα επέλεγε μάλλον Άκπομ, ίσως και Νέλσον Ολιβέιρα, μπορεί και Μπράντον.

Και στα πέριξ Σβιντέρσκι, Τσόλακ.

Ο Σέρβος πάντως, θα ήταν κάτω και από το Σαμάτα.

Με το Λουτσέσκου να εξελίσσεται σε σύγχρονη εκδοχή του αείμνηστου Ευγένιου Γκέραρντ, η προπονητική φιλοσοφία του είναι παραπάνω από ευδιάκριτη πλέον.

Δεν αρέσκεται σε παίκτες που συνηθίζουν να περιμένουν τη μπάλα μέσα στην περιοχή, για να εμπλουτίσουν τα στατιστικά και να καταστήσουν πιο δελεαστικό το βιογραφικό τους.

Αντίθετα, λατρεύει τα «σκυλιά του πολέμου» που θα γράψουν περισσότερα χιλιόμετρα εκτός περιοχής, μαρκάροντας και ανοίγοντας διαδρόμους.

Κυρίως παίζοντας ξύλο και ανταλλάσσοντας αγκωνιές με αντιπάλους χαφ και στόπερ, αποτρέποντας έτσι και την προώθηση τους για τη δημιουργία υπεραριθμίας.

Εκείνος που προτιμά να κατασκηνώνει μέσα στην αντίπαλη περιοχή περιμένοντας τη μπάλα για να εκτελέσει, είναι κατ΄ουσίαν ένας νεκρός παίκτης, που αναπνέει μόνο όταν η ομάδα του επιτίθεται και πλησιάζει την αντίπαλη εστία.

Για να φτάσουμε στο τελευταίο πρέπει να συνεισφέρουν άπαντες και όσο συχνότερα συμβαίνει τόσο αυξάνεται ο αριθμός των επιθέσεων.

Έστω κι ένας να μη συμμετέχει, επιβαρύνει τους υπόλοιπους με περισσότερες ανάσες και τρεξίματα.

Ο πολλαπλασιασμός των επιθέσεων, ενισχύει το ενδεχόμενο επίτευξης γκολ.

Και η συρρίκνωση των αντίστοιχων των αντιπάλων, μειώνει τις πιθανότητες να το δεχτείς.

Δεν πρόκειται για εξειδικευμένη ανάλυση ούτε απαιτούνται επιστημονικές γνώσεις, είναι ζήτημα στατιστικής και απλής λογικής.

Τις δυο προηγούμενες σεζόν ο ΠΑΟΚ ήταν με διαφορά η πιο παραγωγική ομάδα στην επίτευξη γκολ.

Το 2024 μάλιστα πέτυχε περισσότερα από 130 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις, με τη συγκομιδή να είναι εξωπραγματική.

Τα διαθέσιμα φορ -ή περίπου φορ- εκείνων των περιόδων ήταν ο Μπράντον, ο Σαμάτα, ο Τσάλοφ, ο Τισουντάλι.

Κανενός το μάτι δε γέμιζαν, ειδικά όταν οι ανταγωνιστές διέθεταν Ελ Κααμπί και Λιβάι. Μέχρι και ο Άρης του πιο κάτω επιπέδου, είχε Μορόν.

Κι όμως με «προβληματικά» φορ που ζορίζονταν αφάνταστα να σκοράρουν, ο ΠΑΟΚ ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός συγκριτικά με τις ομάδες των ΄΄εκτελεστών΄΄.

Δεν είναι θέμα εξατομικευμένης ποιότητας λοιπόν αλλά αναγκών και προδιαγραφών της ομάδας, που οριοθετεί μόνο ο προπονητής.

Ο μέσος φίλαθλος που πηγαίνει στο γήπεδο για χαρά και εκτόνωση, είναι φυσιολογικό να λατρεύει τον γκολτζή, ηρωοποιώντας εκείνον που θα υπογράψει τη νίκη.

Για τον προπονητή που το ποδόσφαιρο δεν είναι διασκέδαση αλλά επάγγελμα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πρωτίστως στο πως θα μπολιάσει τα χαρακτηριστικά έντεκα μονάδων, προκειμένου να παραχθεί το καλύτερο ομαδικό αποτέλεσμα.

Για να το δούμε και πιο πρακτικά, ούτε που θυμάμαι πόσες φορές είδαμε στο ΠΑΟΚ - Μπέτις το Γιακουμάκη να περιφέρεται μεταξύ κέντρου και μεγάλης περιοχής των Ισπανών, με τους αμυντικούς να προσπαθούν να τον σταματήσουν τραβώντας και κλωτσώντας.

Κάθε μια από τις αναρίθμητες αυτές φάσεις, μεταφραζόταν σε επίθεση του ΠΑΟΚ και μεταφοράς της μπάλας, γύρω ή μέσα στην περιοχή.

Σήμαινε επίσης κάρτες, αλλά και εκνευρισμό που γεννάται όταν αντιμετωπίζεις ένα τανκ που δύσκολα σωριάζεται.

Ο εκνευρισμός του αντιπάλου είναι μέγιστο δώρο, επιταχύνει την κούραση, προκαλεί θολούρα, απερισκεψία, έξτρα πίεση, ολιγωρία ή και βιασύνη.

Ατελείωτη γκάμα των συμπτωμάτων, με το μεγαλύτερο μέρος αυτών να μην αποτυπώνεται στη στατιστική. Η ιστορία θα γράψει το σκόρερ, αυτόν που θα μοιράσει την ασίστ, αλλά μέχρι να φτάσουμε στην κατάληξη υπάρχει ολόκληρη δεξαμενή διεργασιών και προϋποθέσεων, που δεν είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Και χωρίς αυτές, το γκολ δυσκολεύει.

Τον Αύγουστο του 2017 όταν ο Λουτσέσκου ανέλαβε τον ΠΑΟΚ, ο Πρίγιοβιτς ήταν ήδη το πιο βαρύ όνομα.

Πριν καλά καλά φθινοπωριάσει άρχισε να τρώει πάγκο για να παίζει ο «αδόκιμος», νεαρός και παρεξηγημένος Ευθύμης Κουλούρης, με τον κόσμο να ωρύεται βλέποντας εκτός γηπέδου τον λατρεμένο του παίκτη, από τον οποίον κάποτε ξεκινούσε η εντεκάδα.

Η ΄΄τιμωρία΄΄ ανάγκασε το Σέρβο να το πάρει αλλιώς και να γίνει πιο συμμετοχικός.

Το κατάφερε μέχρι ενός βαθμού, μάλλον από υποχρέωση.

Φεύγοντας στα μέσα της επόμενης χρονιάς, οι ασπρόμαυρες σημαίες στη Θεσσαλονίκη κυμάτιζαν μεσίστιες.

Παντού κατάθλιψη «τι θα απογίνουμε χωρίς τον killer, ποιος θα βάζει γκολ, θα χάσουμε το πρωτάθλημα»

Τελικά και πρωτάθλημα πήρε ο ΠΑΟΚ και αήττητο ήταν και νταμπλ έκανε, παίζοντας πιο απρόβλεπτο και ελκυστικό ποδόσφαιρο.

Πιο απελευθερωμένος χωρίς τον Πρίγιοβιτς, πιο επιθετικός, εμφανίζοντας περισσότερους σκόρερς και πρωταγωνιστές.

Αντί να παίζουν όλοι για έναν, έπαιζαν όλοι για την ομάδα.

Η εξήγηση τελικά ήταν πιο απλοϊκή απ΄όσο φαινόταν εξαρχής και περιγράφεται με το κάτωθι δίλλημα:

Περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας έχει η ομάδα που πετυχαίνει συνολικά πχ 70 γκολ, με τα 50 εξ΄ αυτών να ανήκουν σε έναν;

Ή όταν βάζει τα διπλά και σκοράρουν οι πάντες;

Ακόμα κι αν διαφωνούσατε αρχικά με τον Λουτσέσκου, να που τελικά συμφωνήσατε.