Ο Ντάβιντε Καλάμπρια.
Ο Νταβίντε Καλάμπρια σε συνέντευξή του στη «Gazzetta dello Sport» εξήγησε πως το έντονο ενδιαφέρον του Παναθηναϊκού και η πρόκληση της κατάκτησης του πρωταθλήματος μετά από πολλά χρόνια ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες για την επιλογή του. Παράλληλα, ο 28χρονος ποδοσφαιριστής παραδέχτηκε πως η Αθήνα, ως πόλη, τον γοήτευε πάντα.
Φυσικά, δεν παρέλειψε το γεγονός πως ήθελε να αγωνιστεί στη στη μεγάλη του αγάπη, τη Μίλαν, τονίζοντας πως η παρουσία του στην ομάδα ήταν η εκπλήρωση ενός ονείρου που είχε από την παιδική του ηλικία.

Αναλυτικά όσα δήλωσε
Για την απόφαση να έρθει στον Παναθηναϊκό:
«Ήμουν ελεύθερος και επέλεξα να μην περιμένω τη Serie A. Ο Παναθηναϊκός με ήθελε πραγματικά. Έχουν να κατακτήσουν το πρωτάθλημα εδώ και χρόνια, κι αυτός είναι ο στόχος μας. Η Αθήνα είναι μια πόλη γεμάτη ιστορία που πάντα με γοήτευε».
Για τον δεσμό του με τη Μίλαν:
«Η Μίλαν ήταν πάντα η αγαπημένη μου ομάδα. Ως παιδί, πήγαινα στο γήπεδο και ονειρευόμουν να φορέσω εκείνη τη φανέλα. Τα κατάφερα για αρκετά χρόνια και κέρδισα. Θα είχα μείνει στη Μίλαν για πάντα, ακόμα και δωρεάν. Απόλαυσα κάθε στιγμή και είμαι απίστευτα περήφανος. Η Μίλαν υπήρξε σχεδόν ολόκληρη η ζωή μου μέχρι τώρα. Με βοήθησε να μεγαλώσω και θα είμαι πάντα ευγνώμων».

Για το αν θα βλέπει τα παιχνίδια των «Ροσονέρι»:
«Φυσικά και βλέπω τα παιχνίδια της Μίλαν από την Ελλάδα. Μετά ίσως τα σχολιάζω με τους πρώην συμπαίκτες μου. Θα τους υποστηρίζω πάντα».
Για το ποιους συμπαίκτες του θεωρεί πιο ικανούς:
«Ως ακραίος αμυντικός, θα έλεγα τον Τεό Ερναντέζ, που ήταν και είναι ένας παίκτης διαφορετικού επιπέδου. Γενικά, ο Τζίτζι Ντοναρούμα, ένας παίκτης που ήταν προορισμένος για να πετύχει και προέρχεται από την ακαδημία του συλλόγου».

Για το είδωλό του:
«Πάντα θαύμαζα τον Πάολο Μαλντίνι, ως άνθρωπο και ως παίκτη. Νομίζω πως ήταν ο καλύτερος αμυντικός στην ιστορία».
Για τους προπονητές με τους οποίους είχε την καλύτερη σχέση:
«Ο Πίπο Ιντζάγκι μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω το ντεμπούτο μου, ο Μιχαΐλοβιτς με ήθελε στην ομάδα αντί να με στείλει δανεικό. Σέβομαι τον Μπρόκι για τις ιδέες του. Ο Γκατούζο με εκτόξευσε πραγματικά και μετά ήρθε ο Πιόλι, με τον οποίο μοιράστηκα τα πιο ικανοποιητικά μου χρόνια».