Σαν σήμερα πέρυσι έφυγε από τη ζωή ο θρύλος του Άρη, Αλέκος Αλεξιάδης και το Sportal σας παρουσιάζει ένα αφιέρωμα για τη σπουδαία καριέρα του.
Ένας χρόνος πέρασε από την ημέρα που ο Αλέκος Αλεξιάδης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών και η κληρονομιά του παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ. Δεν υπήρξε απλώς ένας ποδοσφαιριστής που σημείωσε 301 συμμετοχές και 127 γκολ με τη φανέλα του Άρη σε όλες τις διοργανώσεις, αλλά ένας άνθρωπος που ενσάρκωσε τις αξίες της εντιμότητας, της πίστης και της ανιδιοτελούς αγάπης για τον σύλλογο.
Η σταδιοδρομία του, από τις αλάνες του Θερμαϊκού μέχρι τα σαλόνια του «Stamford Bridge» και τον θρίαμβο του Κυπέλλου το 1970, αποτελεί μια μικρογραφία της ιστορίας του Άρη: Μια πορεία γεμάτη αγώνες, αδικίες, αλλά και στιγμές απόλυτης δόξας. Ο Αλεξιάδης δίδαξε ότι η «πανοπλία του Θεού του Πολέμου» δεν είναι απλώς μια εμφάνιση, αλλά ένα χρέος τιμής προς την ιστορία και τον κόσμο της Θεσσαλονίκης.
09:15 - 11.03.2026
Τρεις προπονητές, πολλές ευκαιρίες και ο Πέρεθ... άφαντος!
Ο Άρης πήρε το καλοκαίρι τον Κάρλες Πέρεθ για να κάνει τη διαφορά και να ηγηθεί της επιθετικής γραμμής, όμως ο Ισπανός άσος μόνο απογοητεύει...
Σήμερα, η 11η Μαρτίου δεν είναι μόνο μια ημέρα πένθους, αλλά και μια ημέρα εορτασμού της ζωής ενός αθλητή που ταύτισε την ύπαρξή του με τον Άρη. Η μνήμη του θα παραμείνει αιώνια όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα διηγούνται τις ιστορίες για τις κεφαλιές του «κανονιέρη» και για τον παίκτη που αρνήθηκε να «πυροβολήσει τα πόδια του» για χάρη της φανέλας που αγάπησε. Το Sportal τιμά τη μνήμη του με ένα αφιέρωμα...
Όταν ο θρύλος εντόπισε τον θρύλο
Η εμφάνιση του Αλέκου Αλεξιάδη στο ποδοσφαιρικό στερέωμα της Θεσσαλονίκης στα τέλη της δεκαετίας του 1950 δεν ήταν προϊόν ενός οργανωμένου συστήματος σκάουτινγκ με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά αποτέλεσμα μιας οργανικής διαδικασίας αναζήτησης ταλέντων στις γειτονιές και τα «μπλόκα» του Θερμαϊκού. Γεννημένος στις 3 Σεπτεμβρίου 1945 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Νεάπολη Κοζάνης, ο Αλεξιάδης μεγάλωσε σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της μεταπολεμικής περιόδου. Το ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο για τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, μια μορφή κοινωνικής κινητικότητας που απαιτούσε σκληραγώγηση και ακατέργαστο ταλέντο.
Η ένταξή του στα τμήματα υποδομής του Άρη σε ηλικία μόλις 12 ετών, το 1957, σηματοδότησε την έναρξη μιας σχέσης που θα διαρκούσε σχεδόν δύο δεκαετίες. Η επιλογή του από τον εμβληματικό παράγοντα Νίκο Καμπάνη και η ευλογία του ίδιου του Κλεάνθη Βικελίδη, ο οποίος είδε στον νεαρό Αλέκο στοιχεία της δικής του αγωνιστικής ορμής, λειτούργησαν ως καταλύτες για την εξέλιξή του. Σε μια εποχή που οι προπονήσεις δεν ήταν επαγγελματικές και τα χρήματα ελάχιστα, το κίνητρο για την ένταξη στην αποστολή της πρώτης ομάδας συχνά ξεπερνούσε τη δόξα, αγγίζοντας ακόμα και τις βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως το δικαίωμα σε ένα πλήρες γεύμα με κρέας στο ξενοδοχείο, πολυτέλεια σπάνια για τα δεδομένα της εποχής.
Το ιστορικό ντεμπούτο
Ο Αλεξιάδης πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην Α' Εθνική σε μια ηλικία που σήμερα θα θεωρούνταν απαγορευτική για το επίπεδο ανταγωνισμού της εποχής. Πριν καν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, έγινε ένας από τους πέντε ποδοσφαιριστές στην ιστορία του Άρη που αγωνίστηκαν στη μεγάλη κατηγορία σε τόσο νεαρή ηλικία. Συγκεκριμένα, η πρώτη του εμφάνιση καταγράφεται την περίοδο 1962-1963, σε έναν αγώνα εναντίον της ΑΕΚ. Παρά την ήττα της ομάδας του, η παρουσία του ήταν τόσο επιβλητική που οι φίλαθλοι τον μετέφεραν στα χέρια μετά τη λήξη του αγώνα, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον μελλοντικό ηγέτη της επίθεσης.
Η καθιέρωσή του υπήρξε αστραπιαία. Ο Αλεξιάδης έγινε ο δεύτερος νεότερος σκόρερ στην ιστορία του Άρη στην Α' Εθνική, πετυχαίνοντας γκολ σε ηλικία 17 ετών, 9 μηνών και 12 ημερών, ρεκόρ που καταρρίφθηκε αργότερα μόνο από τον Ντίνο Μπαλλή. Αυτή η πρώιμη ωριμότητα ήταν ενδεικτική της σωματικής του διάπλασης και της ικανότητάς του να ανταπεξέρχεται στις σκληρές μονομαχίες με έμπειρους αμυντικούς.
Η χρυσή δεκαετία του '60
Η δεκαετία του 1960 αποτέλεσε την περίοδο κατά την οποία ο Αλεξιάδης μεταμορφώθηκε στον απόλυτο «κανονιέρη» των ελληνικών γηπέδων. Η σταθερότητά του στο σκοράρισμα ήταν παροιμιώδης, καθώς είναι ο μοναδικός παίκτης στην ιστορία του Άρη που πέτυχε διψήφιο αριθμό γκολ σε οκτώ διαφορετικές σεζόν της Α' Εθνικής, εκ των οποίων οι επτά ήταν διαδοχικές. Αυτή η επίδοση δεν είναι απλώς ένας στατιστικός αριθμός, αλλά αντικατοπτρίζει την ικανότητα ενός αθλητή να διατηρείται στην κορυφή παρά τις αλλαγές σε συστήματα και συμπαίκτες.
Η απουσία του γκολ την περίοδο 1972-1973 οφείλεται σε τραυματισμούς και εσωτερικές ανακατατάξεις, ωστόσο η εντυπωσιακή επάνοδός του το 1973-1974 με 17 τέρματα απέδειξε ότι η εκτελεστική του δεινότητα παρέμενε αναλλοίωτη. Με τον Αλεξιάδη στην αιχμή του δόρατος, ο Άρης έγινε η πρώτη ομάδα εκτός ΠΟΚ που κατάφερε να τερματίσει στην πρώτη τριάδα του ελληνικού πρωταθλήματος, σπάζοντας ένα μονοπώλιο δεκαετιών.
Το απόγειο μίας σπουδαίας καριέρας με το Κύπελλο
Το 1970 αποτελεί το ορόσημο της σταδιοδρομίας του Αλεξιάδη, καθώς συνδέεται με την κατάκτηση του μοναδικού μεγάλου εγχώριου τίτλου του συλλόγου στη σύγχρονη εποχή. Η πορεία προς τον τελικό υπήρξε γεμάτη προκλήσεις, με τον Αλεξιάδη να σκοράρει κρίσιμα γκολ εναντίον του Παναθηναϊκού και της Καλλιθέας. Μάλιστα, λίγους μήνες πριν από τον τελικό, στις 5 Απριλίου 1970, ο Αλεξιάδης κατέγραψε ένα από τα σπανιότερα ατομικά ρεκόρ στην Α' Εθνική. Στη νίκη του Άρη με 6-0 επί του Ολυμπιακού Λευκωσίας, σημείωσε τέσσερα τέρματα στον ίδιο αγώνα, μπαίνοντας σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ παικτών που έχουν επιτύχει ανάλογο επίτευγμα.
Ο τελικός της 28ης Ιουνίου 1970, που διεξήχθη στο Καυτανζόγλειο Στάδιο εναντίον του ΠΑΟΚ, παραμένει μια από τις πιο συζητημένες αναμετρήσεις στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο Άρης επικράτησε με 1-0 χάρη στο γκολ του Μανώλη Κεραμιδά, όμως ο Αλεξιάδης ήταν αυτός που κυριάρχησε στις φάσεις της αναμέτρησης. Πέτυχε δύο τέρματα τα οποία ακυρώθηκαν ως οφσάιντ, προκαλώντας δικαιολογημένα έντονες διαμαρτυρίες, καθώς γενικότερα η διαιτησία ήταν εχθρική, αλλά η μαχητικότητά του καθ' όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού υπήρξε ο καταλύτης για τη νίκη. Η κατάκτηση αυτού του Κυπέλλου σφράγισε την υστεροφημία μιας ολόκληρης γενιάς παικτών, όπως ο Χρηστίδης, ο Πάλλας και ο Σπυρίδων, με τον Αλεξιάδη να αποτελεί την εμβληματική μορφή της επίθεσης.
Η ευρωπαϊκή παρουσία
Ο Αλέκος Αλεξιάδης υπήρξε πρωταγωνιστής στις πρώτες μεγάλες ευρωπαϊκές εξορμήσεις του Άρη, αντιμετωπίζοντας μερικά από τα κορυφαία ονόματα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Η παρουσία του στο Κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων και αργότερα στο Κύπελλο Κυπελλούχων προσέδωσε στον σύλλογο διεθνή αναγνώριση.
Το 1970, ο Άρης κλήθηκε να αντιμετωπίσει την κάτοχο του Κυπέλλου Αγγλίας, Τσέλσι. Στον πρώτο αγώνα στη Θεσσαλονίκη, η ομάδα απέσπασε ισοπαλία 1-1, με τον Αλεξιάδη να αποτελεί διαρκή κίνδυνο για την αγγλική άμυνα. Αν και στον επαναληπτικό του Λονδίνου η Τσέλσι επικράτησε με 5-1, ο Αλεξιάδης κατέγραψε πολύτιμες εμπειρίες απέναντι σε επαγγελματίες υψηλού επιπέδου. Ανάλογη ήταν και η παρουσία του στους αγώνες εναντίον της Κάλιαρι (1969), της ομάδας που τότε διέθετε τον κορυφαίο Ιταλό επιθετικό Τζίτζι Ρίβα.
«Τι λέτε ρε που θα βάλω εγώ γκολ στον Άρη;»
Το 1975, μετά από 13 χρόνια συνεχούς προσφοράς, ο Αλεξιάδης αποχώρησε από τον Άρη στο πλαίσιο μιας ριζικής-αναγκαστικής ανανέωσης της ομάδας. Μεταγράφηκε στον Παναιτωλικό, αλλά έθεσε έναν όρο που αναδεικνύει την απόλυτη ταύτισή του με τον Άρη: Υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό ότι δεν θα αγωνιζόταν ποτέ εναντίον της αγαπημένης του ομάδας.
Όταν ο τότε προπονητής του Παναιτωλικού, ο θρυλικός Στέφαν Μπόμπεκ, προσπάθησε να τον πιέσει να αγωνιστεί στον αγώνα με τον Άρη, ο Αλεξιάδης αρνήθηκε πεισματικά, δηλώνοντας τη μνημειώδη φράση: «Τι λέτε ρε που θα βάλω εγώ γκολ στον Άρη; Εγώ δεν πυροβολώ τα πόδια μου». Αυτή η στάση ζωής τον κατέστησε αιώνιο σύμβολο πίστης για τους φιλάθλους της ομάδας της Θεσσαλονίκης.
Ολοκλήρωσε την καριέρα του στην Καστοριά το 1977, έχοντας προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ελληνικό ποδόσφαιρο για συνολικά 15 χρόνια, όμως το... last dance του δεν θα μπορούσε να μην είναι με την κιτρινόμαυρη φανέλα. Στις 24 του Απρίλη το 1977 σ’ ένα φιλικό παιχνίδι με τον Πανσερραϊκό στο «Κλ. Βικελίδης» πέτυχε δύο γκολ, αποθεώθηκε από το κοινό κι έφυγε με δάκρυα στα μάτια.
Η Εθνική Ομάδα: Μια σχέση σημαδεμένη από την Χούντα
Η πορεία του Αλεξιάδη στην Εθνική Ελλάδας αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της καριέρας του. Παρά την αδιαμφισβήτητη αξία του, κατέγραψε μόλις μία επίσημη συμμετοχή. Ωστόσο, σε αυτή ήταν συγκλονιστικός. Στις 16 Οκτωβρίου 1966, στον αγώνα εναντίον της Φινλανδίας (2-1), ο Αλεξιάδης σημείωσε και τα δύο τέρματα της ελληνικής ομάδας. Αυτή η επίδοση τον κατέστησε έναν από τους μόλις έξι Έλληνες παίκτες που έχουν σκοράρει περισσότερα από ένα γκολ στο διεθνές τους ντεμπούτο.
Η περιορισμένη συνέχεια του στην Εθνική Ανδρών (αν και είχε δεκάδες συμμετοχές στην Εθνική Ενόπλων) αποδίδεται συχνά στο πολιτικό κλίμα της εποχής. Σύμφωνα με μαρτυρίες της συζύγου του, Μαρίας, ο Αλεξιάδης αποκλείστηκε από αποστολή της Εθνικής για την Αυστραλία με εντολή του τότε ισχυρού άνδρα του αθλητισμού της δικτατορίας, Κωνσταντίνου Ασλανίδη, λόγω των πολιτικών φρονημάτων μιας εξαδέλφης του (ήταν κουμουνίστρια). Αυτό το περιστατικό αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι αθλητές εκείνης της περιόδου, όπου η αξιοκρατία συχνά υποχωρούσε μπροστά στις σκοπιμότητες του καθεστώτος. Και ο ίδιος ο Άρης εξάλλου υπήρξε κόκκινο πανί για τη Χούντα.
Πάντα κοντά στον Άρη...
Μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, ο Αλεξιάδης παρέμεινε ενεργό μέλος της οικογένειας του Άρη μέσω του Συνδέσμου Παλαιμάχων. Η παρουσία του στο «Κλεάνθης Βικελίδης» ήταν συνεχής, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για τους νεότερους αθλητές. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο σύλλογος σε διοικητικό και αγωνιστικό επίπεδο, ο ίδιος παρέμενε «σημαία και ιστός», εκφράζοντας συχνά την πικρία του για την κατάσταση της ομάδας αλλά και την πίστη του στην αναγέννησή της.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίστηκαν από προβλήματα υγείας, τα οποία αντιμετώπισε με την ίδια μαχητικότητα που έδειχνε και στους αγωνιστικούς χώρους. Ο θάνατός του στις 11 Μαρτίου 2025 βύθισε στο πένθος όχι μόνο τον Άρη, αλλά ολόκληρο το ελληνικό ποδόσφαιρο, καθώς αναγνωρίστηκε από όλους ως μια από τις τελευταίες εμβληματικές μορφές μιας αυθεντικής εποχής.
Η κηδεία του Αλεξιάδη υπήρξε μια συγκλονιστική εκδήλωση λαϊκής λατρείας. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο γήπεδο του Άρη, ενώ η νεκρική πομπή πέρασε από το σπίτι του, σύμφωνα με δική του επιθυμία, πριν καταλήξει στα κοιμητήρια της Θέρμης. Οι εικόνες των παλιών του συμπαικτών, όπως ο Άγγελος Σπυρίδων, να λυγίζουν μπροστά στο φέρετρό του, έμειναν χαραγμένες στη μνήμη των φιλάθλων.