Ο Τάσος Δουβίκας μίλησε στη «Gazzetta dello Sport» για την πορεία του στην Κόμο, τη σημασία του Ράφα Μπενίτεθ στην καριέρα του και τους Έλληνες ποδοσφαιριστές που θυμάται
Ο Τάσος Δουβίκας, σε συνέντευξή του στην «Gazzetta dello Sport», μίλησε για την εντυπωσιακή του πορεία με την Κόμο, την επιρροή του Ράφα Μπενίτεθ στην καριέρα του, αλλά και τους Ελληνες παίκτες που γνωρίζει.
Η Κόμο συνεχίζει την εκπληκτική της πορεία στη Serie A, συντρίβοντας την Τορίνο με 6-0 για την 22η αγωνιστική. Η ομάδα του Σεσκ Φάμπρεγας έδειξε για ακόμη μία φορά την ποιότητά της, με τον Τάσο Δουβίκα να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής.
Ο 26χρονος Έλληνας επιθετικός είχε καθοριστική συμβολή, συμμετέχοντας σε τρία από τα γκολ της ομάδας του. Άνοιξε το σκορ μόλις στο 8ο λεπτό με ένα άψογο τελείωμα, αξιοποιώντας μια βαθιά μπαλιά και νικώντας τον αντίπαλο τερματοφύλακα.
Η εμφάνισή του χάρισε στον παίκτη τον τίτλο του πολυτιμότερου παίκτη (MVP) της αναμέτρησης. Με το γκολ αυτό, ο Δουβίκας έφτασε τα οκτώ τέρματα στο πρωτάθλημα και βρίσκεται πλέον στη δεύτερη θέση του πίνακα των σκόρερ, πίσω μόνο από τον Λαουτάρο Μαρτίνες της Ίντερ.
Στις δηλώσεις του στο ιταλικό μέσο, ο Δουβίκας αναφέρθηκε στη σημασία της θητείας του στην Ισπανία και τη συνεργασία του με τον νυν προπονητή του Παναθηναϊκού, Ράφα Μπενίτεθ, στη Θέλτα.
«Πιστεύω ότι η παρουσία μου στην Ισπανία με τη Θέλτα με βοήθησε σημαντικά. Εξελίχθηκα πολύ σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης. Το να αγωνίζομαι απέναντι σε ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα ή η Ρεάλ Μαδρίτης με προετοίμασε για να αντιμετωπίσω συλλόγους όπως η Ίντερ ή η Νάπολι. Ένας προπονητής σαν τον Ράφα Μπενίτεθ με δίδαξε πάρα πολλά», τόνισε ο Έλληνας φορ.
Στη συνέχεια, εξήρε και τον τωρινό του προπονητή, Σεσκ Φάμπρεγας: «Αντίστοιχα, ένας σπουδαίος προπονητής όπως ο Φάμπρεγας, επίσης Ισπανός, εδώ στην Κόμο με βοηθάει πάρα πολύ. Ξεκινώντας από την κατανόηση των διαφορών μεταξύ του ισπανικού και του ιταλικού ποδοσφαίρου, το οποίο είναι πολύ πιο αμυντικογενές. Στην Ισπανία δίνεται προτεραιότητα στην τεχνική και τη δημιουργικότητα, ενώ εδώ υπάρχει εμμονή με το αποτέλεσμα. Ωστόσο, μου αρέσει πολύ να παίζω και να ζω στην Ιταλία. Τόσο σε ποδοσφαιρικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, διανύω την καλύτερη περίοδο της ζωής μου».
Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Τάσου Δουβίκα:
Ξεκινάμε με μια εύκολη ερώτηση, ξέρεις ποιος είναι ο Κωνσταντίνος Μανωλάς; «Φυσικά. Ένας εξαιρετικός αμυντικός. Έκανε σπουδαία καριέρα και εδώ στην Ιταλία, με τη Ρόμα και τη Νάπολι».
Μπράβο, αλλά έπρεπε να προσθέσεις ότι είναι ο συμπατριώτης σου με τις περισσότερες συμμετοχές, 224, στο ιταλικό πρωτάθλημα. Και το όνομα του Ζήση Βρύζα σου λέει κάτι;« Ναι, τον γνωρίζω κι αυτόν. Είναι λίγο μεγαλύτερος από τον Μανωλά. Ήταν κι εκείνος πολύ καλός παίκτης, ένας εξαιρετικός επιθετικός».
Είναι και ο Έλληνας με τα περισσότερα γκολ στη Serie A, 25. Πόσο χρόνο θα χρειαστείς για να τον φτάσεις ή να τον ξεπεράσεις; «Σίγουρα θα χρειαστώ αυτή τη σεζόν. Και πιστεύω και την επόμενη».
Πριν από εσένα, 44 ποδοσφαιριστές από τη χώρα σου έχουν παίξει στη Serie A. Είναι πολλοί, λίγοι ή ο αριθμός είναι σωστός για το επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου; Και σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα το ελληνικό ποδόσφαιρο; «Έχουν συμβεί πολλά μετά την κατάκτηση του Euro 2004. Και γεγονότα που δεν σχετίζονται με το ποδόσφαιρο, αλλά το επηρέασαν αρνητικά. Αναφέρομαι στην οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα. Δεν μπορώ να πω πόσο ακριβώς επηρέασε, αλλά ίσως δεν είναι τυχαίο ότι τα χειρότερα χρόνια για το ελληνικό ποδόσφαιρο ήταν μεταξύ 2018-2020, που συνέπεσαν με τη δυσκολότερη περίοδο για την οικονομία μας. Σήμερα, όμως, έχουμε πολλούς παίκτες στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν προκριθήκαμε στο Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα είμαστε στο επόμενο Ευρωπαϊκό».
Σου αρέσει η αρχαία ιστορία της χώρας σου; «Πάρα πολύ. Είμαι μεγάλος θαυμαστής. Έχω διαβάσει πολλά βιβλία για το θέμα. Στην αρχαιότητα ήμασταν πρότυπο στη δημοκρατία, τα μαθηματικά, την τέχνη και τη φιλοσοφία…».
Άρα, θα ήσουν περισσότερο Αθηναίος φιλόσοφος ή Σπαρτιάτης πολεμιστής; «Οι Σπαρτιάτες ήταν απίστευτοι μαχητές. Η αντίστασή τους στις Θερμοπύλες εναντίον των Περσών… Οι Αθηναίοι ήταν διαφορετικοί, πιο προσανατολισμένοι στην πολιτική και τη μελέτη… Ας πούμε ότι προσπαθώ να είμαι ένας συνδυασμός και των δύο: πάντα προσπαθώ να χρησιμοποιώ τη λογική και τη σκέψη, αλλά αν χρειαστεί να πολεμήσω, δεν κάνω πίσω».
Ποιος σε έφερε σε πρώτη επαφή με την μπάλα; «Ο πατέρας μου, που ήταν πρώην ποδοσφαιριστής. Ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών, αλλά τότε μου άρεσε περισσότερο να τρέχω με τους φίλους μου παρά να παίζω ποδόσφαιρο. Στα επτά ξεκίνησα πιο σοβαρά, και ο πατέρας μου μαζί με έναν θείο μου με έβαλαν αμέσως σε επιπλέον προπονήσεις μετά το σχολείο. Ακούγεται περίεργο τώρα, γιατί ήμουν πολύ μικρός, αλλά σήμερα μπορώ να πω ότι αυτές οι έξτρα τεχνικές και αθλητικές προπονήσεις με βοήθησαν πάρα πολύ».
Σε ποιο επίπεδο έπαιζε ο πατέρας σου;«Έφτασε μέχρι τη δεύτερη κατηγορία της Ελλάδας. Αγωνιζόταν ως αριστερός εξτρέμ».
Και η υπόλοιπη οικογένεια;«Έχω έναν αδελφό τέσσερα χρόνια μικρότερο».
«Ο αδερφός μου είναι εντελώς διαφορετικός από εμένα. Δεν τον απασχολεί καθόλου το ποδόσφαιρο ή ο αθλητισμός γενικότερα. Το πάθος του είναι οι υπολογιστές».
Το άλμα στην Ολλανδία και η Ουτρέχτη
Σε ηλικία 21 ετών, η καριέρα του πήρε ευρωπαϊκή τροπή, με προορισμό την Ολλανδία και την Ουτρέχτη. Πώς προέκυψε αυτή η μεταγραφή;
«Με είχαν παρακολουθήσει κάποιοι σκάουτερ της ομάδας σε αγώνες μου στον Βόλο. Παρότι είχα προτάσεις από μεγάλους συλλόγους στην Ελλάδα, είχα ήδη πάρει την απόφαση να φύγω στο εξωτερικό για να εξελιχθώ. Οι άνθρωποι της Ουτρέχτης ήρθαν, μου παρουσίασαν το πλάνο τους και κατάφεραν να με πείσουν. Η Ουτρέχτη φάνταζε ιδανική επιλογή, καθώς η Ολλανδία είναι γνωστή για την ανάδειξη νέων ταλέντων. Με υποδέχτηκαν θερμά σε μια χώρα πιο οργανωμένη και με διαφορετική ποδοσφαιρική κουλτούρα. Στην Ελλάδα, ο φανατισμός είναι έντονος, ο ρυθμός του παιχνιδιού πιο αργός και οι διακοπές συνεχείς. Αντίθετα, στην Ολλανδία οι ομάδες παίζουν γρήγορο και ομαδικό επιθετικό ποδόσφαιρο. Στην Ουτρέχτη όλοι με στήριξαν και έκανα πολλούς φίλους».
13:35 - 26.01.2026
«On fire» Δουβίκας και Παυλίδης, ασίστ και νίκη για τον Γιαννούλη κόντρα στην Μπάγερν: Η ανάλυση των Ελλήνων του εξωτερικού στο Sportal
Ο Τάσος Δουβίκας και ο Βαγγέλης Παυλίδης σκόραραν ακόμα δύο γκολ, ασίστ είχε ο Δημήτρης Γιαννούλης στη μεγάλη νίκη της Άουγκσμπουργκ απέναντι στην Μπάγερν. Τι έκαναν οι υπόλοιποι.
Όταν πήγες εκεί, γνώριζες ότι από την ίδια ομάδα είχε περάσει και ο θρυλικός Μάρκο φαν Μπάστεν;
«Ναι, μου το είπαν. Πολλοί σπουδαίοι επιθετικοί έχουν αγωνιστεί στην Ουτρέχτη, όπως ο Μέρτενς που αργότερα έκανε καριέρα στη Νάπολι».
Παρακολούθησες βίντεο με τα γκολ του φαν Μπάστεν;
«Όχι πολλά. Είναι διαφορετικό να τον βλέπεις ζωντανά. Άλλωστε, το δικό μου είδωλο ήταν πάντα ο Ρονάλντο, το "Φαινόμενο". Για μένα, ως παιδί, ήταν απλά μοναδικός».
Βρίσκεις κάποια ομοιότητα στο παιχνίδι σου με εκείνον;
«Ίσως σε ορισμένες κινήσεις που κάνω για να απελευθερωθώ και να σουτάρω».
Περιέγραψες τις διαφορές μεταξύ ελληνικού και ολλανδικού ποδοσφαίρου. Πώς είναι το ιταλικό;
«Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Απαιτεί πολυσύνθετες ικανότητες. Πρέπει να ξέρεις να αμύνεσαι, να επιτίθεσαι και να έχεις την τεχνική κατάρτιση για να κινηθείς σε κλειστούς χώρους. Η ταχύτητα και η σωματική δύναμη είναι απαραίτητες. Κάθε αγώνας είναι μια πραγματική μάχη. Ως επιθετικός, οι ευκαιρίες για γκολ είναι πολύ λιγότερες σε σχέση με άλλα πρωταθλήματα. Μπορεί να βρεθείς με την μπάλα κοντά στην περιοχή και να έχεις τέσσερις αμυντικούς πάνω σου. Γι' αυτό, όταν σου δοθεί η ευκαιρία, πρέπει να σκοράρεις, αλλιώς θα το μετανιώσεις».
Παρά τις δυσκολίες, η προσαρμογή σου στην Ιταλία ήταν ταχύτατη.
«Νομίζω ότι με βοήθησε η θητεία μου στην Ισπανία με τη Θέλτα. Ωρίμασα πολύ σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης. Το να αντιμετωπίζεις ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα ή η Ρεάλ σε προετοιμάζει για συλλόγους του επιπέδου της Ίντερ ή της Νάπολι.
Ένας προπονητής σαν τον Ράφα Μπενίτεθ μου έμαθε πολλά. Το ίδιο ισχύει και για έναν σπουδαίο προπονητή όπως ο Φάμπρεγκας εδώ στην Κόμο, ο οποίος, όντας Ισπανός, με βοηθά να κατανοήσω τις διαφορές μεταξύ του ισπανικού και του ιταλικού ποδοσφαίρου. Το ιταλικό είναι πολύ πιο αμυντικογενές, με εμμονή στο αποτέλεσμα, ενώ στην Ισπανία κυριαρχούν η τεχνική και η φαντασία. Πάντως, μου αρέσει πολύ να παίζω και να ζω στην Ιταλία. Τόσο σε ποδοσφαιρικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, διανύω την καλύτερη περίοδό μου».
Η συνεργασία με τον Φάμπρεγκας και το στυλ της Κόμο
Είναι ο Φάμπρεγκας όντως μια ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα;
«Ναι. Ο Σεσκ είναι ένας από τους λόγους που ήρθα εδώ. Μοιραζόμαστε την ίδια εργασιακή ηθική, το ίδιο πάθος και την ίδια φιλοσοφία για το ποδόσφαιρο. Κάθε μέρα μου ζητά να γίνομαι καλύτερος».
Και τι σου ζητάει μέσα στο γήπεδο;
«Να βοηθάω την ομάδα με πολλούς τρόπους, ανάλογα με τον αγώνα και τον αντίπαλο. Έχω διάφορα καθήκοντα: να κατεβαίνω στον χώρο του κέντρου για να συμμετέχω στην ανάπτυξη, να μένω ψηλά για να βοηθώ τους μέσους ή να κινούμαι στα πλάγια. Είναι πολλές οι αρμοδιότητες, αλλά με βοηθούν να εξελιχθώ ως επιθετικός».
Σε ένα ιταλικό πρωτάθλημα που κυριαρχείται από την τακτική και τη δύναμη, η Κόμο με την τεχνική της αποτελεί μια ευχάριστη εξαίρεση.
«Διαθέτουμε πολλούς ταλαντούχους παίκτες και μας αρέσει να έχουμε την κατοχή της μπάλας. Το επιθετικό μας στυλ απαιτεί τεχνική, και η τεχνική είναι πάντα θεμελιώδης στο ποδόσφαιρο».
«Una Faccia, Una Razza»
Γνωρίζεις την έκφραση «Ιταλοί και Έλληνες, ένα πρόσωπο…»;
«…μια φυλή, ναι. Κατά τη γνώμη μου, είναι αλήθεια. Μοιάζουμε πολύ στον χαρακτήρα».
Ποιος είναι πιο φασαριόζος;
«Ο Έλληνας. Μιλάμε πολύ πιο δυνατά».
Ποιος οδηγεί χειρότερα;
«Οι Έλληνες. Στις πόλεις μας μπορείς να δεις μια λωρίδα αυτοκινήτων, δίπλα μια λωρίδα μηχανάκια, μετά πάλι αυτοκίνητα και πάλι μηχανάκια, σε δρόμο με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η οδήγηση είναι πολύ επικίνδυνη».
Ποιος είναι πιο πνευματώδης;
«Και οι δύο».
Ποιος είναι πιο ζηλιάρης;
«Δεν ξέρω. Εγώ, για παράδειγμα, είμαι σε σχέση πρόσφατα αλλά δεν είμαι ζηλιάρης».
Ποιος θυμώνει πιο εύκολα;
«Δεν έχω ιδέα».
Ποιος δουλεύει περισσότερο;
«Δεν γνωρίζω πόσο δουλεύουν οι Ιταλοί, αλλά ξέρω ότι πολλοί φίλοι μου στην Ελλάδα, λόγω της κρίσης, κάνουν δύο δουλειές».
Αληθεύει ότι το Κόμο σου θυμίζει τις ελληνικές παραλίες;
«Το Κόμο είναι πανέμορφο, αλλά εγώ βρίσκω ομοιότητες με ορισμένες παραλίες στην Ελλάδα. Μου αρέσει να περπατάω και να πίνω καφέ στο κέντρο της πόλης».
Και οι οπαδοί;
«Ένα αυτόγραφο ή μια φωτογραφία είναι αρκετά. Στην πατρίδα μου θα με είχαν κατακλύσει».