Ο Βαγγέλης Μάντζαρης μίλησε στο Sportal και τον Παναγιώτη Νομικό για το project της Μυκόνου, ανέλυσε τις διαφορές Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, εξήγησε γιατί η EuroLeague είναι πιο απρόβλεπτη από ποτέ και κατέθεσε τις προβλέψεις του για το φετινό Final 4 και τη σεζόν γενικότερα.
Ο Βαγγέλης Μάντζαρης δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέπουν το μπάσκετ επιφανειακά. Με εμπειρίες από το υψηλότερο επίπεδο, τίτλους, Final Four και μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές, μιλά με καθαρή ματιά τόσο για τη φετινή του παρουσία στη Μύκονο όσο και για όσα συμβαίνουν στο ελληνικό και ευρωπαϊκό μπάσκετ.
Αναφερόμενος στη Μύκονο, κρατά χαμηλούς τόνους, υπογραμμίζοντας πως για μια ομάδα που ανεβαίνει για πρώτη φορά κατηγορία ο αρχικός στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η παραμονή. Όπως τονίζει, «όταν μιλάμε για έναν σύλλογο μόλις τριών-τεσσάρων ετών, είναι αυτονόητο ότι πρώτα κοιτάς να σταθείς στην κατηγορία». Παράλληλα, όμως, επισημαίνει ότι η πορεία της ομάδας μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς «μέσα σε τρία χρόνια ανέβηκε από την Β΄ Εθνική στην Stoiximan GBL», κάτι που, όπως λέει, αποτυπώνει τη σοβαρότητα του project.
Χωρίς να επεκτείνεται υπερβολικά, σημειώνει ότι η Μύκονος διαθέτει ανθρώπους που γνωρίζουν την κατηγορία, έναν έμπειρο προπονητή και ένα ρόστερ με σωστή ισορροπία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ομάδα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη μάχη της σωτηρίας. «Δεν είμαστε απλώς εδώ για να παλέψουμε την παραμονή», αναφέρει χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της νοοτροπίας.
Ο 35χρονος γκαρντ αναφέρθηκε και στην πορεία των δύο «αιωνίων» στην Euroleague. Για τον Ολυμπιακό, τονίζει ότι η σταθερότητα είναι το βασικό του πλεονέκτημα. Η φιλοσοφία του Γιώργου Μπαρτζώκα, όπως εξηγεί, βασίζεται στη χημεία, στην κίνηση της μπάλας και στην ομοιογένεια που χτίζεται με τα χρόνια. «Μπορεί να μην πιάνει πάντα το απόλυτο ταβάνι του, αλλά σπάνια θα πέσει πολύ χαμηλά», σημειώνει, περιγράφοντας μια ομάδα με ξεκάθαρη ταυτότητα
Σε αντίθεση με αυτή τη σταθερότητα, ο Παναθηναϊκός παραμένει μια ομάδα μεγάλων διακυμάνσεων. Ο δύο φορές πρωταθλητής Ευρώπης εστιάζει κυρίως στη διαχείριση των ρόλων, εξηγώντας ότι ο Εργκίν Αταμάν έχει μάθει να δουλεύει με περιορισμένο rotation, κάτι που γίνεται πιο δύσκολο όταν διαθέτεις ένα ρόστερ γεμάτο προσωπικότητες. «Όταν έχεις 12–15 παίκτες που όλοι πρέπει και θέλουν να παίζουν, εκεί αρχίζουν τα δύσκολα», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ψυχολογίας και της αυτοπεποίθησης, ειδικά για παίκτες που χρειάζονται ξεκάθαρο ρόλο, όπως ο Τι Τζέι Σορτς.
Συνολικά για τη EuroLeague, ο έμπειρος γκαρντ μιλά για μια διοργάνωση πιο ανοιχτή και απρόβλεπτη από ποτέ. «Πλέον ο καθένας μπορεί να κερδίσει τον οποιονδήποτε, εντός ή εκτός έδρας», λέει, αποδίδοντας αυτή την εικόνα στον αυξημένο ρυθμό, στα υψηλότερα σκορ και στο εξαντλητικό πρόγραμμα με συνεχόμενα ταξίδια και αγώνες. Παρότι αναγνωρίζει ότι το θέαμα έχει ανέβει, δεν κρύβει πως του λείπει η παλιά ένταση, όταν κάθε ήττα είχε χαρακτήρα τελικού.
Όσο για τις φετινές του προβλέψεις, ο Μάντζαρης εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός από άλλες χρονιές. Θεωρεί ότι υπάρχουν έξι ομάδες που ξεχωρίζουν καθαρά στη μάχη του Final Four: Χάποελ, Μπαρτσελόνα, Φενέρμπαχτσε, Μονακό, Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός. Στη συζήτηση βάζει και τη Βαλένθια, αν και εκφράζει αμφιβολίες για το αν μπορεί να αντέξει μέχρι τέλους, λόγω έλλειψης εμπειρίας στα play-off. Όπως εξηγεί, σε σειρές υψηλής πίεσης το know-how και οι προσωπικότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Κλείνοντας, ο Βαγγέλης Μάντζαρης δεν κρύβει ότι το μπάσκετ θα συνεχίσει να αποτελεί κομμάτι της ζωής του και μετά το τέλος της καριέρας του. «Δεν νομίζω ότι μπορώ απλώς να κάθομαι στο σπίτι», λέει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο της προπονητικής. Γιατί, όπως ο ίδιος συνοψίζει, για όσους μεγάλωσαν μέσα στα γήπεδα, το μπάσκετ δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα, είναι τρόπος ζωής.
Ολόκληρη η συνέντευξη του Βαγγέλη Μάντζαρη
Για την Μύκονο: «Κακά τα ψέματα, όταν ανεβαίνεις για πρώτη φορά στην ιστορία σου και μάλιστα όταν μιλάμε για έναν σύλλογο που υπάρχει μόλις τρία-τέσσερα χρόνια ο πρώτος στόχος είναι η παραμονή. Η Μύκονος έκανε μια αλματώδη πορεία: από τη Β’ Εθνική μέχρι την Α1 μέσα σε τρία χρόνια. Αυτό από μόνο του λέει πολλά».
Παρ’ όλα αυτά, δεν είμαστε μια άπειρη ομάδα. Οι άνθρωποι που “τρέχουν” τον σύλλογο γνωρίζουν την κατηγορία, έχουν εμπειρία από το ελληνικό πρωτάθλημα και φυσικά ο κόουτς Ζιάγκος είναι χρόνια στους πάγκους και ξέρει πώς να διαχειρίζεται τέτοιες καταστάσεις.
Υπάρχει ένας πολύ καλός συνδυασμός ταλαντούχων και έμπειρων παικτών. Παίκτες όπως ο Κέντρικ Ρέι ή ο Μάιλς Χέσον έχουν ζήσει το πρωτάθλημα, ενώ υπήρχε και ο Τζέρεμι Έβανς στην αρχή, που δυστυχώς στάθηκε άτυχος με τη μέση του και δεν είναι μαζί μας πλέον. Παράλληλα, υπάρχουν και ταλαντούχα παιδιά, όπως ο Τάιρι Απλμπι και άλλοι. Κρυφά μεταξύ μας πιστεύουμε ότι δεν είμαστε ομάδα απλώς για να παλέψει την παραμονή. Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο.»
Για την προοπτική μια ευρωπαϊκής συμμετοχής στο μέλλον: «Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Κάθε χρόνο οι στόχοι ανεβαίνουν. Αν η ομάδα τερματίσει φέτος σε μια καλή βαθμολογική θέση, θεωρώ ότι του χρόνου θα υπάρχει ξεκάθαρη θέληση να παίξει η Μύκονος στην Ευρώπη. Η διοίκηση κοιτάει πάντα μπροστά.»
Για το πώς έχει αγκαλιάσει ο κόσμος την ομάδα: «Για εμάς είναι τιμή και παράσημο ότι έχουμε δώσει στη Μύκονο μια άλλη ταυτότητα: να ακούγεται για αθλητισμό. Κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Ο κόσμος του νησιού δεν είναι ο καλοκαιρινός, των πάρτι και του τουρισμού. Είναι οι 7-8 χιλιάδες άνθρωποι που ζουν εδώ όλο τον χρόνο. Το καλοκαίρι δουλεύουν ασταμάτητα και τον χειμώνα περιμένουν πώς και πώς το Σάββατο για να έρθουν στο γήπεδο. Μας ακολουθούν παντού, ακόμα και εκτός έδρας. Η αγάπη που παίρνουμε είναι απίστευτη. Μας έχουν σαν παιδιά τους, μας προσέχουν, δεν μας λείπει τίποτα. Είναι κάτι πραγματικά μοναδικό.»
Για το αν η Μύκονος είναι παράδειγμα προς μίμηση: «Σίγουρα. Θα σου πω κάτι που δεν το συναντάς εύκολα στο ελληνικό πρωτάθλημα. Μόλις τελειώσει ο αγώνας, πηγαίνουμε όλοι μαζί να χειροκροτήσουμε την αντίπαλη ομάδα. Το κάνει και ο κόσμος. Δεν υπάρχουν αποδοκιμασίες, στη χειρότερη περίπτωση θα ακούσεις ένα απλό “ου”. Οι παλιές εποχές, τοπικισμοί, τραμπουκισμοί, προπηλακισμοί και χουλιγκανισμοί έχουν ξεπεραστεί. Αυτό είναι υγιές και το θέλει ο κάθε αθλητής. Μου αρέσει να έχω θερμά κοινά, αλλά με μέτρο. Επίσης, είναι σημαντικό ότι το μπάσκετ αρχίζει σιγά σιγά να ξεφεύγει από το δίπολο Αθήνα–Θεσσαλονίκη. Όσο περισσότερες ομάδες από την περιφέρεια ανεβαίνουν, τόσο περισσότερα παιδιά σε όλη την Ελλάδα θα θέλουν να παίξουν μπάσκετ. Και το πρωτάθλημα θα γίνεται όλο και πιο όμορφο.»
Για την Stoiximan GBL: «Συμφωνώ απόλυτα. Θεωρώ ότι φέτος βλέπουμε το πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα των τελευταίων δέκα, ίσως και είκοσι, χρόνων. Τουλάχιστον από τότε που το ζω εγώ από κοντά. Δεν υπάρχει πια ομάδα για την οποία λες από νωρίς “αυτή θα πέσει”. Ακόμα και στην αρχή της χρονιάς, κάποιοι έλεγαν ότι ίσως η Μύκονος, λόγω απειρίας, θα κινδυνεύσει. Πλέον, όμως, με τις εμφανίσεις μας και τη βαθμολογική εικόνα, αυτό έχει αλλάξει. Αν κοιτάξεις τη βαθμολογία, βλέπεις ομάδες με μεγάλα μπάτζετ να βρίσκονται χαμηλά. Δεν μπορείς να προβλέψεις ποιος θα υποβιβαστεί. Και αυτό συμβαίνει γιατί σχεδόν όλες οι ομάδες έχουν πλέον καλή οικονομική βάση, αυξημένα μπάτζετ και καλά συμβόλαια, τόσο για ξένους όσο και για Έλληνες παίκτες. Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί. Όταν βλέπεις ομάδες όπως ο Άρης, ο ΠΑΟΚ ή ο Ηρακλής να δυναμώνουν, είναι χαρά για το ελληνικό μπάσκετ. Όσο ανεβαίνει το επίπεδο αυτών των ομάδων, ανεβαίνει συνολικά και το πρωτάθλημα. Δεν μιλάμε μόνο για 12 ή 15 παίκτες. Μιλάμε για εκατοντάδες ανθρώπους: προπονητές, staff, διοικητικούς, φυσιοθεραπευτές. Όταν μια ομάδα πάει καλά, ωφελούνται όλοι. Το οικονομικό επίπεδο ανεβαίνει συνολικά. Ακόμα και ομάδες που βρίσκονται χαμηλά, όπως το Μαρούσι, έχουν ανθρώπους που επενδύουν. Η ΑΕΚ είναι πάντα εκεί. Γενικά, το επίπεδο ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο και ελπίζω πραγματικά να συνεχιστεί έτσι.»
Για τον ανταγωνισμό στην Euroleague: «Τα παιχνίδια είναι ασταμάτητα, παίζεις δύο φορές την εβδομάδα, ταξιδεύεις συνεχώς, και πλέον ο καθένας μπορεί να κερδίσει τον οποιονδήποτε εντός ή εκτός έδρας. Οι έδρες δεν είναι πια αυτό που ήταν. Παλιά δεν περνούσες ούτε από το ΣΕΦ ούτε από το ΟΑΚΑ. Τώρα όλα είναι ανοιχτά. Το μπάσκετ έχει αλλάξει. Έχει γίνει πιο αθλητικό, πιο γρήγορο, πιο κοντά στο NBA. Οι κατοχές έχουν αυξηθεί, τα σκορ ανεβαίνουν, και όταν παίζεις γύρω στους 100 πόντους, η διακύμανση είναι τεράστια.
Αυτό που με προβληματίζει λίγο, ίσως επειδή είμαι και πιο ρομαντικός, είναι ότι έχει χαθεί ένα κομμάτι της παλιάς έντασης. Παλιά, στην Ευρώπη, όταν έχανες, “πονούσε”. Δεν υπήρχε αύριο. Τώρα μπορεί να χάσεις ένα, δύο, τρία παιχνίδια και να λες “εντάξει, προχωράμε”. Αυτό θυμίζει NBA regular season. Από τη μεριά του αθλητή, βέβαια, είναι καλύτερο να παίζεις συνεχώς, όλοι οι παίκτες προτιμούν τους αγώνες από τις προπονήσεις. Αλλά σαν φίλος του μπάσκετ, μου λείπει εκείνη η αίσθηση ότι κάθε παιχνίδι είναι τελικός. Παλιά δεν υπήρχε περιθώριο. Τώρα υπάρχει. Και αυτό, για μένα, αφαιρεί λίγο από τη μαγεία της διοργάνωσης.»
Για την νοοτροπία των Σαρούνας Γιασικεβίτσιους και Βασίλη Σπανούλη και πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του προπονητή στη νοοτροπία και στην πνευματική ετοιμότητα μιας ομάδας: «Η νοοτροπία ξεκινάει πάντα από τον προπονητή. Η πνευματική προετοιμασία μιας ομάδας για έναν αγώνα είναι κατά 80% δουλειά του προπονητή. Ο κάθε παίκτης έχει φυσικά τη δική του ευθύνη, αλλά ο προπονητής είναι αυτός που περνάει το μήνυμα: πόσο σημαντικό είναι ένα ματς και πώς πρέπει να το αντιμετωπίσεις. Όταν μιλάμε για ανθρώπους όπως ο Βασίλης Σπανούλης και ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, μιλάμε για γεννημένους νικητές. Είναι άνθρωποι που, αν χρειαστεί, θα “σκοτωθούν” για να κερδίσουν, με την καλή έννοια. Αυτή η νοοτροπία περνάει αυτόματα και στις ομάδες τους.»
Για τις Χάποελ Τελ Αβίβ και την Μπαρτσελόνα: «Η Χάποελ, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς μια ομάδα που έριξε χρήμα. Πήρε παίκτες με εμπειρία EuroLeague, ανθρώπους που ξέρουν την πίεση, και έναν προπονητή, όμως ο Δημήτρης Ιτούδης, που έχει κατακτήσει την Ευρωλίγκα. Ξέρει την οργάνωση, ξέρει πώς λειτουργεί αυτό το επίπεδο. Τίποτα από αυτά δεν είναι σύμπτωση. Αντίστοιχα, η Μπαρτσελόνα έχει τρομερό ταλέντο και βαθύ ρόστερ. Με τον Πασκούαλ, έναν εξαιρετικά έμπειρο προπονητή, βλέπουμε μια τελείως διαφορετική ομάδα με το ίδιο υλικό. Αυτό δείχνει πόσο καθοριστικός είναι ο προπονητής.»
Για το Παναθηναϊκό: «Ο Παναθηναϊκός, κατά τη γνώμη μου, έχει θέμα ρόλων. Ο Εργκίν Αταμάν παραδοσιακά δουλεύει με 7–8 παίκτες. Το έχει κάνει σε όλη του την καριέρα και στην Εφές, με την οποία πήρε δύο Ευρωλίγκες, και στον Παναθηναϊκό επίσης. Παίκτες που παίζουν 30, 35, ακόμα και 38 λεπτά. Φέτος, όμως, έχει ένα ρόστερ με 12–15 παίκτες που όλοι θέλουν και πρέπει να παίζουν. Με τόσα ταξίδια και τόσα παιχνίδια, δεν βγαίνει η σεζόν αλλιώς. Εκεί αρχίζει η δυσκολία στη διαχείριση.»
Για τον Σορτς: «Όταν παίρνεις έναν παίκτη που θεωρείται από τους κορυφαίους της EuroLeague, πρέπει να του δώσεις ασφάλεια. Ο Σορτς έχει δείξει ότι μπορεί να παίξει πολύ καλά, αλλά βλέπουμε ότι όταν υπάρχουν όλοι διαθέσιμοι, δεν έχει τον ίδιο ρόλο. Τα καλά του παιχνίδια τα έκανε όταν έλειπαν άλλοι βασικοί: στο ΣΕΦ χωρίς τον Ναν, με τη Ζαλγκίρις χωρίς τον Σλούκα, με τη Ρεάλ χωρίς τον Γκραντ. Όταν μπαίνει και ξέρει ότι με το πρώτο λάθος θα βγει, δεν μπορεί να αποδώσει. Αυτό είναι καθαρά θέμα ψυχολογίας και αυτοπεποίθησης.»
Για τον Παναθηναϊκό: «Σήμερα ο ρόλος του προπονητή είναι κυρίως η διαχείριση. Δεν υπάρχει πια ο χρόνος για βαθιά τακτική προετοιμασία. Παίζεις Τρίτη–Πέμπτη, τι να αλλάξεις μέσα σε δύο μέρες; Αυτό που μετράει είναι η νοοτροπία που περνάς και το πώς παίρνεις το καλύτερο από τον κάθε παίκτη. Εκεί θεωρώ ότι ο Αταμάν δυσκολεύεται φέτος. Ο Παναθηναϊκός είναι ομάδα προσωπικοτήτων, αν είναι καλά οι προσωπικότητες του μπορεί να πάει στο Final Four και να το σηκώσει. Ο Παναθηναϊκός μπορεί να πάει και να κερδίσει Ρεάλ, Εφές, Φενέρ, Παρί και μετά να χάσει εντός έδρας από ομάδες με μισό ρόστερ. Είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Αυτή είναι η βασική διαφορά.»
Για τον Ολυμπιακό: «Αντίθετα ο Ολυμπιακός αυτή τη στιγμή είναι πιο σταθερός. Η φιλοσοφία του Μπαρτζώκα βασίζεται στη χημεία και στην ομοιογένεια που χτίζεται χρόνια. Μπορεί να μην πιάνει πάντα το απόλυτο ταβάνι του, αλλά σπάνια θα πέσει πολύ χαμηλά.»
Για τα συχνά πάνω-κάτω των ομάδων: «Είναι απολύτως αναπόφευκτο. Όταν παίζεις 38 παιχνίδια στην EuroLeague, με μεγάλα ρόστερ, συνεχόμενα ταξίδια, τραυματισμούς και την ανάγκη να χτίσεις χημεία, δεν γίνεται να είσαι σταθερός όλη τη χρονιά. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ομάδα που να λες “αυτή είναι μόνιμα εκεί”. Ακόμα και οι πιο δυνατές ομάδες χάνουν από αντιπάλους που θεωρητικά δεν “πρέπει”. Ο καθένας μπορεί να κερδίσει τον οποιονδήποτε, παντού.»
Αν ο Βαγγέλης Μάντζαρης ήταν σήμερα στο prime του, θα ταίριαζε αγωνιστικά στον Ολυμπιακό ή στον Παναθηναϊκό: «Στον Ολυμπιακό του Μπαρτζώκα. Λόγω φιλοσοφίας. Θα μπορούσα να στηρίξω αυτό που θέλει, γιατί θέλει έναν Floor General, όπως ο Τόμας Ουόκαπ. Βέβαια δεν μπορώ να συγκριθώ μαζί του, εγώ έχω καλύτερη αντίληψη, μπασκετικό IQ και spot-up σουτ, αλλά τόσο αθλητικός και δυνατός όσο ο Ουόκαπ δεν ήμουν πότε. Ο Τόμας είναι «Ράμπο». Με τον Αταμάν δεν θα ταίριαζα τόσο, διότι του αρέσει η επίθεση και το ατομικό ταλέντο. Αν βάζεις 15 πόντους παίζεις, αλλιώς… Για παράδειγμα ο Καλαϊτζάκης θα είχε πολύ χρήσιμο ρόλο στο υπάρχον ρόστερ του Παναθηναϊκού, αλλά δεν βρίσκει χώρο.»
Πόσο έχει αλλάξει ο Γιώργος Μπαρτζώκας από την πρώτη του θητεία στον Ολυμπιακό μέχρι σήμερα: «Η φιλοσοφία του είναι κατά 80–90% η ίδια. Σίγουρα εξελίσσεται το μπάσκετ αλλάζει, οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι βασικές του αρχές είναι σταθερές. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό των μεγάλων προπονητών. Οι προπονητές, όπως και οι παίκτες, έχουν εγωισμό. Όταν μια φιλοσοφία σε έχει φτάσει ψηλά, δεν την αλλάζεις εύκολα. Λες: “Με αυτό έφτασα εδώ, με αυτό θα ζήσω με αυτό θα πεθάνω”. Αν πάει, πάει. Αν όχι, αναλαμβάνω την ευθύνη.»
Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει περισσότερο τον Μπαρτζώκα: «Η κίνηση της μπάλας. Δεν τον ενδιαφέρει ποιος είσαι. Μπορεί να είσαι ο Βεζένκοφ, ο Σπανούλης, ο Μάντζαρης. Όλοι περνάνε από το ίδιο πλαίσιο. Η μπάλα πρέπει να κυκλοφορεί, όλοι συμμετέχουν. Αυτό έχει τα καλά και τα κακά του. Κάποιες φορές περιορίζει τα ατομικά πλεονεκτήματα, αλλά χτίζει σύνολο. Ο στόχος του είναι πάντα να πάρει το καλύτερο δυνατό από τον καθένα, μέσα στο πλαίσιο της ομάδας.»
Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις έναν προπονητή που σε σημάδεψε περισσότερo Ίβκοβιτς, Μπαρτζώκας ή Σφαιρόπουλος: «Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς είναι ο πρώτος που με στήριξε με έβαλε να παίξω σε ηλίκια 22 χρονών εμένα και τον Σλούκα, εγώ ήρθα από το Περιστέρι ο Κώστας από τον Άρη, γιατί μέχρι τον Γενάρη ήμασταν εκτός δωδεκάδας. Αρπάξαμε και οι δύο την ευκαιρία από τα μαλλιά. Ο Ίβκοβιτς δεν μάσησε και έβαλε τα πιτσιρίκια να παίξουν, δεν το κάνουν όλοι αυτό. Όταν ο άλλος παίζει το συμβόλαιο του στον Ολυμπιακό και πρέπει να κερδίσει παντού, το να βάλεις δύο πιτσιρίκια να παίξουν χρειάζεται κότσια. Χρωστάω πολλά σε αυτόν. Με τον Γιώργο Μπαρτζώκα ταιριάξαμε πάρα πολύ σαν φιλοσοφία και σαν χαρακτήρες και στεναχωρήθηκα όταν έφυγε (το 2014). Με τον Γιάννη Σφαιρόπουλο ήμουν στην καλύτερη μπασκετική μου κατάσταση. Ήταν όμως πιο ψυχρός, πιο επαγγελματικός. Εγώ είμαι άνθρωπος που θέλω σχέση, επικοινωνία, να νιώθω οικογένεια. Δεν μπορώ να βλέπω τα πάντα αποστειρωμένα, καθαρά επαγγελματικά. Έτσι είμαι σαν χαρακτήρας.»
Αν το μοντέλο Ιβκοβιτς (χαμηλότερο budget, ανάπτυξη νέων παικτών) μπορεί να σταθεί στη σημερινή εποχή: «Το βασικό είναι οι συνθήκες που πρέπει να υπάρχουν σε έναν σύλλογο. Ποια ομάδα θα πει σήμερα δεν με νοιάζει αν δεν πάρω τίτλο, πάω να βάλω τα πιτσιρίκια να παίξουν. το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πίεση στον προπονητή. Αν πας να στηρίξεις νέους παίκτες και σε μία εβδομάδα κινδυνεύεις να απολυθείς επειδή έχασες δύο παιχνίδια, πώς να το κάνεις; Στη σημερινή εποχή είναι πραγματικά πάρα πολύ δύσκολο.»
Οι προβλέψεις για την φετινή σεζόν: «Φέτος είναι πολύ πιο δύσκολο. Πραγματικά. Βλέπω έξι ομάδες που ξεχωρίζουν: Χάποελ, Μπαρτσελόνα, Φενέρ, Μονακό, Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός. Στη σειρά των play-off, όλοι, αν μπορούσαν να διαλέξουν, θα προτιμούσαν τη Βαλένθια. Όχι επειδή δεν είναι καλή ομάδα, αλλά γιατί είναι πιο άπειρη σε αυτό το επίπεδο. Άλλο να παίξεις με τον Μονακό του Σπανούλη ή με την Φενέρ του Σάρας και άλλο με μια ομάδα που τώρα χτίζει τη διαδρομή της στην Ευρωλίγκα. Οι έξι ομάδες που ανέφερα δύσκολα μένουν εκτός. Η Χάποελ ειδικά, με το ταλέντο, τον προπονητή, τις επενδύσεις και το πώς κινείται εξωαγωνιστικά, δύσκολα δεν θα είναι μέσα στην τετράδα. Δεν είναι τυχαία όσα κάνει. Από εκεί και πέρα, τα ματσαρίσματα θα παίξουν τεράστιο ρόλο. Για παράδειγμα, για τον Ολυμπιακό οι πιο δύσκολες διασταυρώσεις είναι η Μονακό και η Φενέρ. Θα προτιμούσε Μπαρτσελόνα, Χάποελ ή ακόμα και Παναθηναϊκό. Το πλεονέκτημα έδρας επίσης, όσο κι αν λέμε ότι στο σύγχρονο μπάσκετ έχει μειωθεί, παραμένει καθοριστικό. Άλλο να παίζεις πέμπτο παιχνίδι στο ΟΑΚΑ ή στο ΣΕΦ και άλλο στην Βαλένθια.»
Για το πλάνο του μόλις αποσυρθεί: «Δεν ξέρω, πάω χρόνο με το χρόνο. Προς το παρόν το απολαμβάνω και πάνε όλα καλά και θα παίζω όσο αντέχω, τώρα απολαμβάνω το μπάσκετ. Όταν σταματήσω, δεν πιστεύω ότι θα μπορώ απλώς να κάθομαι στο σπίτι. Θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα ασχοληθώ με την προπονητική. Μου αρέσει να βλέπω μπάσκετ, να το διαβάζω, πιστεύω ότι το καταλαβαίνω καλά.»
Για τους Παπανικολάου και Σλούκα όσον αφορά την Εθνική ομάδα: «Ο Παπανικολάου πιστεύω ότι θα συνεχίσει σίγουρα, για τον Σλούκα δεν ξέρω σίγουρα. Όλοι είμαστε παιδιά της Εθνικής. Είναι αυτό που έλεγα πριν, όσο νιώθεις καλά με το σώμα σου και μπορείς να σταθείς στο επίπεδο, γιατί να το σταματήσεις; Όταν έχεις μάθει να ζεις μέσα στο γήπεδο, είναι πολύ δύσκολο να αποκοπείς. Δεν είναι ότι δεν αγαπάς την οικογένειά σου, το αντίθετο. Αλλά αν πεις σε έναν άνθρωπο που έζησε όλη του τη ζωή έτσι να κάτσει σπίτι χωρίς αντικείμενο, θα πάθει κατάθλιψη. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις. Ο Πρίντεζης, για παράδειγμα, είναι άλλης φιλοσοφίας ζωής. Μπορεί να αποσυνδεθεί τελείως, να απολαύσει τη θάλασσα, τα σκάφη, την ηρεμία. Πιο πιθανό να τον δεις στο Survivor παρά να γίνει προπονητής. Είναι διαφορετικός χαρακτήρας.»