Ο Πάμπλο Λάσο δεν αντιμετωπίζει ποτέ το μπάσκετ ως άθροισμα συστημάτων.
Ακόμα και όταν αναλύει τις πιο σύνθετες τακτικές λεπτομέρειες, ο τρόπος με τον οποίο βλέπει το παιχνίδι ξεκινά από κάτι βαθύτερο: την αίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί μια ομάδα στους παίκτες της, τη συνοχή των ρόλων, την ψυχολογική επιβίωση μέσα σε ένα Final Four και τη δυνατότητα να απορροφάς το χάος χωρίς να χάνεις την ταυτότητά σου.
Η συζήτηση μαζί του για τον Ολυμπιακό του Γιώργου Μπαρτζώκα, τη Φενέρμπαχτσε του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, τη Βαλένθια του Πέδρο Μαρτίνεθ, αλλά και γενικότερα για το τι καθορίζει έναν πρωταθλητή Ευρώπης, δεν εξελίχθηκε ποτέ σε μία απλή ανάλυση plays και matchups.
Ο Λάσο μίλησε για αγωνιστικές δομές, για ατομικό ταλέντο, για την έννοια της ανθεκτικότητας, για την ανάγκη να αποδέχεσαι τα προβλήματα και να προσαρμόζεσαι συνεχώς.
Κυρίως όμως μίλησε για τον Ολυμπιακό σαν μία ομάδα που δεν έφτασε τυχαία ως εδώ.
«Ο Γιώργος δημιουργεί ομάδες που αισθάνονται ασφαλείς»
Η πρώτη του τοποθέτηση για τον Ολυμπιακό ήταν ουσιαστικά και ο πυρήνας ολόκληρης της ανάλυσής του.
«Προσωπικά, κάθε φορά που αντιμετώπιζα τον Γιώργο, πίστευα ότι χρειάζεται να δημιουργήσει ένα σύστημα παιχνιδιού πάνω στο οποίο η ομάδα αισθάνεται ασφαλής».
Ο Ολυμπιακός δεν βασίζεται μόνο στην κυκλοφορία της μπάλας, στις αποστάσεις, στην κίνηση χωρίς την μπάλα ή στις συνεργασίες της αδύναμης πλευράς. Βασίζεται κυρίως στη βεβαιότητα που έχουν οι παίκτες του για το τι ακριβώς πρέπει να κάνουν σε κάθε κατοχή.

Αυτή η αίσθηση σταθερότητας είναι που επιτρέπει στον Ολυμπιακό να επιβιώνει ακόμα κι όταν η επίθεση κολλάει ή όταν το παιχνίδι μετατρέπεται σε μάχη μισού γηπέδου.
Ο Λάσο εξήγησε ότι όταν μία τέτοια δομή συνδυάζεται με κορυφαίο ατομικό ταλέντο, τότε η ομάδα αποκτά πραγματικά επίπεδο πρωταθλητισμού.
«Αν σε αυτό προσθέσεις ότι διαθέτει πιθανότατα, αν όχι το καλύτερο, ένα από τα καλύτερα ρόστερ της Ευρωλίγκας, τότε έχεις την περιφερειακή απειλή του Εβάν Φουρνιέ, την προσθήκη του Τάισον Ουόρντ που δίνει πολύ έλεγχο, τον Κόρι Τζόζεφ και τον Τόμας Ουόκαπ στον άσο, την έκρηξη του Τάιλερ Ντόρσεϊ, την ποιότητα των Σάσα Βεζένκοφ και Άλεκ Πίτερς στη θέση “4” και τη σταθερότητα των ψηλών».
Ο Ισπανός τεχνικός στάθηκε ιδιαίτερα στη διάρκεια της επιτυχίας του Ολυμπιακού και όχι απλώς στη φετινή πορεία.
«Για μένα η επιτυχία του Ολυμπιακού δεν είναι ότι έφτασε στο Final Four. Η πραγματική επιτυχία είναι ότι το κάνει σταθερά μέσα στον χρόνο».
Αυτή η παρατήρηση είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της κουβέντας. Ο Λάσο δεν βλέπει τον Ολυμπιακό σαν μία ομάδα που πέτυχε μία μεγάλη χρονιά, αλλά σαν έναν οργανισμό που έχει καταφέρει να χτίσει αγωνιστική ταυτότητα με διάρκεια.
Η εξέλιξη της επίθεσης και το pick-and-roll
Ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε τη σεζόν με επιθετική αξιολόγηση 123,4 πόντους ανά 100 κατοχές, την κορυφαία επίδοση της διοργάνωσης. Στα playoffs ανέβηκε ακόμα περισσότερο, φτάνοντας στο 128,3, ενώ αμυντικά κατέβηκε στους μόλις 95,6 πόντους ανά 100 κατοχές.
Ο Λάσο εξήγησε ότι το πιο σημαντικό στοιχείο της φετινής εξέλιξης δεν ήταν απλώς η αποτελεσματικότητα, αλλά η πολυμορφία της επίθεσης.
«Πιστεύω ότι εξελίχθηκαν σε μία ομάδα που δεν ζει αποκλειστικά από το pick-and-roll, αλλά μπορεί να παράγει πλεονεκτήματα μέσα από πολλές διαφορετικές επιθετικές δράσεις».
Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στα δεδομένα της σεζόν. Ο Ολυμπιακός αύξησε θεαματικά τα catch-and-shoot τελειώματα στο δεύτερο μισό της χρονιάς, βελτίωσε την αποτελεσματικότητα στο pick-and-roll και άρχισε να επιτίθεται περισσότερο μέσα από κοψίματα προς το καλάθι και closeout drives.

Ο Λάσο εξήγησε γιατί αυτή η επίθεση είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
«Οι αναγνώσεις του pick-and-roll από τους γκαρντ, η ικανότητα των φόργουορντ να ανοίγουν το γήπεδο και το roll των ψηλών κάνουν πολύ δύσκολο να αποφασίσεις ποια άμυνα μπορεί πραγματικά να σταματήσει τον Ολυμπιακό».
Η ουσία βρίσκεται ακριβώς εκεί. Ο Ολυμπιακός δεν επιτίθεται με έναν μόνο τρόπο. Μπορεί να χτυπήσει με τον χειριστή, με τον screener, με weak side cuts, με flare screens, με Spain pick-and-roll ή απλώς με την ικανότητα του Βεζένκοφ να τιμωρεί οποιοδήποτε mismatch.
Όταν το ατομικό ταλέντο λύνει προβλήματα
Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία της σεζόν ήταν η μετατόπιση του Εβάν Φουρνιέ σε πιο δημιουργικό ρόλο απέναντι στις second units των αντιπάλων.
Στο πρώτο μισό της χρονιάς, το pick-and-roll της δεύτερης πεντάδας παρήγαγε μόλις 0,58 πόντους ανά κατοχή. Μετά την αναπροσαρμογή των ρόλων, η παραγωγικότητα εκτοξεύτηκε στο 1,20.
Ο Λάσο εξήγησε γιατί αυτό ήταν καθοριστικό.
«Το ατομικό ταλέντο του Φουρνιέ βοηθά σε καταστάσεις όπου το σύστημα από μόνο του ίσως να μην φτάνει».
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο φετινό κέρδος του Ολυμπιακού. Δεν χρειάζεται πλέον να εκτελεί τέλεια κάθε κατοχή για να σκοράρει. Διαθέτει πλέον παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν και έξω από τη δομή.

Η παρουσία του Φουρνιέ, αλλά και η έκρηξη του Τάιλερ Ντόρσεϊ, έδωσαν στον Ολυμπιακό κάτι που σε προηγούμενες χρονιές του έλειπε: shot creation απέναντι σε set άμυνα.
Η δύσκολη συνύπαρξη Φουρνιέ και Ντόρσεϊ
Ο Λάσο στάθηκε ιδιαίτερα και στη διαχείριση ισχυρών προσωπικοτήτων.
«Όταν μία ομάδα καταφέρνει να λύνει προβλήματα συνύπαρξης ανάμεσα σε τόσο δυνατές προσωπικότητες, τότε σημαίνει ότι έχει χτίσει πραγματική αγωνιστική ταυτότητα».
Η αναφορά αφορούσε ξεκάθαρα τη σχέση Φουρνιέ και Ντόρσεϊ μέσα στη σεζόν.
Στην αρχή της χρονιάς τα lineups με τους δύο μαζί δεν λειτουργούσαν με συνέπεια. Ο Ολυμπιακός είχε θετικό net rating, αλλά όχι στα επίπεδα που περίμενε. Όταν όμως ο Μπαρτζώκας άρχισε να διαχωρίζει περισσότερο τους ρόλους και τα λεπτά τους, η εικόνα άλλαξε θεαματικά.
Ο Λάσο εξήγησε έμμεσα γιατί αυτή η επιλογή ήταν σωστή.
«Πρέπει να αποδέχεσαι τις καταστάσεις και να ψάχνεις συνεχώς τις σωστές λύσεις για το σύνολο».
Η Φενέρμπαχτσε και το αμυντικό σύστημα αλλαγών
Όταν η κουβέντα πήγε στη Φενέρμπαχτσε, ο Λάσο μίλησε με τεράστιο σεβασμό για τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους.
«Το σύστημα αλλαγών του Σάρας είναι εξαιρετικά σχεδιασμένο για τα χαρακτηριστικά των παικτών που διαθέτει».
Η Φενέρ ολοκλήρωσε τη χρονιά με την κορυφαία άμυνα της Ευρωλίγκας, δεχόμενη μόλις 108,9 πόντους ανά 100 κατοχές. Απέναντι σε χειριστές pick-and-roll κράτησε τους αντιπάλους στα 0,64 points per possession, ενώ απέναντι στους rollers στα 0,73.

Ο Λάσο εξήγησε γιατί το switching της Φενέρ λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά.
«Ξέρουν ότι οι αλλαγές δεν χρειάζεται να κρατήσουν σαράντα δευτερόλεπτα. Πρέπει να επιβιώσουν για δέκα ή δεκαπέντε και το κάνουν εξαιρετικά».
Αυτή είναι η βάση όλης της αμυντικής λογικής του Γιασικεβίτσιους. Η Φενέρ δεν ψάχνει τέλειες άμυνες σαράντα δευτερολέπτων. Ψάχνει στιγμιαία επιβίωση, πίεση πάνω στην μπάλα και σωστή περιστροφή μετά την πρώτη αντίδραση.
Με τον Νικολό Μέλι, τον Κεμ Μπιρτς και τον Μίκαελ Γιάντουνεν μπορεί να κρατήσει mismatch χωρίς να διαλύεται η συνοχή της άμυνας.
«Έχουν παίκτες σχεδιασμένους για να υπηρετούν αυτό το μοντέλο παιχνιδιού».
Το σημείο όπου αρχίζει το isolation
Ο Λάσο εξήγησε ότι σε Final Four, όσο περισσότερο κλείνει το παιχνίδι, τόσο περισσότερο οι κατοχές καταλήγουν σε απομονώσεις.
«Στο τέλος αυτών των αγώνων πολλές κατοχές καταλήγουν σε καταστάσεις ένας εναντίον ενός και τότε η αμυντική και επιθετική ποιότητα κάθε παίκτη γίνεται καθοριστική».
Και αμέσως μετά έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα.
«Μπορεί να δεις τον Βασίλιε Μίτσιτς να επιτίθεται απέναντι σε mismatch ή τον Εβάν Φουρνιέ να παίζει isolation απέναντι στον Μικαέλ Γιάντουνεν. Από την άλλη πλευρά μπορεί να υπάρξει μία φάση όπου ο Ουέιντ Μπόλντουιν θα παίξει ένας εναντίον ενός απέναντι σε φόργουορντ».
Για τον Λάσο, αυτές οι κατοχές δεν είναι ατυχήματα.
«Όσο πιο κλειστό γίνεται το παιχνίδι, τόσο περισσότερο οι ομάδες πηγαίνουν στο ατομικό ταλέντο».

Αυτό είναι το σημείο όπου η δομή σταματά να αρκεί από μόνη της. Εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η ικανότητα ενός παίκτη να δημιουργήσει σουτ χωρίς βοήθεια.
Η Ρεάλ Μαδρίτης, η εμπειρία και οι απρόβλεπτοι πρωταγωνιστές
Σε αρκετά σημεία της συζήτησης ο Πάμπλο Λάσο επέστρεψε και στη Ρεάλ Μαδρίτης, χρησιμοποιώντας την εμπειρία της ως παράδειγμα για το πόσο δύσκολο είναι να προβλέψεις τι πραγματικά καθορίζει έναν τίτλο σε Final Four.
Όταν ρωτήθηκε πόσο βαραίνει η εμπειρία σε παιχνίδια «ζωής ή θανάτου», ο Ισπανός προπονητής παραδέχθηκε ότι προσωπικά τείνει πάντα να την εμπιστεύεται περισσότερο.
«Αν έπρεπε να διαλέξω, πιθανότατα θα διάλεγα την εμπειρία».
Παρόλα αυτά, ξεκαθάρισε αμέσως ότι η εμπειρία από μόνη της δεν εγγυάται τίποτα.
«Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η εμπειρία θα σε κάνει αυτόματα νικητή. Το σημαντικότερο είναι να κρατάς την ομάδα σου σε κατάσταση υψηλού κινήτρου και ως προπονητής να βοηθάς τους παίκτες να εξελίσσονται σε όσα τους λείπουν».
Ο Λάσο εξήγησε ότι η ιστορία των Final Four είναι γεμάτη παραδείγματα όπου οι τίτλοι κρίθηκαν από πρόσωπα που δεν θεωρούνταν τα απόλυτα φαβορί για να πάρουν την τελευταία κατοχή ή να αλλάξουν τη ροή ενός τελικού.
«Έχουμε δει τη Ρεάλ Μαδρίτης να κερδίζει με καλάθι του Γιουλ. Έχουμε δει την Εφές να παίρνει τίτλο με σουτ του Μίτσιτς. Έχουμε δει τη Ρεάλ να κατακτά την Ευρωλίγκα με τεράστια εμφάνιση του Φαμπιάν Κοζέρ, που εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν δευτερεύων παίκτης».
Και αμέσως μετά συνέδεσε αυτά τα παραδείγματα με τη γενικότερη φύση της διοργάνωσης.
«Έχουμε δει ιστορικά τον Ολυμπιακό του Σπανούλη. Έχουμε δει τη Φενέρμπαχτσε να κυριαρχεί με δύο εξαιρετικά δυναμικούς ψηλούς. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να προβλέψεις ποιος παίκτης ή ποια λεπτομέρεια θα αποδειχθεί καθοριστική σε ένα Final Four».
Ο Λάσο στάθηκε ιδιαίτερα και στη δυσκολία των μονοήμερων αγώνων, εξηγώντας ότι ακόμη και τα πιο πλήρη ρόστερ δεν έχουν καμία εγγύηση επιτυχίας.
«Όταν μιλάμε για τόσο μεγάλους παίκτες, είναι πολύ δύσκολο να πεις ότι αν ο Μάριο Χεζόνια παίξει καλά, τότε η Ρεάλ Μαδρίτης θα γίνει πρωταθλήτρια Ευρώπης. Θα χαιρόμουν πολύ για τον Μάριο, αλλά δεν είναι τόσο απλό, γιατί υπάρχουν άλλοι σαράντα επτά παίκτες στο τουρνουά και όλοι είναι πολύ καλοί».
Η απουσία του Ταβάρες και το σχέδιο επιβίωσης της Ρεάλ
Ο Πάμπλο Λάσο στάθηκε και στη σημασία που μπορεί να έχει μια απουσία τέτοιου μεγέθους σε Final Four, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά τη Ρεάλ Μαδρίτης ως παράδειγμα για το πώς μια ομάδα κορυφής αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει τη λειτουργία της όταν λείπει ένας παίκτης που επηρεάζει ολόκληρη τη δομή της.
Χωρίς να μπει σε πολλές τακτικές λεπτομέρειες, εξήγησε ότι τέτοιες απώλειες δεν αλλάζουν μόνο την παραγωγή ή την άμυνα στο «ζωγραφιστό», αλλά επηρεάζουν συνολικά την ψυχολογία και τις αποφάσεις μιας ομάδας.
«Αν ένας τόσο σημαντικός παίκτης λείπει, τότε πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να αλλάξεις πράγματα».
Ο Λάσο αναφέρθηκε ουσιαστικά στη λογική του «σχεδίου Β», εξηγώντας ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι προπονητές συχνά αναγκάζονται να προσαρμόσουν όλη τη δομή τους.
«Το εναλλακτικό πλάνο μπορεί να σε οδηγήσει ακόμη και σε σχήματα με ψευδοπεντάρι».

Η αναφορά αυτή είχε ξεκάθαρη σχέση με την πιθανότητα η Ρεάλ να αναγκαστεί να παίξει περισσότερο με χαμηλά σχήματα, μεγαλύτερη ταχύτητα στις αλλαγές και διαφορετική επιθετική ανάγνωση χωρίς τον φυσικό άξονα που προσφέρει ο Έντι Ταβάρες κοντά στο καλάθι.
Ο Ισπανός τεχνικός εξήγησε ότι σε αυτές τις καταστάσεις καθοριστική γίνεται η ικανότητα προσαρμογής των περιφερειακών.
«Ακόμη και χθες άκουγα παίκτες να λένε ότι τους αρέσει αυτή η κατάσταση γιατί μπορούν να διαβάσουν καλύτερα την άμυνα».
Και αμέσως μετά επέστρεψε στη βασική του ιδέα: ότι οι μεγάλες ομάδες κρίνονται τελικά από την ικανότητά τους να προσαρμόζονται μέσα στην πίεση.
«Είμαι σίγουρος ότι ο Σέρτζιο θα μπορέσει να προσαρμοστεί και να προσαρμόσει την ομάδα του στις καταστάσεις που θα εμφανιστούν».
Η Βαλένθια και η απρόβλεπτη φύση των Final Four
Ο Λάσο μίλησε εκτενώς και για τη Βαλένθια, εξηγώντας γιατί οι ομάδες με πολλούς δημιουργούς μπορούν να διαλύσουν οποιοδήποτε scouting report.
«Υπάρχουν ομάδες που είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψεις γιατί διαθέτουν πολλούς παίκτες ικανούς να αλλάξουν μόνοι τους τη ροή ενός αγώνα».
Έφερε ως παράδειγμα τη Μονακό.
«Πήγαινες να παίξεις απέναντι στη Μονακό και έλεγες ότι αν σταματήσουμε τον Μάικ Τζέιμς θα έχουμε σταματήσει το παιχνίδι τους. Και ξαφνικά εμφανιζόταν ο Έλι Οκόμπο και σου έβαζε 25 πόντους».
Στη συνέχεια συνέδεσε αυτή τη λογική με τη Βαλένθια.
«Τώρα όλοι μιλούν για τον Ζαν Μοντέρο, που πράγματι έκανε εξαιρετικά playoffs. Όμως όταν δεν είναι ο Μοντέρο, υπάρχει ο Ντάριους Τόμπσον, υπάρχει ο Σέρχιο Ντε Λαρέα, υπάρχει ο Μπράνκο Μπάντιο, υπάρχει ο Πουέρτο που έκανε καταπληκτική χρονιά. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Κάμερον Τέιλορ και τον Ομάρι Μουρ».

Η ουσία είναι ότι οι Final Four συχνά κρίνονται από παίκτες που δεν περιμένεις.
«Στους αγώνες που κρίνουν τίτλους, η ατομική ποιότητα πολλές φορές υπερισχύει της δομής».
Ο οργανωτής πίσω από τον σκόρερ
Σε κάποιο σημείο η κουβέντα πήγε στη μεγάλη μπασκετική ερώτηση: ποιος είναι πιο σημαντικός στα κλειστά παιχνίδια, ο δημιουργός ή ο σκόρερ;
Ο Λάσο απάντησε με τρόπο πολύ πιο σύνθετο από ένα απλό δίλημμα.
«Πάντα θα διάλεγα πρώτα τον σκόρερ. Όμως για να φτάσει η μπάλα στον σκόρερ χρειάζεσαι έναν σπουδαίο οργανωτή».
Και μετά χρησιμοποίησε ως παράδειγμα δύο παίκτες που γνωρίζει εξαιρετικά καλά.
«Ο Σιλβέν Φρανσίσκο είναι μεγάλος σκόρερ. Ο Νάιτζελ Γουίλιαμς-Γκος είναι ένας πραγματικός στρατηγός του παρκέ».

Ο Λάσο εξήγησε ότι το μπάσκετ κορυφής δεν είναι ποτέ υπόθεση ενός μόνο παίκτη.
«Ο αντίπαλος προπονητής γνωρίζει ήδη ποιος θα πάρει το τελευταίο σουτ. Άρα χρειάζεσαι σωστές αποστάσεις, σωστά σκριν, σωστούς ριμπάουντερ και σωστούς δημιουργούς».
Και αμέσως μετά κατέληξε στην ουσία.
«Γι’ αυτό πιστεύω τόσο πολύ στην ομαδική δουλειά και όχι μόνο στο να έχεις έναν μεγάλο εκτελεστή».
Η ανθεκτικότητα ως απόλυτο κριτήριο
Προς το τέλος της συζήτησης, ο Λάσο άφησε στην άκρη τακτικές, matchups και επιθετικά σχήματα.
«Στο τέλος, η ομάδα που θα κερδίσει είναι εκείνη που θα αποδειχθεί πιο ανθεκτική πνευματικά».
Στη συνέχεια, εξήγησε τι σημαίνει πραγματικά ανθεκτικότητα.
«Σε ένα Final Four τα χτυπήματα αρχίζουν από τη στιγμή που κερδίζεις τη σειρά των playoffs και προκρίνεσαι. Τα χτυπήματα είναι η μιντιακή πίεση, η media day, η ημέρα πριν από τον αγώνα, η ημέρα μετά τον αγώνα, οι τραυματισμοί, η προετοιμασία, το να χάσεις δύο σωστά σουτ, το να έχεις κακό ποσοστό στις βολές ή να δεις τον αντίπαλο να βάζει σουτ που δεν περιμένεις. Αυτή η ικανότητα ανθεκτικότητας είναι στο τέλος καθοριστική».
Για τον Λάσο, εκεί κρίνονται οι τίτλοι.
Το σουτ του Πρίντεζη και η ουσία του Final Four
Κάπου εκεί έφερε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης Ευρωλίγκας.
«Όλος ο κόσμος θα θυμάται για πάντα το σουτ του Γιώργου Πρίντεζη το 2012. Για μένα εκείνη η ΤΣΣΚΑ ήταν καλύτερη ομάδα. Και το απέδειξε μέσα στη χρονιά. Αν εκείνη η σειρά παιζόταν σε σειρά αγώνων, πιθανότατα η ΤΣΣΚΑ θα κέρδιζε».
Σταμάτησε για μία στιγμή και μετά ολοκλήρωσε το νόημά του.
«Αλλά σε εκείνο το ένα παιχνίδι, ποιος ήταν τελικά ο πρωταθλητής;».
Αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή της φύσης του Final Four.
«Σε τέτοιους αγώνες ακόμη και η μεγαλύτερη έκπληξη παύει να μοιάζει πραγματικά απρόβλεπτη, γιατί η φύση αυτών των παιχνιδιών επιτρέπει τα πάντα».
Γιατί θεωρεί φαβορί τον Ολυμπιακό
Στο τέλος, ο Λάσο ρωτήθηκε ευθέως αν θεωρεί τον Ολυμπιακό φαβορί.
Απέφυγε τις απόλυτες βεβαιότητες, αλλά άφησε ξεκάθαρα να φανεί τι πιστεύει.
«Ο Ολυμπιακός έχει ένα μικρό προβάδισμα επειδή αγωνίζεται στην Αθήνα και επειδή πιστεύω ότι ήταν η πιο σταθερή ομάδα σε ολόκληρη τη διάρκεια της σεζόν».
Ταυτόχρονα όμως ξεκαθάρισε ότι σε Final Four δεν υπάρχει πραγματική ασφάλεια.
«Μιλάμε για τελικούς όπου οι διαφορές είναι ελάχιστες και γι’ αυτό κάθε πρόβλεψη είναι εξαιρετικά δύσκολη».
Και τελικά έκλεισε όλη τη συζήτηση επιστρέφοντας ξανά στην ίδια ιδέα από την οποία ξεκίνησε.
«Βλέπω τον Ολυμπιακό ως φαβορί γιατί ήταν η πιο σταθερή ομάδα της χρονιάς. Αλλά σε ένα Final Four οποιαδήποτε έκπληξη παύει στο τέλος να μοιάζει πραγματικά με έκπληξη».