Ο Κώστας Τσίλης βάζει στο τραπέζι το πιο κομβικό σημείο του παιχνιδιού της Τούμπας, που δεν είναι το δοκάρι του Γιόβιτς και γράφει για το σημαντικό ταμείο που κάνει η ΑΕΚ μετά το τέλος και της σειράς με τα ματς με χαρακτηριστικά ντέρμπι της κανονικής περιόδου
Το παιχνίδι με τα «αν» πάντα το βαριόμουν. Κυρίως διότι δεν τελειώνει ποτέ. Μπορεί να παίζεται ατελείωτα. Διότι πάντα δίπλα σ’ ένα όντως σημαντικό και κομβικό «αν» από την μια μεριά, έρχεται ένα εξίσου κομβικό από την άλλη και αυτός είναι ένα κύκλος που δεν ανοίγει ποτέ.
Ναι, αν είχε στείλει ο Γιόβιτς την κεφαλιά του πέντε χιλιοστά πιο δεξιά, δεν θα είχε πάει δοκάρι και ήταν γκολ. Ναι, αλλά δυο φάσεις πριν αν είχε κάνει καλύτερη κεφαλιά ο Καμαρά από το ύψος του πέναλτι, μπορεί η ΑΕΚ να έτρεχε και να μην έφτανε. Ναι, η συγκεκριμένη φάση ξεκινάει από εξαιρετικά κακή ανασταλτική αντίδραση του Λιούμπιτσιτς, που εάν έμπαινε γκολ ακόμα ο Νίκολιτς θα τον κυνηγούσε στα αποδυτήρια. Και ναι, η σέντρα του Λιούμπι στο δοκάρι του Γιόβιτς, είναι γλύκισμα και αν έμπαινε γκολ, θα ήταν η ασίστ της χρονιάς.
Ναι, η ΑΕΚ συνολικά στο ματς είχε περισσότερες καθαρές ευκαιρίες από τον ΠΑΟΚ. Και με το δοκάρι του Κοϊτά και με το σουτ του Γιόβιτς που έφυγε λίγο άουτ και μ’ αυτό του Μαρίν που επίσης δεν βρήκε στόχο.
Όπως επίσης ναι, αν ο γίγας Στρακόσια δεν έκανε αποκρουσάρα στο πέναλτι του Γιακουμάκη, η ΑΕΚ θα έπρεπε από νωρίς στην Τούμπα, να κυνηγάει να φέρει… τούμπα το ματς, έστω για να πάρει βαθμό. Επομένως είναι μια συζήτηση που δεν βγάζει πουθενά.
Προφανώς και υπάρχει το δεδομένο, πως το δοκάρι του Γιόβιτς είναι η τέλεια εκτέλεση, δεν μπαίνει η μπάλα μέσα για λίγα χιλιοστά και είναι και βαθιά μέσα στις καθυστερήσεις. Επομένως αν είχε μπει γκολ, θα σήμαινε αυτόματα και νίκη της ΑΕΚ. Επομένως έχει λογική να σταθούν όλοι μέσα στη Ένωση, στην συγκεκριμένη φάση. Και πολύ περισσότερο ο Γιόβιτς, που πραγματικά δεν μπορούσε να πιστέψει πως η μπάλα αντί για δίχτυα πήγε δοκάρι.
Όμως καθαρά ποδοσφαιρικά, το πιο κομβικό σημείο του παιχνιδιού της Τούμπας για την ΑΕΚ, είναι ο τραυματισμός του Μουκουντί. Εκεί αλλάζει όλο το μομέντουμ του ματς. Είναι μια στιγμή που η ΑΕΚ πατάει πολύ καλά και γερά μέσα στο γήπεδο. Πιο καλά και πιο γερά, από κάθε άλλη στιγμή του παιχνιδιού. Ο ΠΑΟΚ δυσκολεύεται να ακολουθήσει, προφανώς διότι έχει αρχίσει και να ξεμένει από δυνάμεις. Η ΑΕΚ πιέζει για να βρει το γκολ και κάνει και δυο συνεχόμενες καλές φάσεις για να σκοράρει.
Πέφτει άσχημα ο Μουκουντί, του κόβεται του παιδιού η αναπνοή και εκεί αλλάζουν όλα και σε πολλά επίπεδα.
Πρώτον «παγώνει» ο ρυθμός. Και εκείνη την στιγμή, τον ρυθμό τον είχε η ΑΕΚ. Δεύτερον βγαίνει από το γήπεδο ένας παίκτης πολύ σημαντικός, σε πολλούς τομείς του παιχνιδιού και κυρίως στην εξουδετέρωση του Γιακουμάκη. Μόλις το ματς ξεκίνησε και πάλι, ο ΠΑΟΚ ισορρόπησε, πήρε ξανά μέτρα στο γήπεδο, κυρίως επειδή τον βοήθησε το γεγονός πως ο Ρέλβας δυσκολεύτηκε πολύ με τον Γιακουμάκη.
Και τρίτον και επίσης σημαντικό, ο Νίκολιτς κάνει αλλαγή τον Μουκουντί υποχρεωτική. Ενώ λίγο μετά, κάνει το ίδιο και με τον Πήλιο. Αυτό πρακτικά σημαίνει, πως αυτές οι κινήσεις που είχε σχεδιάσει να κάνει ο Νίκολιτς στην σκακιέρα του δευτέρου ημιχρόνου, πήγαν περίπατο. Έκανε δυο διαφορετικές αλλαγές απ’ αυτές που σκόπευε να κάνει, κράτησε αναγκαστικά μια για το τέλος και επομένως άλλαξε και όλο το πλάνο διαχείρισης. Αφήστε που από τις δυο σχεδιασμένες αλλαγές, του Κουτέσα και του Λιούμπιτσιτς, δεν πήρε σχεδόν τίποτα. Ειδικά από τον Ελβετό.
Στο τέλος της ημέρας και στο ταμείο που κάνει η ΑΕΚ μετά και το ματς στην Τούμπα, μπορεί να έχει να λέει πως έχασε μια ευκαιρία να πάρει μια νίκη που θα ήταν εξαιρετικά σημαντική. Μπορεί όμως και να έχει να λέει πως χάρη σ’ έναν τερματοφύλακα που είναι εξπέρ να βγάζει το φίδι από την τρύπα και δεν το περιμένει από κανέναν συμπαίκτη του, δεν βρέθηκε από νωρίς με την πλάτη στον τοίχο και με αυξημένες πιθανότητες να φύγει και με ήττα.
Πάνω απ’ όλα όμως, το τέλος του κύκλου των παιχνιδιών με τα χαρακτηριστικά ντέρμπι για την κανονική περίοδο, βρίσκει την ΑΕΚ στην κορυφή της βαθμολογίας. Και με δυνατότητα, με βάση το πρόγραμμα που υπάρχει, να φτάσει μέχρι την αφετηρία των πλέι οφ, από την θέση του οδηγού της κούρσας. Καθόλου μικρή υπόθεση. Όχι τόσο διότι την καθιστά φαβορί για τον τίτλο. Εξακολουθώ να θεωρώ, για πολλούς λόγους, πως δεν είναι (όμως όποιος από τους δυο την ξεγράψει, θα το μετανιώσει πικρά). Αλλά διότι είναι εξαιρετικά μεγάλη υπόθεση, για μια ομάδα με προπονητή που ήρθε μόλις το περασμένο καλοκαίρι και ξεκίνησε να την κτίζει από το μηδέν.
Είναι πολύ σπουδαίο το γεγονός, πως μέσα Φλεβάρη, με την σειρά των ντέρμπι περατωμένη, η ΑΕΚ του Νίκολιτς είναι στην κορυφή της βαθμολογίας και ετοιμάζεται να ρίξει τις ευρωπαϊκές ζαριές της, έχοντας ήδη περάσει στους «16». Και δεν θα βάλω στην ζυγαριά ομάδες που έχουν επτά χρόνια και 2,5 χρόνια ίδιους προπονητές, αλλά τον Παναθηναϊκό που επίσης ξεκίνησε να κτίζεται από το περασμένο καλοκαίρι και η διαφορά του με την ΑΕΚ είναι χαώδης.
Δεν κέρδισε το ματς στην Τούμπα. Συνεχίζει όμως πρώτη και μπορεί να μείνει πρώτη τουλάχιστον μέχρι το ξεκίνημα των πλέι οφ. Συνεχίζει να βγάζει στο γήπεδο ανταγωνιστικότητα φουλ και βελτίωση σημαντική και σταθερή από ματς σε ματς αλλά και από ντέρμπι σε ντέρμπι. Και πάνω απ’ όλα, δείχνει πως συνεχίζει να περπατάει με σταθερά βήματα, στο σωστό ποδοσφαιρικό μονοπάτι.