Στην Ελλάδα συχνά πυκνά ξοδεύουμε φαιά ουσία αναλύοντας το ρητορικό και συνάμα ανόητο ερώτημα «οι παίκτες κάνουν τον προπονητή ή ο προπονητής τους παίκτες;»
Η απάντηση στην ερώτηση «είναι καλός παίκτης τελικά αυτός ο Ζουμπκόφ που ανακοίνωσε η ΑΕΚ;» είναι απλούστατη: «Είναι το ίδιο καλός με την πρώτη μεταγραφή που θα ανακοινώσει η Ολυμπιακός» εξαιρουμένου του Φορτούνη εννοείται, που δε χρειάζεται συστάσεις.
Αμφότεροι θα είναι το ίδιο καλοί με την πρώτη μεταγραφή, που θα ανακοινώσει ο ΠΑΟΚ κι ο Παναθηναϊκός. Αντίστοιχα, ο δεύτερος που θα ανακοινώσει η ΑΕΚ θα είναι το ίδιο καλός με τον δεύτερο του Ολυμπιακού, του ΠΑΟΚ, του Παναθηναϊκού και πάει λέγοντας… Σας μπέρδεψα;
Δε φταίω εγώ είναι το γαϊτανάκι που συνεχίζεται κάθε χρόνο με τους νεοφερμένους, όλοι είναι παικταράδες, λαχεία, μπουκαδόροι, μαντουμαδόροι, θυσιάζονται την ομάδα, χρησιμοποιούν άριστα τα δυο πόδια, ικανοί κεφαλοσφαιριστές, ντριπλέρ, εκτελεστές και τόσο σπεσιαλίστες στα στημένα που μπορούν να σκοράρουν απευθείας από το κόρνερ, όπως κάποτε ο Χατζηπαναγής.
Είναι η περίοδος άλλωστε που το κοινό διψά για φανφάρες, οπότε οι περιγραφές και η πώληση ονείρων έχουν την τιμητική τους. Χωρίς κόστος μάλιστα, αφού οι εισαγωγικές εξετάσεις θα ξεκινήσουν μέσα με τέλη καλοκαιριού. Και η βαρετή κουβέντα «πόσο καλός είναι ο τάδε παίκτης» να αποτυπώνει την παντελή έλλειψη ποδοσφαιρικής παιδείας στην Ελλάδα.
Ένας από τους φιλοσόφους του ποδοσφαίρου, ο αείμνηστος δημιουργός της Ρόζενμποργκ Άρνε Έγκεν, είχε πει κάποτε «δεν υπάρχουν καλοί και κακοί παίκτες, όλοι καλοί είναι. Το θέμα είναι πόσο καλό είναι το σύνολο στο οποίο εντάσσονται.» Το «όλοι οι παίκτες καλοί είναι» είχε την έννοια πως άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο όλοι γνωρίζουν τα βασικά, δηλαδή να κοντρολάρουν τη μπάλα, να πασάρουν, να σουτάρουν, να μαρκάρουν, να κινούνται στον ελεύθερο χώρο.
Όσο πιο δουλεμένη είναι η ομάδα, τόσο πιο εύκολα θα ξεδιπλώσουν τα χαρίσματά τους, γιατί όχι και θα μετριάσουν τις αδυναμίες τους. Θέλοντας να παραστήσουμε τους ειδικούς του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα, συχνά πυκνά ξοδεύουμε φαιά ουσία αναλύοντας το ρητορικό και συνάμα ανόητο ερώτημα «οι παίκτες κάνουν τον προπονητή ή ο προπονητής τους παίκτες;»
Oleksandr Zubkov becomes part of the 𝗔𝗘𝗞 𝗳𝗮𝗺𝗶𝗹𝘆 🤩#AEKFC #NewTransfer pic.twitter.com/GQY7dbLkyY
— AEK F.C. (@AEK_FC_OFFICIAL) June 3, 2026
Στην πραγματικότητα κανείς εκ των δυο δεν κάνει τον άλλον, ο προπονητής κάνει την ομάδα και η ομάδα αναδεικνύει τους παίκτες. Στο πρόσφατο ψήφισμα των συντακτών του Sportal.gr για τους καλύτερους της σεζόν, ο Θωμάς Στρακόσα επελέγη σχεδόν από τους πάντες είτε ως ο πιο βελτιωμένος παίκτης, είτε ως μέλος της καλύτερης εντεκάδας, είτε και τα δυο μαζί.
Την περσινή χρονιά που πρωτοεμφανίστηκε, αν δεν ήταν ο γιός του Φώτη Στακόσα οι περισσότεροι δε θα αναρωτιόντουσαν αν ήταν καλός ή κακός αλλά αν ήταν όντως τερματοφύλακας. Στο ποδόσφαιρο τουλάχιστον, γιατί μπορεί να έπαιζε χάντμπολ. Μην το γελάτε, είχε συμβεί κάποτε στον Άρη του Κοντομηνά, να παρουσιαστεί Σέρβος χαντμπολίστας ως ποδοσφαιριστής.
Από εκεί που ο Θωμάς τα έτρωγε απευθείας από τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μέσα σε ένα χρόνο μεταμορφώθηκε σε κέρβερο. Τι να συνέβη άραγε; Είχε πάθει αμνησία και ξαφνικά θυμήθηκε το ρόλο του, πατήθηκε κάποιο κουμπί; Πολύ απλά άλλαξε το όλο σύνολο και ο καθένας είχε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τις αρετές του εντός αυτού.
Και σημειωτέον χωρίς θεαματικές αλλαγές στην αμυντική γραμμή, για να υποθέσεις ότι μπροστά του ορθώθηκε προστατευτικό τείχος. Μουκουντί, Βίντα, Πήλιος, Ρότα έπαιζαν και πέρσι, αλλά ότι πήγαινε μέσα έγραφε. Εξίσου χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Ολυμπιακού με το Μεντιλίμπαρ το 2024, όσο στο τιμόνι της ομάδας βρισκόταν κάποιος Καρβαλιάλ η ομάδα ανέπνεε με μηχανική υποστήριξη. Με τους ίδιους παίκτες, ο Βάσκος παρουσίασε κάτι εντελώς διαφορετικό, φτάνοντας στην κορύφωση με την κατάκτηση του Conference.
Μια από τα ίδια και στον ΠΑΟΚ που με τον Ίβιτς τη σεζόν 2016-17 κατετάγη 4ος, χάνοντας την τελευταία αγωνιστική εντός έδρας με ανατροπή από τον Παναθηναϊκό του Ουζουνίδη, με διαθέσιμους παίκτες τους Πίσπα, Ευαγγέλου και Κλωναρίδη. Σύμφωνα με την ετυμηγορία του ΠΑΟΚτσήδικου κοινού εκείνη τη χρονιά, ο Μπίσεσβαρ ήταν χοντρός, ο Βαρέλα «δεστρίβογλου», ο Κρέσπο λαθέρ και ο Σάχοφ αργός.
Την επόμενη χρονιά που ήρθε ο Λουτσέσκου και με ελάχιστες αλλαγές στο ρόστερ, ο Μπίσεσβαρ μεταμορφώθηκε σε αρτίστα, ο Βαρέλα έγινε beast, o Κρέσπο απροσπέλαστος και εγκεφαλικός, ενώ ο Σαχόφ ήρεμη δύναμη.
Περιττή η επισήμανση ότι δυο χρόνια μετά που η ομάδα με Φερέιρα άρχισε να ρετάρει, ήρθαν στην επιφάνεια φρέσκα κουσούρια για τον καθένα. Δεν είναι οι παίκτες λοιπόν, είναι το «πακέτο» στο οποίο εντάσσονται, οι στρατηγικές που εφαρμόζουν και όλα όσα συνεπάγονται.
Κωμική και άτοπη η κουβέντα λοιπόν αν ο Ζουμπκόφ είναι καλός παίκτης, για να φοράει σορτσάκι και παπούτσια με τάπες καλός θα είναι. Το ζήτημα είναι σε ποια ομάδα θα γίνει μέλος, αν αυτό που θα παρουσιάσει του χρόνου ο Νίκολιτς έχει ως βάση αυτό που έδειξε φέτος, ο Ουκρανός θα αποδειχτεί καλός. Όπως καλός θα ήταν και ο Στυλιανόπουλος με τον Παραπραστανίτη, αν για κάποιους λόγους έπρεπε να αγωνιστούν εκτάκτως ένα δεκάλεπτο στα 70 τους.
Μπορεί ο Ζουμπκόφ να μην σαρώσει τους πίνακες στατιστικής, παίζει να μην καταφέρει να πάρει ούτε φανέλα βασικού, εκείνο που μετράει είναι ότι στο σύνολο που θα ενταχθεί θα καταστεί χρήσιμος…