Η καταιγίδα, το κάρμα, η ειρωνεία. Όλα βρήκαν απάντηση από τον ημιτελικό μέχρι και τον τελικό του Τ-Center. Εκεί όπου μια ομπρέλα έκανε την διαφορά και την κρατούσε ο Άλεκ Πίτερς. Γράφει ο Γιώργος Περπερίδης.
Ο Ολυμπιακός μετά από τέσσερις σερί αποτυχημένες απόπειρες, έφτασε στην κατάκτηση της Euroleague. Πιο δύσκολα από ότι ίσως θα περίμενε, τουλάχιστον με βάση τα pre game δεδομένα του τελικού. Ήταν τέτοια η κατάσταση στη Ρεάλ Μαδρίτης που «έδινε» ένα σενάριο άνετης επικράτησης των Πειραιωτών, καθώς οι Ισπανοί είδαν και τον Γκαρούμπα να βγαίνει νοκ άουτ στον ημιτελικό με τη Βαλένθια, μετρώντας ήδη τις σοβαρές απώλειες των Ταβάρες και Λεν.
Δεδομένα που διαμόρφωναν ένα πλαίσιο συζητήσεων που είχαν λογική. Ωστόσο στην εξίσωση δεν μπορούσε να μπει μια πτυχή συγκεκριμένη αλλά όχι… μετρήσιμη: Η Ρεάλ είναι Ρεάλ -όσο κλισέ κι αν ακούγεται- και πολύ απλά δεν μπορείς να την ξεγράψεις. Ίδρωσε πολύ ο Ολυμπιακός, εμφάνισε και αυτοκτονικές φάσεις στο φινάλε, ωστόσο έφτασε σε αυτό που δικαιούταν με βάση τη συνολική του παρουσία στην φετινή Euroleague.
Πιθανότατα δεν υπάρχει κάτι που δεν έχει γραφτεί ή κάποια πτυχή του τελικού που έμεινε ανεξερεύνητη. Επομένως ίσως αξίζει ένα παραπάνω κείμενο για τον πραγματικό Χ factor του Ολυμπιακού σε αυτό το Final 4. Τον σπουδαίο, από πολλές απόψεις, Άλεκ Πίτερς.
Είναι σπάνια περίπτωση ο Αμερικανός φόργουορντ. Όχι λόγω ταλέντου αλλά «πακέτου». Αγωνιστικότητας, χαρακτήρα, νοοτροπίας, ομαδικού πνεύματος, προσαρμοστικότητας, ενστίκτου, διάθεσης.
Αν θυμηθεί κανείς όλη την πορεία του με τα ερυθρόλευκα, θα καταλάβει. Από το 2022 που υπέγραψε στον Ολυμπιακό, ο ρόλος του άλλαξε τρεις φορές. Back up του Σάσα, πρώτο βιολί και ξανά στη σκιά του MVP της κανονικής διάρκειας της Euroleague. Χωρίς να γκρινιάξει, δίχως να λιγοψυχήσει, αποδεχόμενος το status του στο ρόστερ και όλα όσα ζητούσε από αυτόν η ομάδα.

Και τι ήταν αυτό που ζήτησε ο Ολυμπιακός από τον Άλεκ Πίτερς στο Final 4 της Αθήνας; Την πιο ουσιαστική, αποτελεσματική, καθηλωτική εκδοχή του εαυτού του. Και ο Αμερικανός φόργουορντ ανταποκρίθηκε, καταγράφοντας μια παρουσία που προσομοιάζει στην ουτοπία αυτού που ονομάζουμε «τέλειο».
Στον ημιτελικό με τη Φενέρμπαχτσε, ο Πίτερς ολοκλήρωσε το ματς με 7/7 σουτ (4/4 δίποντα και 3/3 τρίποντα – 17 πόντοι), 2 ριμπάουντ, 1 ασίστ και κανένα λάθος σε 18:13′ που έμεινε στο παρκέ. Με PIR 17, πίσω μόνο από τον Μιλουτίνοφ (18) και μπροστά από τον Βεζένκοφ (16).
Ο Πίτερς ωστόσο κάθε άλλο παρά είχε εξαντλήσει το μεγαλύτερο κομμάτι της συνεισφοράς του σε αυτό το Final 4. Κρατούσε ένα ακόμη καλύτερο για την Ρεάλ Μαδρίτης. Με απολογισμό σε 20:17′ τους 16 πόντους (4/5 δίποντα, 1/1 τρίποντο, 5/6 βολές), με 7 ριμπάουντ, και 2 ασίστ για ένα λάθος. Έγραψε 26 βαθμούς στο σύστημα αξιολόγησης, τους περισσότερους για την ομάδα του (δεύτερος ο Φουρνιέ με 21 PIR).
Για όποιον δεν το παρατήρησε, ο Πίτερς ήταν πρώτος σκόρερ του Ολυμπιακού στο Final 4… Με 33 πόντους (30 ο Φουρνιέ, 28 ο Βεζένκοφ), έχασε μόλις ένα σουτ (!) με 12/13 προσπάθειες, δεύτερος ριμπάουντερ με εννέα «σκουπίδια» (όσα και οι Φουρνιέ, Βεζένκοφ – 21 ο Μιλουτίνοφ) και μόλις 1 λάθος σε συνολικά 38:30′ που πάτησε στο παρκέ του Τ-Center. Το βραβείο του MVP κατέληξε στα χέρια του Εβάν Φουρνιέ, σίγουρα όμως ο Άλεκ Πίτερς το άξιζε το ίδιο ή και περισσότερο…
Πολλά ήταν αυτά που προηγήθηκαν του τελικού της Κυριακής, 24 Μαΐου, μέσα στη σεζόν. Πράγματα που αφορούσαν τις τέσσερις γραμμές του παρκέ αλλά όχι μόνο… Η καταιγίδα, η οροφή του ΣΕΦ, το κάρμα, η ειρωνεία. Όλα βρήκαν απάντηση από τον ημιτελικό μέχρι και τον τελικό του Τ-Center. Εκεί όπου μια ομπρέλα έκανε την διαφορά και την κρατούσε ο Άλεκ Πίτερς. Διατηρώντας τον Ολυμπιακό «στεγνό» από κάτω της…