Ο ΠΑΟΚ που ποτέ δεν πεθαίνει έγινε Αιωνόβιος, «γιατί έτσι, αφού»…

Ο ΠΑΟΚ που ποτέ δεν πεθαίνει έγινε Αιωνόβιος, «γιατί έτσι, αφού»…

Ο ΠΑΟΚ είναι μια ουτοπία, μια διαρκής ανταρσία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ και έπαιρνε ζωή μέσα μέσα από τα αποκαΐδια...

Οι επετειακοί εορτασμοί κουβαλάνε πάντα κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο, κυρίως επειδή βιώνονται άπαξ.
Ουδείς εξ ημών βρισκόταν εν ζωή τη μέρα γέννησης του ΠΑΟΚ και σίγουρα δε θα συμμετέχει στις αντίστοιχες εκδηλώσεις για τα 200.

Δύσκολο βέβαια να αραδιάζεις σκέψεις μετά από ταπεινωτική ήττα σαν τη χθεσινή, αλλά έτσι είναι ο αθλητισμός και η ζωή. Κάθε χρονιά, κάθε δεκαετία και αιώνας είναι επίσης γεμάτα χαρές, λύπες, θριάμβους, απογοητεύσεις. Τις επετείους τις γιορτάζεις όπως σου «κάθονται», δεν διαλέγεις τη στιγμή.
Από την άλλη αναλογίζεσαι τους…διαδοχικούς Γολγοθάδες που ανέβαιναν οι ιδρυτές μέχρι να ρίξουν τα πρώτα μπετά και να σηκώσουν το οικοδόμημα και καταλήγεις «πόσο ανάξιος είμαι, αν αφήνω τα καθημερινά και ασήμαντα να μου χαλάνε το μυαλό…»

Αντίστοιχα επετειακά άρθρα για γενέθλια άλλων συλλόγων, κινούνται συνήθως σε προκαθορισμένο πλαίσιο. Ο καθένας βάφτιζε την ομάδα του ως τη μεγαλύτερη όλων πασπαλίζοντας την με υπερηφάνεια και άλλα τινά. Πως γίνεται τώρα όλες οι ομάδες της χώρας να είναι οι μεγαλύτερες των υπολοίπων που επίσης είναι μεγαλύτερες όλων, είναι ένα θέμα βέβαια.

Άλλοι προχωράνε περισσότερο γράφοντας για το μεγαλύτερο σύλλογο του πλανήτη, της υφηλίου, του γαλαξία, του σύμπαντος, του διαστήματος, οι φανφάρες άλλωστε ήταν πάντα δωρεάν.
Μήπως θα σε διαψεύσει ο γαλαξίας ή θα σου κάνει μήνυση το σύμπαν για διασπορά ψευδών ειδήσεων;

Για να μη φανώ υπερφίαλος, δε θα τοποθετήσω τον ΠΑΟΚ σε κάποιο ράφι. Ας τον βάλει ο φίλος ή ο αντίπαλος εκεί που βολεύει, φαντάζεται ή νομίζει. Ποσώς με ενδιαφέρει, ειδικά όταν υπάρχουν γεγονότα που δεν αμφισβητούνται κι έχουν καταγραφεί στα βιβλία της ιστορίας.

Ο ΠΑΟΚ ιδρύθηκε από πρόσφυγες, ούτε από θαμώνες καφενείου για να τη «σπάσουν» στους πρώην, ούτε από μεγαλοαστούς για να περνάνε το χρόνο τους, ούτε από εργάτες για να «την πούνε» στα αφεντικά. Η εργατιά ανέκαθεν υπέφερε, λίγο πολύ όμως είχε ένα κεραμίδι να προστατευτεί από τη βροχή, λίγο ψωμί και μια ελιά να ξεγελάσει την πείνα της.

Για τους πρόσφυγες ακόμα και αυτά τα υποτυπώδη, συνιστούσαν πολυτέλεια. Από τη σύλληψη της ιδέας λοιπόν, ο ΠΑΟΚ κουβαλούσε κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Πρόσφυγες υπήρχαν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, εκείνοι της Θεσσαλονίκης όμως ήταν αφενός οι συντριπτικά περισσότεροι, αφετέρου οι πλέον περιθωριοποιημένοι, πηγαίνοντας ασορτί με την πόλη που εγκαταστάθηκαν.
Άλλο πρόσφυγας στην Αθήνα ή ακόμη και στο Βόλο κι άλλο σε πόλη διαχρονικά παραμελημένη.

Τη μεγάλη επανάσταση στο ποδόσφαιρο όμως την έκανε ο ΠΑΟΚ, όντας ο πρώτος σύλλογος εκτός πρωτεύουσας που κατέκτησε εθνικό πρωτάθλημα. Άλλοι δεν τολμούσαν να το διανοηθούν, ο ΠΑΟΚ τους έδειξε πως γίνεται. Έχοντας στερηθεί προηγουμένως τίτλους με το «έτσι θέλω» όχι από μια ομάδα αλλά από το λεγόμενο ΠΟΚ. Οπότε η ισχύς και η δυναμική του συλλόγου δεν προκύπτει από φαντασιώσεις και όσα θέλει να πιστεύει ο καθένας, προσυπογράφηκε από την απειλή που αισθανόταν ο «συνασπισμός» και τις πράξεις του.

Μεγαλύτερη αξία και από την επανάσταση λοιπόν έχει το γεγονός ότι προηγουμένως δεν έσκυψε το κεφάλι, δε συμβιβάστηκε, δεν παραδόθηκε. Κι αυτό συνιστά το πιο διαχρονικό και ισχυρό χαρακτηριστικό του, καθώς του δίδαξε κάτι πιο δύσκολο, διαχρονικό και ουσιώδες: Πρωταθλητισμό σε αγώνες επιβίωσης.

Αντί να κουρνιάσει γιγαντώθηκε, πορώθηκε, θύμωσε και τελικά τα κατάφερε να φτάσει σκαρφαλώνοντας εκεί που οι άλλοι έφταναν με ασανσέρ ή και ελικόπτερο. Σφυρηλατώντας το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα με τις δοκιμασίες αρχικά γεννήθηκε, στη συνέχεια έκανε την επανάσταση, κυρίως όμως κρατήθηκε ζωντανός στο βασανιστικό διάστημα των πέτρινων χρόνων.

Χωρίς και πάλι να τα παρατήσει ή να συμβιβαστεί με τη μιζέρια. Με ελάχιστες εκλάμψεις επιβίωσε για περίπου τρεις δεκαετίες ζώντας μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Η φθορά αφορούσε τη διοίκηση και κατά δεύτερο λόγο το αγωνιστικό. Τα πέριξ ωστόσο άνθιζαν, οι οπαδοί και η έδρα συνέχιζαν να αποτελούν σημείο αναφοράς πολλαπλασιάζοντας την απήχησή τους. Η Τούμπα παρέμενε φόβητρο και γέμιζε έστω και χωρίς όραμα και στόχο, «γιατί έτσι, αφού» όπως ανέφερε ένα από τα πάμπολλα ακαταλαβίστικα -για τους κοινούς θνητούς- ασπρόμαυρα κλισέ.

Τη σημασία τους την αντιλαμβανόμασταν μόνο εμείς που ζούσαμε τα πάντα στο πετσί μας.
Μπορούσαμε να διοργανώνουμε ημερίδες και συνέδρια, με τον εισηγητή να κηρύσσει την έναρξη λέγοντας «ΠΑΟΚ ξέρω ΄γω εντάξει» κάποιος από κάτω να απαντά «ΠΑΟΚ βασικά, δηλαδή να πούμε» και ένας άλλος να υπερθεματίζει «ότι κι αν λένε δε με ενδιαφέρει». Για εμάς αποτελούσαν κοσμοθεωρία και λόγο ύπαρξης, για τους υπόλοιπους που δεν είχαν βαπτιστεί στην ασπρόμαυρη κολυμβήθρα έμοιαζαν ακατάληπτα.

Εν μέσω των πέτρινων χρόνων ο ΠΑΟΚ γεννούσε οπαδούς μέσα από τους οπαδούς του, ο Πύρρος Δήμας είχε δηλώσει κάποτε «οπαδός των οπαδών του ΠΑΟΚ.» Υποστηρικτές άλλων ομάδων έρχονταν στην Τούμπα με δέος Κινέζου τουρίστα που επισκέπτεται Ελληνικά μνημεία και βλέποντας την ατμόσφαιρα αναρωτιόντουσαν «τι κάνετε ρε; Μαζεύεστε χιλιάδες και χτυπιέστε σαν υστερικοί για ποιο λόγο; Αφού δεν έχετε στόχο.»

Ο στόχος εξηγήθηκε προηγουμένως «ΠΑΟΚ γιατί έτσι, αφού» αλλά όπως εξηγήσαμε, δεν είναι όλα για όλους. Τη σήμερον ημέρα ομάδες παίζουν σε υπερσύγχρονα γήπεδα, βρίσκονται μια ανάσα από τίτλους, με το κοινό τους να αυτοθαυμάζεται για την ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Αυτοί καμαρώνουν επιδεικνύοντας ουρανοξύστες στο Ντουμπάι, όταν εμείς κατασκευάζαμε Παρθενώνες.

Πιο παραστατικά από όλους το είχε περιγράψει ο αείμνηστος σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης, γιός του επίσης αείμνηστου Βασίλη (Χάρρυ Κλυνν) : «Ο ΠΑΟΚ είναι μια ουτοπία, μια διαρκής ανταρσία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ..»

Αυτά μας κράτησαν ζωντανούς, αποτέλεσαν το οξυγόνο μας, για δεκαετίες ταλαιπωρίας και μιζέριας.
Σε άλλες άλλες ομάδες αρκούσαν μερικά δύσκολα χρόνια με ανεπαρκείς ιδιοκτήτες, για να ισοπεδωθούν, να πέσουν κατηγορίες, να απαξιωθούν, να διαλυθούν. Τα μισά από τα πέτρινα χρόνια στον ΠΑΟΚ τα περάσαμε με «επενδυτές» που όχι χρήματα δεν έβαζαν, αλλά καταδικάστηκαν αμετάκλητα για υπεξαιρέσεις εκατομμυρίων από την ΠΑΕ.

Κι όμως δε σβήσαμε ποτέ, δεν παραδοθήκαμε στη μοίρα των στιγμών και των εποχών, συνεχίζαμε να ζούμε τραγουδώντας και ταξιδεύοντας χωρίς να είμαστε σε θέση να καταλάβουμε το λόγο. Ίσως επειδή τα κύτταρα που μας κληροδότησαν οι ιδρυτές, μας απαγόρευαν να τα παρατήσουμε και να εγκαταλείψουμε την ουτοπία που μας έτρεφε.

Μ΄όλα αυτά, γίνεται ξεκάθαρο ότι ο ΠΑΟΚ δεν έχει ανάγκη να καταταγεί σε κάποιο σημείο του αστρικού συστήματος για να αποδείξει αυτό που πραγματικά είναι. Ας το κάνουν εκείνοι που γνωρίζουν ότι δε μπορούν να σηκωθούν παρά ελάχιστα από το έδαφος, οπότε αυτοανακηρύσσονται σε Ολυμπιονίκες του επί κοντώ για να δώσουν νόημα στην ύπαρξή τους.

Η ιστορία του ΠΑΟΚ έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά της Ελλάδας, λες και βγήκαν από την ίδια μήτρα. Από τη γέννηση τους κουβαλάνε ένα ανυπέρβλητο μεγαλείο που τους έκανε να μεγαλουργήσουν και να πετύχουν όσα άλλοι δεν τολμούσαν έστω να φανταστούν. Και το οποίο δεν έσβησε σε περιόδους μιζέριας διωγμών, διοικητικής σκλαβιάς και ανυποληψίας, γι αυτό και τελικά κρατηθήκαμε ζωντανοί και ακμαίοι, χωρίς να μεταλλαχθούμε.

Είμαστε οι στίχοι του εμβατήριου που ξεκινά «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» και καταλήγει «και ξανά προς τη δόξα τραβά…» Μέχρι και το διχασμό που συντροφεύει ακατάπαυστα την ιστορία της Ελλάδας, θα βρεις στο DNA του ΠΑΟΚτσή.

Αρκούν τα τελευταία χρόνια για θυμηθούμε ανελέητους εσωτερικούς αλληλοσπαραγμούς με τους οποίους πορευτήκαμε, Ζαγοράκης και Βρύζας από τη μια, Σαλπιγγίδης από την άλλη, να μείνει για πάντα ο Γκαρσία, Μυστακίδης στο μπάσκετ, ζήτω ο Χατζόπουλος, Νέα Τούμπα ο Σαββίδης, όχι να την κατασκευάσει ο Μυστακίδης.

Ζωή να έχουμε, να μεγαλουργούμε, να φαγωνόμαστε μεταξύ μας και να βάζουμε δύσκολα σε όσους προσπαθούν να καταλάβουν πως πετυχαίνουμε όλα όσα εκείνοι δεν μπόρεσαν ούτε να ονειρευτούν….


Ροή Ειδήσεων
Περισσότερες ειδήσεις

Best Of Network