Ο Γιάννης Ψαράκης γράφει για το νέο βήμα του Βασίλη Σπανούλη και τον Άρη Betsson που ετοιμάζεται να «χτίσει» κάτι μεγάλο.
Ο Βασίλης Σπανούλης δεν είναι ο καλύτερος προπονητής στον κόσμο. Ίσως να μη γίνει και ποτέ αν και μεγάλος του “δάσκαλός” του στα χρόνια του ως παίκτης δεν ήταν άλλος από τον κορυφαίο, Ζέλικο Ομπράντοβιτς.
Όμως ο Βασίλης είναι μια από τις ισχυρότερες προσωπικότητες, ένας παίκτη-θρύλος (κατά την ταπεινή μου άποψη ο κορυφαίος στην ιστορία της EuroLeague και σίγουρα Toπ-5 στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ) και ένας δυναμικός χαρακτήρας που εμφύσησε στις ομάδες που έπαιξε αλλά και σε μεγάλο μέρος του μπασκετικού κοινού τη νοοτροπία όχι μόνο του refuse to lose αλλά και του “τίποτα δεν είναι απίθανο”.
Απαραίτητο disclaimer γιατί θέλω κάποια στιγμή να το βγάλω από μέσα μου, το κουβαλάω χρόνια. Το Kill Bill είναι ίσως το χειρότερο παρατσούκλι στην ιστορία των… παρατσουκλιών και απλά το σιχαίνομαι. Σημαίνει “σκοτώστε τον Βασίλη”, αφορά σε έναν ήρωα (της ομώνυμης ταινίας του λατρεμένου μου Ταραντίνο) που ήταν τόσο… κακός που του άξιζε να τον σκοτώσουν και στο τέλος της ημέρας οτιδήποτε σε “παρατσούκλι” παραπέμπει σε κάτι τόσο άσχημο όπως το να “σκοτώνεις” είναι απλά απωθητικό. Τα έγραψα και ξαλάφρωσα, κλείνει η παρένθεση.
Έλεγα λοιπόν για τον Σπανούλη που από χθες πετύχει δεν πετύχει (που θα πετύχει…) στην αποστολή του στον Άρη μπήκε στο πάνθεο των μπασκετανθρώπων που άφησαν το στίγμα τους στην ιστορία του “αυτοκράτορα”. Ένα τέτοιο όνομα, μια τέτοια τεράστια προσωπικότητα θα μπορούσε να ηγηθεί της αφύπνισης του πάλαι ποτέ “αυτοκράτορα” του ελληνικού μπάσκετ που τα τελευταία είκοσι χρόνια “έγκωσε” από σωτήρες (βλ.Λάσκαρης κ.α.) και το μόνο που δημιουργούσε κάθε σεζόν ήταν χρέη.
Ομολογώ ότι στο ξαφνικό “μπάσιμο” του Σιάο και του fund που βρίσκεται δίπλα/πίσω του ήμουν αρκετά επιφυλακτικός όμως με κέρδισαν όχι με το ότι έπεισαν έναν winner σαν τον Σπανούλη να αναλάβει τις τύχες της ομάδας αλλά γιατί η δέσμευση που πήραν ένα χρόνο πριν, να καλύψουν όλα τα (πολλά) χρέη μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 έγινε πράξη με συνοπτικές διαδικασίες. Ούτε φαμφάρες, ούτε τρελές υποσχέσεις, ούτε μεταγραφές… αεροδρομίου. Κατάφεραν, δε, να απορροφήσουν τις έντονες δονήσεις από την γενικά μέτρια (προς κακή) χρονιά εντός και εκτός συνόρων αν και κανείς δεν είχε υποσχεθεί μεγαλεία.
Δεν το κρύβω ως γνήσιο δημοσιογραφικό μπασκετικό τέκνο του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ‘80 (before it was cool με το χρυσό στο Ευρωμπάσκετ…) έχω μία ιδιαίτερη συμπάθεια στον Άρη. Όταν πριν καμιά 20αριά χρόνια μετέδωσα για λογαριασμό της Nova αγώνα Ευρωλίγκα στον ναό του Αλεξάνδρειου ένιωσα πιο γεμάτος και ευτυχισμένος από ποτέ.
Ο Άρης του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Ιωαννίδη είναι η ομάδα που άνδρωσε τη δική μου γενιά μαζί με το “Τρίποντο”, τον Φίλιππο Συρίγο και που αγαπήθηκε πέρα από συλλογικές προτιμήσεις. Έχει, πλέον, όλα τα φόντα να χτίσει κάτι μεγάλο, κάτι ουσιαστικό που μαζί με την ταυτόχρονη δυναμική άνοδο του ΠΑΟΚ θα καταφέρει επιτέλους να σπάσει το δίπολο της τοξικότητας το πάρτυ της οποίας ξεκίνησε πριν λίγες μέρες και θα ολοκληρωθεί στις 13 Ιουνίου..