Οι ποδοσφαιριστές, όπως και όλοι οι κάτοικοι του Ιράκ, ζούσαν σε καθεστώς τρόμου τα χρόνια που ο Σαντάμ Χουσεΐν βρίσκονταν στην εξουσία. Ο «άρρωστος» γιος του Ουντάι.
Για τη 2η συμμετοχή της σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου προετοιμάζεται η Εθνική Ομάδα του Ιράκ και μάλιστα στην αποστολή της βρίσκεται και ο Μοχανάντ Άλι, γνώριμός μας από το παρελθόν όπου το 2021/22 φορούσε τη φανέλα του Άρη.
Η πρώτη ήταν στο μακρινό 1986 στα γήπεδα του Μεξικό, όπου κατά σύμπτωση θα φιλοξενήσει εκ νέου ένα Μουντιάλ με εκείνο παρών, αυτή τη φορά όμως μαζί με τις ΗΠΑ και τον Καναδά.
Εκείνα τα χρόνια η χώρα ζούσε υπό το ακραίο καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν, για τον οποίο ναι μεν το ποδόσφαιρο δεν αποτελούσε ποτέ προτεραιότητα, κάτι αντίστοιχο όμως δεν ίσχυε για τον γιο του Ουντάι (φωτό).
Από τα μέσα δεκαετίας του ’80 μάλιστα στο «κόλπο» μπήκε και ο πεθερός του δικτάτορα Χουσεϊν Καμίλ, καθώς ο τότε πόλεμος με το Ιράν δεν κυλούσε όπως ήθελαν στη Βαγδάτη και για αυτό έπρεπε να ανυψωθεί το ηθικό του στρατεύματος. Πώς συνέβη αυτό;
Με την κατάκτηση τίτλων από την ομάδα του στρατού, ύστερα από παιχνίδια όπου η διαιτησία ήταν 100-0, οι αντίπαλοι παίκτες έδειχναν – ύστερα φυσικά από σχετικές «συστάσεις» που τους γίνονταν – απλά «νωχελικοί» και ολιγοήμερες απαγωγές σε όποιους δεν… επέτρεπαν στον συγκεκριμένο σύλλογο να κερδίσει… χαλαρά.
Το «κακό» όμως εντάθηκε όταν ο Ουντάι Χουσεϊν– πρωτότοκος γιος του δικτάτορα – άρχισε να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στα δρώμενα της χώρας, καθώς λάτρευε το ποδόσφαιρο και μεταξύ άλλων ήταν πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής.

Πλέον οι Ιρακινοί αθλητές και κυρίως οι ποδοσφαιριστές ζούσαν σε καθεστώς τρόμου και όχι μόνο ταπεινώνονταν μετά από κάποια αποτυχία τους, αλλά στην καθημερινότητά τους εισήλθε η φυλάκιση, τα βασανιστήρια, οι ξυλοδαρμοί και η κάθε λογής κτηνωδία.
Τα υπόγεια του κτιρίου της Ολυμπιακής Επιτροπής στη Βαγδάτη μετατράπηκαν σε «κολαστήρια» και πολλάκις ο Ουντάι όχι μόνο ήταν παρών στους ξυλοδαρμούς που υφίστανται οι αθλητές, αλλά και συμμετείχε ως δράστης τους.
«Στον αθλητισμό μπορείς να κερδίσεις ή να χάσεις. Αν χάσεις, ξέρεις ότι δεν θα γυρίσεις σπίτι σου»!
Το 2003 και μετά την πτώση του καθεστώτος, ο Αμπάς Ραχίμ Ζαΐρ (φωτό) ένας εκ των κορυφαίων παικτών που ανέδειξε ποτέ η χώρα κατήγγειλε δημόσια τα όσα συνέβαιναν, αφού και μεταξύ άλλων εκείνος συνελήφθη τρεις φορές.
Η πρώτη ήταν το 1998, όταν ως μέλος της Εθνικής Νέων του Ιράκ φυλακίστηκε για 10 ημέρες επειδή η Under της πατρίδας του γνώρισε τρεις ήττες σε τέσσερα παιχνίδια, στο τότε Ασιατικό Πρωτάθλημα Νέων της Ταϊλάνδης.
Η επόμενη το 2000 όταν και έπαιζε στην Αλ Ζάουρα και έχασε πέναλτι στο τελικό του AFC Champions League με αντίπαλο την Αλ Γουάχντα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κάτι που «κόστισε» τον τίτλο του πρωταθλητή στον τότε σύλλογό του.
Η τελευταία ήταν μερικά χρόνια μετά, όταν και δεν ψήφισε το «εκλεκτό» της δικτατορίας σε κάποιες εκλογές αθλητικού συλλόγου.
Ο Ραχίμ Ζαΐρ έφυγε από τη ζωή το 2012 σε τροχαίο δυστύχημα και κατά καιρούς ανέφερε πως «το να παίζεις ποδόσφαιρο στο Ιράκ ήταν περισσότερο τιμωρία παρά προνόμιο. Η απουσία από μια προπόνηση λόγω οικογενειακού προβλήματος μπορούσε να σε οδηγήσει στη φυλακή. Οι διεθνείς παίκτες ζούσαν υπό ένα σχεδόν στρατιωτικό καθεστώς, υποβαλλόμενοι σε ατελείωτες συζητήσεις στις οποίες απειλούνταν ότι θα έχαναν τα πόδια τους ή ότι δεν θα έβλεπαν ποτέ ξανά τις οικογένειές τους. Στον αθλητισμό μπορείς να κερδίσεις ή να χάσεις. Αν χάσεις, ξέρεις ότι δεν θα γυρίσεις σπίτι σου»!

Η απειλή για ανατίναξη αεροπλάνου
Μάλιστα όταν μετά τον πόλεμο με το Ιράν υπήρχαν διεθνείς αναμετρήσεις των δύο χωρών, τα μέλη της εκάστοτε αποστολής του Ιράκ απειλούνταν με θάνατο εάν έχαναν, αφού τους έλεγαν «ωμά» πως θα ανατινάξουν το αεροπλάνο που θα τους μετέφερε πίσω.
Για αυτό σε περιπτώσεις τουρνουά όπου προέκυπτε το «σενάριο» να διασταυρωθούν με το Ιράν προτιμούσαν να αποκλειστούν νωρίς και να δεχθούν «μόνο» ξύλο ή φυλάκιση, παρά να παίξουν κόντρα σε μία ομάδα (σ.σ. συλλογική ή Εθνική) από τους γείτονές τους, που ήταν ο μεγάλος εχθρός του καθεστώτος.
Πάντως το 1997 η FIFA ερεύνησε κάποιες καταγγελίες που της έγιναν από ανθρώπους που κατάφεραν να αποδράσουν από το Ιράκ, όμως ποτέ δεν αποδείχθηκε κάτι, εξέλιξη μάλλον φυσιολογική για την εποχή αφού το καθεστώς ήταν ακόμη παντοδύναμο.
«Δεχόμουν 20 μαστιγώματα την ημέρα. Ο Ουντάι ήταν εκεί και συνέχεια γελούσε»
Ο Σαράρ Χαϊντάρ από την πλευρά του, άλλος διεθνής παλαίμαχος παίκτης της χώρας, ήταν επίσης αποκαλυπτικός μετά την πτώση του καθεστώτος. «Αφού χάσαμε έναν αγώνα στο Αμμάν, βασανίστηκα τέσσερις φορές. Μας φυλάκισαν, μας έγδυσαν και μας αλυσόδεσαν σε ένα μπαρ. Μας ξυλοκόπησαν άγρια και ύστερα μας ‘έριξαν’ σε βρώμικα κελιά… Επειδή εγώ ήμουν σταρ δεχόμουν 20 μαστιγώματα την ημέρα. Ο Ουντάι ήταν εκεί και συνέχεια γελούσε», υπογράμμισε σε μία συνέντευξή του.
Ο Χαϊντάρ πέθανε το 2012 από καρδιακή προσβολή στην Τουρκία όπου και ζούσε, ενώ παράλληλα αναφέρθηκε και στο πώς ήταν «δομημένα» τα μπουντρούμια στα υπόγεια της Ολυμπιακής Επιτροπής του Ιράκ.
Οι παίκτες του μπάσκετ και του βόλεϊ φυλακίζονταν σε κελιά ύψους 1,5 μέτρου
Οι παίκτες του μπάσκετ και του βόλεϊ που δεν ήταν τόσο «διαδομένα» αθλήματα φυλακίζονταν σε κελιά ύψους 1,5 μέτρου, αφού ήταν πολύ πιο ψηλοί και έτσι τους «τιμωρούσαν».
Αντίθετα οι ποδοσφαιριστές που κλείνονταν εκεί δεχόντουσαν πολύ ξύλο, μέχρι και με μεταλλικές ράβδους μέχρι να σπάσουν τα κόκαλά τους. Πολλοί δε και λόγω αυτού έμειναν ανάπηροι.
Παράλληλα στην καθημερινότητα των φυλακισμένων ήταν ηλεκτροπληξίες, βούτηγμα σε κουβάδες με σάπιο νερό, απειλές με ζώα, αϋπνία και κάθε λογής φρικαλεότητες.
Αποκαλυπτικός ήταν σε ανύποπτη στιγμή και ο Σαάντ Κάις, επίσης παλαίμαχος διεθνής παίκτης, που κατάφερε να «αποδράσει» από το Ιράκ και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Νορβηγία.
Αφηγήθηκε λοιπόν τι βίωσε το 1998, όταν στα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ασίας η Αλ Σόρτα που έπαιζε και ήταν ο ηγέτης της έχασε από την Κέπετνταγκ Ασγκάμπατ του Τουρκμενιστάν, σε ένα ματς όπου αποβλήθηκε.
«Όταν επέστρεψα, με συνέλαβαν. Με διέταξαν να γδυθώ μέχρι τη μέση και να ξαπλώσω στο έδαφος. Στη συνέχεια με μαστίγωσαν. Αιμορραγούσα πολύ πριν λιποθυμήσω. Μερικές από τις πληγές δεν επουλώθηκαν παρά δύο χρόνια αργότερα. Με κράτησαν για μήνες. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο παρά να μπορέσω να φύγω από τη χώρα μου», σχολίασε σε media της Νορβηγίας.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Άχμεντ Ράντι, ακόμη ένας παίκτης εκείνης της «φουρνιάς» που αναφέρθηκε επίσης στα βιώματά του και τι συνέβη μετά από ένα άτυχο αποτέλεσμα της Εθνικής.«Μας έριξε (σ.σ. ο Ουντάι Χουσεΐν) όλους στη φυλακή. Σε άλλους έκοψε τα μαλλιά και για αρκετές ημέρες έρχονταν και μας χαστούκιζε».
Πάντως και μετά την πτώση της δικτατορίας και του καθεστώτος πολλές φορές το ποδόσφαιρο προκάλεσε πόνο και αίμα στο Ιράκ, όμως τα χρόνια του Σαντάμ Χουσεΐν ο τρόμος κυριαρχούσε, όπως άλλωστε σε όλα τα επίπεδα.