Με αφορμή την αναμενόμενη μετακίνηση του Κοστίνια από τον Ολυμπιακό στην Μπράιτον ας «θυμηθούμε» το πώς επιλέγουν παίκτες οι «γλάροι», μέσω ενός συστήματος που η πλήρης λειτουργία του παραμένει κρυφή
Βρισκόμασταν πολλά χρόνια πίσω, στην δεκαετία του ’80, όταν ο Βαλερί Λομπανόφσκι «προφήτευσε», από τους πρώτους μάλιστα, πως οι υπολογιστές που είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους θα αποκτήσουν άμεσα «πρωταγωνιστικό ρόλο» στο ποδόσφαιρο.
Τα λόγια του αντιμετωπίστηκαν τότε και μάλλον εύλογα με δυσπιστία ακόμη και στην πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ, παρότι ήταν τεχνολογικά ανεπτυγμένη και έστελνε ανθρώπους στο διάστημα.
Σήμερα, ένας εκ των κορυφαίων προπονητών που ανέδειξε ποτέ η υφήλιος που όμως έφυγε από τη ζωή το 2002, μπορεί να μας κοιτά από ψηλά και να αισθάνεται δικαιωμένος.
Η επίδραση της τεχνολογίας στο παγκόσμιο football δεν έγκειται πια μόνο σε τακτικά ζητήματα, στα της ανάλυσης, σε ιατρικά θέματα αλλά και στον τομέα της ενδυνάμωσης των παικτών, αλλά και σε εκείνα όπου το λεγόμενο «μάτι» και διαχρονικά η αντίληψη του ανθρώπου έχουν (αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ) τον πλέον ουσιώδη λόγο. Στις μεταγραφές και την αξιολόγηση του ταλέντου και των ικανοτήτων των ποδοσφαιριστών ευρύτερα.
Θεωρητικά και επί χάρτου δεν χρειάζεσαι κάποιο data να σου «πει» αν ένας παίκτης είναι καλός ή κακός και αν κάνει ή όχι για τα πλάνα που θες να εφαρμόσεις στην ομάδα σου, όταν τον βλέπεις εσύ ο ίδιος ως προπονητής ή τεχνικός διευθυντής ή έστω κάποιο στέλεχος του συλλόγου που εμπιστεύονται οι δύο πρώτοι και είναι επιφορτισμένος με τη αντίστοιχη δουλειά.
Σίγουρα τα «εργαλεία» που σου προσφέρουν οι πλατφόρμες που καταγράφουν στατιστικά και σχετικές λεπτομέρειες είναι πολύτιμοι «συνεργάτες», αλλά εδώ μιλάμε για τα ίδια τα μάτια σου. Βλέπεις, κρίνεις, αξιολογείς, αποφασίζεις.
Ωστόσο το εύρος της δεξαμενής των ποδοσφαιριστών που υπάρχει είναι τεράστιο και στην οποιαδήποτε σχετική «εξίσωση» μπαίνει η οικονομική παράμετρος, αφού για να είσαι καλυμένος χρειάζεσαι δεκάδες ίσως και εκατοντάδες εργαζόμενους στο σκάουτινγκ, αν θες να σκανάρεις τους πάντες.
Την ίδια στιγμή αν πεις πως ο Λαμίν Γιαμάλ, για παράδειγμα, είναι καλός και ταιριάζει στο στυλ παιχνιδιού σου, φαντάζει ως το αυτονόητο. Ακόμη και για τον οποιοδήποτε άλλον παίκτη ανάλογου επιπέδου. Ουάου, ανακάλυψες την Αμερική. Εκεί δεν θες τμήμα σκάουτινγκ, αλλά «γερό πορτοφόλι», αφού αντίστοιχα deals μόνο με ποσά εννέα ψηφίων δύναται να ολοκληρωθούν. Ok, αν τα δίνεις, τότε είσαι κομπλέ.
Ωστόσο δεν έχουν όλοι οι σύλλογοι τη σχετική δυνατότητα και ένας εξ’ αυτών που τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει πως είναι σε θέση να αγοράζει –τηρουμένων των αναλογιών– φθηνά και να πουλάει –πολύ– ακριβά είναι η Μπράιτον. Η οποία επενδύει και στη χώρα μας, αφού μετά τους Χαράλαμπο Κωστούλα και Στέφανο Τζίμα αναμένεται από ώρα σε ώρα να αποκτήσει και τον Κοστίνια από τον Ολυμπιακό.

Τα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που δαπάνησε και για τους τρεις μπορεί να φαντάζουν «ιλιγγιώδεις» για τα δεδομένα της Ελλάδος, αλλά για εκείνα της Premier League είναι μάλλον «light».
Παράλληλα βγήκαν από το ταμείο των «γλάρων» στο πλαίσιο της πολιτικής που ακολουθούν, μέσω της οποίας αγοράζουν ποδοσφαιριστές ανεξαρτήτως του πρωταθλήματος που είναι, κυρίως νεαρούς, για τους οποίους όμως είναι πεπεισμένοι πως διαθέτουν όλα τα στοιχεία του top παίκτη. Έτσι τους παίρνουν και αν μπορούν τους εξελίσσουν, εκτοξεύοντας με αυτόν τον τρόπο την αξία τους και με σκοπό να τους πουλήσουν, κάτι που θα τους αποφέρει τεράστια οφέλη.
Υπό αυτές τις συνθήκες μάλιστα διατηρούν και τη βιωσιμότητά τους, ενώ συνάμα παραμένουν ανταγωνιστικοί. Σε απλά ελληνικά λοιπόν: Ανακαλύπτουν «διαμάντια» εκεί που δεν μπορούν να βρουν οι άλλοι ή δεν φοβούνται να πάρουν το ρίσκο ώστε να επενδύσουν πάνω τους.
Έτσι για παράδειγμα και μεταξύ άλλων έγινε με τον Μόισες Καϊσέδο που κόστισε 28.000.000 από την Ιντεπεντιέντε του Εκουαδόρ και πουλήθηκε με 116.000.000 στην Τσέλσι ή τον Ζοάο Πέδρο που τον πήραν έναντι 34 εκατομμυρίων από τη Γουότφορντ και δύο σεζόν μετά τον παραχώρησαν με 67 εκατομμύρια εκ νέου στους «μπλε». Ωστόσο υπάρχουν και πιο «φθηνά» παραδείγματα, όπως του Σιμόν Αντιγκρά που έδωσαν 8 «χαρτιά» στην Νόρτζελαντ και πήραν πίσω 42 όταν τον έδωσαν στη Σάντερλαντ ή εκείνο του Ντενίζ Ουντάφ που πήγε στο Μπράιτον με 7 και έφυγε για τη Στουτγκάρδη με 27.
Ο επαγγελματίας των τυχερών παιγνίων που έγινε ιδιοκτήτης της Μπράιτον
Ως πρώτη σκέψη για απάντηση στο ερώτημα του «πώς τα καταφέρνουν;» είναι ότι διαθέτουν τρομερό τμήμα σκάουτινγκ, ανθρώπους δηλαδή που βλέπουν «πολύ μπάλα» ή να το πούμε πιο… λαϊκά «τρώνε ψαράκι» και έτσι γίνεται η δουλειά.
Όμως δεν είναι μόνο αυτό.
Στο Falmer Stadium έχουν εδώ και χρόνια «υιοθετήσει» – «ενσωματώσει», όπως θέλετε χαρακτηρίστε το, ένα σύστημα αξιολόγησης που βασίζεται –σε ελεύθερη μετάφραση– στον νόμο των πιθανοτήτων.
Το συγκεκριμένο στοιχείο είναι απόρροια της ιδιοσυγκρασίας του Τόνι Μπλουμ, ιδιοκτήτη του club, που μεταξύ άλλων ασχολείται σε επαγγελματικό επίπεδο με τα τυχερά παίγνια και κυρίως το πόκερ και τις ιπποδρομίες.
Ήταν δε τόσο πετυχημένος που στην αντίστοιχη «πιάτσα» τον αποκαλούσαν «σαύρα», επειδή… μάγκωνε τα κέρδη και στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ίδρυσε μία επιχείρηση τυχερών παιχνιδιών στην Μπανγκόκ, η οποία τον εισήγαγε στην ασιατική αγορά και στο σύστημα στοιχημάτων με χάντικαπ.
Στη συνέχεια, το 2006, δημιούργησε την «StarLizard», έναν συμβουλευτικό οργανισμό στοιχημάτων υψηλής αξίας, που αποτελεί τη «ναυαρχίδα» των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων και απασχολεί περίπου 200 εργαζόμενους. Μέσω αυτής δε έφτασε να κατέχει μέχρι και διαδικτυακή στοιχηματική εταιρεία, την οποία πούλησε πριν το Μουντιάλ του 2022.
Φανατικός φίλος της Μπράιτον, το 2009 πήρε τις μετοχές των «γλάρων» που βρίσκονταν τότε στη League One και έκτοτε είναι ο ισχυρός τους άνδρας.

Παράλληλα, το 2018 εξαγόρασε και την Ουνιόν Σαιν-Ζιλουάζ που βρίσκονταν τότε στη 2η κατηγορία του Βελγίου και πλέον συμμετέχει στο Champions League, ενώ από το 2025 κατέχει το 19,1% των μετοχών τηςΜέλμπουρν Βίκτορι.
Εκείνο το διάστημα αγόρασε, έναντι 11,1 εκατομμυρίων ευρώ, το 29% των μετοχών της Χαρτς, επειδή όμως η ομάδα του Εδιμβούργου συμμετείχε στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις όπως και η Μπράιτον, η UEFA ξεκίνησε έρευνα και θέτει «ερωτηματικά» για το κατά πόσο δύναται να τις διατηρήσει. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε είναι πλέον μειοψηφικός μέτοχος και στηνΟυνιόν Σαιν-Ζιλουάζ.
Το «Jamestown Analytics» και ο «εξομοιωτής»
Μέσω της «StarLizard» η Μπράιτον και το τμήμα σκάουτινγκ που διατηρεί και φυσικά είναι υψηλού επιπέδου, έχει πρόσβαση σε μία βάση δεδομένων όλων των πρωταθλημάτων, αφού είναι αδύνατον μία ομάδα να διαθέτει «μάτια» παντού.
Έτσι εκείνη δύναται να παρακολουθεί ποδοσφαιριστές σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου, να καταγράφει τις επιδόσεις τους και να αξιολογεί την πρόοδό τους.
Η ανάλυση κάθε ποδοσφαιριστή γίνεται μέσω της«Jamestown Analytics», μιας εταιρείας που αποτελεί παρακλάδι της «Starlizard» και ο ακριβής τρόπος που λειτουργεί κρατείται ως επτασφράγιστο μυστικό και τον γνωρίζουν οι πολύ inside της ομάδας. Ο μύθος «λέει» πως ούτε οι εκάστοτε προπονητές της δεν τον γνωρίζουν.
Μέσω αυτού του προγράμματος προκύπτουν οι πιθανότητες που αντιστοιχούν για κάθε ποδοσφαιριστή, ώστε να ανταποκριθεί στα επίπεδα της Premier League και κυρίως να «ανέβει» περαιτέρω το status quo του.
Να το πούμε «μπακαλίστικα» υπολογίζεται η ηλικία του, το επίπεδο που αγωνίζεται τώρα, η ομάδα που παίζει και οι επιμέρους επιδόσεις του σε κάθε στατιστική υπηρεσία, ανάλογα φυσικά με τη θέση του (π.χ. για έναν στόπερ οι «μονομαχίες», για έναν μπακ οι σέντρες κτλ κτλ).
Όλα αυτά, λοιπόν, μπαίνουν σε ένα «μπλέντερ» και ο υπολογιστής «αποφασίζει» εάν αξίζει για κάποιον παίκτη να δαπανηθούν τα χρήματα που απαιτούνται, αφού μεταξύ άλλων υπάρχει ένας -τρόπον τινά- εξομοιωτής, ο οποίος «λέει» εάν ο «υποψήφιος» θα μπορέσει στο μέλλον να πιάσει ανάλογα στάνταρ απόδοσης και στην Premier League, αφού στην πλειοψηφία τους από το σχετικό «σκανάρισμα» περνούν νεαροί παίκτες.
Παράλληλα στην «κουβέντα» μπαίνει και ο τρόπος που θα δουλέψουν μαζί του στην Μπράιτον σε τομείς όπως η ενδυνάμωση, η τακτική, η φυσική κατάσταση κ.ο.κ.
Δηλαδή όλα αυτά τα στοιχεία περνούν από ένα «φίλτρο», εξετάζονται και προκύπτει ένα πόρισμα/συμπέρασμα για κάθε ποδοσφαιριστή.
Για παράδειγμα ο Χ έχει 70% πιθανότητες, άρα αξίζει το ρίσκο να τον πάρουμε, ο Ψ μόνο 20% δεν είναι σωστό να αποκτηθεί.
Αυτόματα το τμήμα σκάουτινγκ έχει «εικόνα» για όλες τις λίγκες και μόλις «λοκαριστούν» οι «στόχοι», εκείνοι τους τσεκάρουν και από κοντά, εν δράση δηλαδή, σε κάποια παιχνίδια.
Όταν το κομπιούτερ… πέφτει έξω
Βέβαια υπάρχουν περιπτώσεις όπου το «κομπιούτερ» και οι σκάουτερ διαφώνησαν όμως τελικά η μεταγραφή έγινε, καθώς η ιδιοκτησία της Μπράιτον «πιστεύει» πολύ το συγκεκριμένο σύστημα.
Πλέον τρανταχτό παράδειγμα εκείνο του Εϊράν Κασίν, του 24χρονου Ιρλανδού στόπερ για τον οποίο το σύστημα είπε «ναι», οι σκάουτερς «όχι» και τελικά αποκτήθηκε τον Γενάρη του από την Ντέρμπι Κάουντι έναντι 11.000.000 ευρώ.
Έκτοτε μετρά μόνο δύο συμμετοχές με την Μπράιτον και «γυρίζει» δανεικός σε άλλες ομάδες (σ.σ. φέτος τελείωσε τη σεζόν στην Μπλάκμπερν).

Αυτό μάλιστα δείχνει πως η μπάλα είναι πάντα κάτι ξεχωριστό και επιβεβαιώνει πως στο ποδόσφαιρο οι αριθμοί δεν λένε «πάντα την αλήθεια».
Οι 5 κορυφαίες της πωλήσεις έφεραν από το 2020 κέρδη ύψους 256.100.000 ευρώ!
Πάντως η «συνεργασία» της τεχνολογίας και του εξιδεικευμένου ανθρώπινου δυναμικού αναγόρευσε την Μπράιτον ως selling club και από τις αρχές της δεκαετίας άρχισε να απολαμβάνει τους καρπούς του εγχειρήματος που «τρέχει».
Οι παρακάτω πέντε πωλήσεις της που παραθέτουμε είναι οι υψηλότερες για εκείνη από το 2020 και έπειτα, ενώ της απέφεραν αθροιστικά 344.500.000 ευρώ.

Την ίδια στιγμή το κόστος για να αποκτήσει τους συγκεκριμένους ποδοσφαιριστές ανήλθε σε 88.400.000 ευρώ, άρα μόνο από τουςΜόισες Καϊσέδο, Μαρκ Κουκουρέγια, Ζοάο Πέδρο, Μπεν Γουάιτ και Αλέξις Μακ Κάλιστερ αποκόμισε σε μόλις μία πενταετία, μέχρι πέρσι δηλαδή, κέρδη ύψους 256.100.000 ευρώ!
Μόισες Καϊσέδο-116.000.000 σε Τσέλσι
Μαρκ Κουκουρέγια-64.300.000 σε Τσέλσι
Ζοάο Πέδρο-63.700.000 σε Τσέλσι
Μπεν Γουάιτ-58.500.000 σε Άρσεναλ
Αλέξις Μακ Κάλιστερ-42.000.000 σε Λίβερπουλ