Ο Δημήτρης Κολοβέτσιος στη συνέντευξη της ζωής του στο Sportal: Ο Παναθηναϊκός, η ΑΕΚ και οι εμπειρίες από την Τουρκία!
Το ραντεβού μας είχε δοθεί για ένα πρωί Κυριακής στο Παγκράτι. Μαθαίνοντας ότι ο Δημήτρης Κολοβέτσιος είχε πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα μετά από, σχεδόν, έξι χρόνια παρουσίας στην Τουρκία, ήταν… υποχρεωτικός ένας καφές γεμάτος από ιστορίες. Γεμάτος από αναμνήσεις από μία σπουδαία καριέρα, τόσο στα ελληνικά, όσο και στα γήπεδα της γειτονικής χώρας.
Ένα παιδί που έζησε την πορεία της ΑΕΚ προς την μεγάλη επιστροφή. Ήταν από αυτούς που πίστεψαν και στο τέλος δικαιώθηκε για την επιλογή του. Μιλάει για την αξέχαστη βραδιά του τελικού Κυπέλλου, τις διαπραγματεύσεις με τον Δημήτρη Μελισσανίδη και τις προσωπικότητες που συναναστράφηκε φορώντας την κιτρινόμαυρη φανέλα.
Ήταν, ακόμα, ένα από τα παιδιά που κράτησαν όρθιο τον Παναθηναϊκό στην πιο δύσκολη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας του. Αναφέρεται στους «πράσινους» εκφράζοντας πολύ όμορφα συναισθήματα, ακόμα και αν δύο συγκεκριμένα πρόσωπα, του φέρθηκαν με τρόπο που δεν άρμοζε στα όσα προσέφερε στο «Τριφύλλι».
Δεν το έβαλε κάτω ποτέ, πήγε στην Τουρκία και εκεί έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα δικά μας παιδιά που έχουν περάσει από τη χώρα. Ο διάλογος που θα διαβάσετε, με τον άλλοτε Υπουργό Άμυνας, θα σας βοηθήσει να αντιληφθείτε την αναγνώριση και τον σεβασμό των γειτόνων μας προς το πρόσωπό του.
Ξεκινώντας, γιατί ήταν κακή επιλογή η Σακάριασπορ;
Η Σακάριασπορ ήταν κακή επιλογή, γιατί άλλα περίμενα στην ουσία και άλλα συνάντησα. Μου είχαν πει και όντως έτσι είναι αυτό, ότι είναι μεγάλη ομάδα, μεγάλο όνομα για την Τουρκία. Ταλαιπωρήθηκε πολλά χρόνια στη Β’ και στη Γ’ εθνική. Με πολύ κόσμο και πολύ καλό γήπεδο, που όντως έτσι είναι. Και πήγα εκεί. Συνάντησα ένα πολύ ζεστό κλίμα. Μου είπαν ότι ο στόχος τους ήταν άνοδος και έτσι ήταν, γιατί πήρανε και 4-5 παίκτες από την Σούπερ Λιγκ. Αυτά, ήταν πράγματα τα οποία μου έδειχναν εμένα ότι θα πάει για πρωταθλητισμό, για να βγει στη Σούπερ Λιγκ. Αλλά, δυστυχώς, δεν ήταν έτσι. Αποδείχθηκε, δηλαδή, ένας γίγαντας, με πήλινα πόδια. Μας είχαν πει ότι η χρηματοδότηση θα είναι εγγυημένη. Δεν ήταν. Μείναμε πάρα πολύ πίσω οικονομικά. Το προπονητικό ήταν σε άθλια κατάσταση και αυτό στην Τουρκία αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι η νοοτροπία των παικτών στη χώρα είναι να περνάνε πολλές ώρες το προπονητικό της ομάδας. Έτσι, αν το προπονητικό είναι χάλια, δυσκολεύει πάρα πολύ η ποδοσφαιρική σου καθημερινότητα. Δεν είχαν βασικά πράγματα για την ιατρική περίθαλψη των παικτών. Γιατροί, αλλά και πολλά άλλα απαραίτητα. Και όλα αυτά, σε συνδυασμό με κάποια άσχημα αποτελέσματα, στη μέση της χρονιάς, με έκαναν να πάρω την απόφαση και να φύγω, να απεμπλακώ.
Αυτό που περιγράφεις, δεν το είδες πριν πας στην ομάδα;
Το προπονητικό δεν το είχα δει. Την κατάσταση μέσα στην ομάδα δεν την είχα δει, την οργάνωση του κλαμπ. Απλά εγώ ήξερα ότι η Σακάρια είναι μια πολύ καλή πόλη, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, με πολύ ζεστούς οπαδούς, που έτσι ήταν. Οι φίλαθλοί της, την αγαπούν πάρα πολύ την ομάδα. Με ένα φανταστικό γήπεδο, καινούριο. Πρόκειται, ας πούμε, για ένα γήπεδο καλύτερο από το Καραϊσκάκη. Μου είχαν πει ότι ο επιχειρηματικός κόσμος, της πόλης θα πέσει πάνω στην ομάδα, έτσι ώστε να τη βοηθήσει και να βγει. Πράγμα το οποίο δεν έγινε. Και δεν έγινε, γιατί υπήρχαν τριβές μεταξύ τους, μεταξύ δημάρχου και προέδρου, προέδρου και άλλων επιχειρηματιών. Κάπως έτσι, ήρθε η ρήξη. Δημιουργήθηκαν πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα, μείναμε πάρα πολύ πίσω στις πληρωμές. Δεν ήταν αυτό που μας έλεγαν. Κερδίζαμε στην αρχή μεγάλα παιχνίδια και δεν δίνανε αυτά τα μπόνους που στην Τουρκία είναι σημαντικά ποσά. Κάθε παιχνίδι, κάθε νίκη, έχει μπόνους ψηλό. Εμείς κερδίζαμε παιχνίδια κόντρα σε αντιπάλους που θα πήγαιναν για να ανέβουνε και παίρναμε ψίχουλα στην ουσία. Όλο αυτό, μας έκανε να αναθεωρήσουμε, ειδικά τους ξένους. Που οι ξένοι δεν το κρύβουν ότι πας Β’ Εθνική Τουρκίας για το οικονομικό. Για τα οικονομικά, σίγουρα και για το κύρος της ομάδας. Αλλά το οικονομικό είναι πρώτο.

Πώς είναι ως πρωτάθλημα η δεύτερη κατηγορία της Τουρκίας;
Η Β’ Εθνική της Τουρκίας είναι ένα σκληρό πρωτάθλημα. Κάτι σαν το ελληνικό, μπορώ να πω, αλλά καμία σχέση στο επίπεδο. Το επίπεδο είναι πολύ υψηλό στη Β’ Εθνική της Τουρκίας. Δηλαδή, τα μεγαλύτερα συμβόλαια στη Β’ Εθνική της Τουρκίας είναι περίπου 1,2 ή 1,3 εκατομμύρια ευρώ. Μία μέση, δηλαδή, κατάσταση ενός ξένου συμβολαίου είναι στα 500-600 χιλιάρικα. Πολλά λεφτά, οπότε το επίπεδο είναι καλό, είναι πολύ καλό. Σε σχέση με τη Σούπερ Λιγκ είναι πιο σκληρό. Το ματς θα πάει περισσότερο στη μονομαχία, η Σούπερ Λιγκ είναι πιο ανοιχτό πρωτάθλημα, θα μπουν πολλά γκολ. Στη Β’ Εθνική της Τουρκίας δεν είναι έτσι.
Όταν πήρες την απόφαση να πας εκεί, φεύγοντας από την Καϊσέρισπορ, τι άλλες επιλογές είχες στα χέρια σου;
Είχα επιλογές και από τη Σούπερ Λιγκ για την Τουρκία. Στόχος μου ήταν να μείνω στην Τουρκία, γιατί ήμουν χαρούμενος και με τη διαβίωση εκεί, αλλά και από οικονομικής φύσεως πράγματα. Είχα κάνει και τον κύκλο μου, είχα επαφές και έχω ακόμα πολύ καλές επαφές εκεί, οπότε ήμουν άνετος. Και αυτό το πρότζεκτ ήταν κάτι που με κέρδισε, γιατί είπα ότι είναι μια ομάδα που πολλά χρόνια ταλαιπωρήθηκε, θα τη στηρίξει και ο κόσμος. Καινούργιο γήπεδο, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη, γιατί εγώ πέντε χρόνια στην Καισάρεια δεν ήμουν κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Η Καισάρεια είναι μια πόλη που οποία δεν έχει μπαρ, δεν έχει εστιατόρια, δεν είναι ζωντανή. Έχει φυσική ομορφιά, είναι γραφική, αλλά δεν έχει τον τρόπο ζωής που έχουμε στην Ελλάδα. Και έτσι θεώρησα ότι από την Σακάρια θα πετάγομαι στην Κωνσταντινούπολη, θα γίνει πιο εύκολη η καθημερινότητά μου.
Όταν έφυγες από την Καισάρεια, σκέφτηκες το σενάριο να γυρίσεις στην Ελλάδα ή όχι;
Υπήρχαν κάποιες κουβέντες με κάποιες ομάδες, αλλά είχα κλειδώσει στο μυαλό μου το να συνεχίσω στην Τουρκία.
Τι είναι τελικά αυτό που σε έκανε να νιώσεις τόσο καλά στην Τουρκία και να μείνεις τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;
Το περιβάλλον, βέβαια. Όλο αυτό ξεκίνησε από το τι έδωσα εγώ στο διάστημα που έμεινα στην Τουρκία και αναγνωρίστηκε. Έδωσα συνέπεια, έδωσα σταθερότητα, έδωσα ένα καλό πρόσωπο, δηλαδή μία καλή συμπεριφορά προς αυτούς. Και θεωρώ ότι είναι κάτι που εκτιμήθηκε, ώστε αυτοί με τη σειρά τους να με κάνουν να αισθανθώ άνετα. Η ζεστασιά που πήρα στην Τουρκία, μπορώ να πω ότι μου λείπει. Όχι ότι δεν παίρνω εδώ, αλλά για ένα ποδοσφαιριστή είναι πολύ σημαντικό το να νιώθει, όπως με έκαναν να αισθανθώ στην Τουρκία.
Θα ήθελες να αναφέρεις κάποιο παράδειγμα από αυτήν τη ζεστασιά που περιγράφεις;
Γενικά, πήγαινα κάθε μέρα στο προπονητικό και μου μιλούσαν στα ελληνικά. «Καλημέρα», «καλησπέρα», όλοι οι άνθρωποι της ομάδας. Όταν ο άλλος σε υποδέχεται πάντα με χαμόγελο, είναι τρομερό. Οι άνθρωποι της ομάδας με ρωτούσαν συνεχώς αν χρειάζομαι κάτι. Ξέρανε την καθημερινότητά μου, για παράδειγμα, τον καφέ μου. Πήγαινα πάνω στο δωμάτιο και αυτοματοποιημένα, μετά από ένα τέταρτο, χτυπούσε η πόρτα, ερχόταν ο καφές μου. Πράγματα τα οποία μου έδειχναν ότι με αγαπάνε πολύ. Και τα έκαναν αφιλοκερδώς. Άσχετα αν εγώ, από μόνος μου βοηθούσα κάποιους ανθρώπους για τον έναν ή για τον άλλο λόγο. Σε κάποια εστιατόρια που πήγαινα ή στον δρόμο που περπατούσα, ο κόσμος με αγκάλιαζε, με ρωτούσε για την ομάδα. Έμαθα την τουρκική. Πολύ σημαντικό και αυτό.
Μιλάς τώρα;
Μιλάω, ναι.
Καταλαβαίνεις ή μιλάς κιόλας;
Και καταλαβαίνω, αλλά και μιλάω. Τα βασικά μιλάω, όχι με ευφράδεια, αλλά μιλάω. Ξέρω να συνεννοηθώ.
Δύσκολη γλώσσα;
Δύσκολη, ναι. Δύσκολη, γιατί δεν είναι παρόμοια με καμία άλλη. Θέλω να πω ότι κι εγώ από τη μεριά μου έβγαζα πράγματα, έτσι ώστε να δείξω στον άλλο ότι σέβομαι το μέρος στο οποίο βρίσκομαι. Όταν μαθαίνεις την τουρκική ή όταν είσαι δίπλα τους στην καθημερινότητά τους, καθιστάς σαφές ότι σέβεσαι το μέρος στο οποίο είσαι.
«Ο Χουλούσι Ακάρ, ο Παναγιωτόπουλος και ο Παναθηναϊκός!»
Είχα δει πάρα πολλές φορές στο Instagram φωτογραφίες που είχες ανεβάσει με βραβεύσεις. Επειδή κάποιος που βλέπει μια φωτογραφία δεν μπορεί να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Τι ήταν αυτά;
Θυμάμαι μία ήταν με τον Υπουργό Άμυνας. Πολύ όμορφη ιστορία τότε.
Και τι είχε γίνει;
Είχε έρθει ο πρώην Υπουργός Άμυνας της Τουρκίας, Χουλούσι Ακάρ. Αυτός πολιτεύεται στην Καισάρεια. Είναι πολύ μεγάλο όνομα στην Τουρκία, είναι πολύ κοντά στον Ερντογάν. Θεωρώ ότι είναι μέσα στα πέντε πιο δυνατά άτομα στην Τουρκία. Και περιμέναμε, λοιπόν, τον Υπουργό Άμυνας στο προπονητικό κέντρο. Εγώ ως αρχηγός ήμουν εκεί μπροστά στην είσοδο να τον υποδεχθούμε, μαζί με άλλους τρεις-τέσσερις παίκτες. Και φυσικά μαζί με τον πρόεδρο της ομάδας. Έρχεται, λοιπόν και γνωριζόμαστε. Μου λέει «εσύ είσαι ο Υπουργός Άμυνας της Καϊσέρισπορ, εγώ είμαι ο Υπουργός Άμυνας της Τουρκίας. Χαίρω πολύ». Πολύ ευχάριστος τύπος, μέσα στο χαμόγελο. Χαιρετιόμαστε, λοιπόν, στην είσοδο και μετά, εμείς οι παίκτες, φεύγουμε. Πάμε στα δωμάτια. Μετά από ένα 20λεπτό, έρχεται κάποιος και με φωνάζει και μου λέει «σε χρειάζονται κάτω». Κάτω ήταν ο Δήμαρχος, ήταν ο Υπουργός Άμυνας, ο Περιφερειάρχης και ο Πρόεδρος. Λέω «τώρα τι να θέλουν;» Μου λένε «σε ζητούν κάτω στο γραφείο». Κάμερες παντού, πάρα πολλές κάμερες. Πηγαίνω, λοιπόν, στο γραφείο εγώ και μου λέει ο Χουλούσι Ακάρ «έλα εδώ». Ο Πρόεδρος έκανε τις συστάσεις «ο Δημήτρης μας έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Είναι πολύ καλός αρχηγός. Είναι εδώ και στα εύκολα και στα δύσκολα, καθοριστικός μέσα στα αποδυτήρια ». Και ξεκινάει να μου μιλάει ο Χουλούσι Ακάρ για την Ελλάδα. Να μου λέει ότι «δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε» ότι «έχουμε πόσα φαγητά ίδια, πόσες λέξεις ίδιες» και στο τέλος μου λέει «έλα να πάρουμε τον υπουργό σου». Του απαντάω «ποιον υπουργό μου;». «Να, εδώ» μου λέει και ανοίγει το Whatsapp. Μπροστά μου, όλα αυτά. Βλέπω «Νίκος Παναγιωτόπουλος», ο πρώην Υπουργός Άμυνας. Και ξεκινούν διάλογο. «Ει, Νίκος» του λέει, «κοίτα εδώ ποιον έχω». και μου δίνει να μιλήσω. «Γεια σας κύριε Υπουργέ», του λέω.
Σε αναγνώρισε, φαντάζομαι.
Του λέω «είμαστε εδώ στην Καισάρεια. Είμαι ο Δημήτρης Κολοβέτσιος, πρώην παίκτης του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ. «Α, ναι, αγόρι μου», απάντησε. Ο πρώην Υπουργός είναι Παναθηναϊκός και έτσι μου είπε «θυμάμαι που εσύ στήριξες τον Παναθηναϊκό. Σε ξέρω. Κράτα ψηλά τη σημαία και στην Τουρκία». Με ρώτησε, ακόμα, πως περνάω. Είχαμε έναν σύντομο διάλογο, πολύ ευχάριστο. Γελάσαμε, είπαμε και κάποιες ιστορίες. Την επόμενη μέρα, πρωτοσέλιδα στην Τουρκία. Ήμασταν πρώτο θέμα σε όλες τις μεγάλες πολιτικές εφημερίδες της Τουρκίας. Ήταν μία πολύ ευχάριστη στιγμή για μένα.
Ποια ήταν η στιγμή που ένιωσες πιο περήφανος ως αρχηγός;
Δεν είναι κάτι ξεχωριστό, δεν θεωρώ ότι είναι κάτι συγκεκριμένο, είναι όλη η καθημερινότητά μου. Από το ότι θα μπορούσα να βοηθήσω έναν μικρό ποδοσφαιριστή, να μιλήσω στον πρόεδρο για να πληρωθεί κάποιος ή να βοηθήσω κάποιον άλλον από την ομάδα σε μια δυσκολία που είχε στην οικογένειά του. Γιατί και σε αυτά ήμουν δίπλα στους ανθρώπους της ομάδας. Μετά από παιχνίδια, που ερχόταν η πρόεδρος μέσα στα αποδυτήρια κι εγώ διεκδικούσα καλά χρήματα, καλά μπόνους. Έβλεπα χαρούμενους τους συμπαίκτες μου μετά. Ή ακόμα και στον δρόμο που με φώναζαν «κάπτεν, κάπτεν».
Το μέρος αυτό δεν έχει και αρκετούς Έλληνες;
Η Καππαδοκία είναι πολύ ιστορικό μέρος για τους Έλληνες. Έλληνες ήταν εγκαταστημένοι εκεί, μαζί με Αρμένιους. Έχει πάρα πολλά μοναστήρια, παλιά, ελληνικά. Ήταν το καμάρι τους που έπαιζε ένας Έλληνας εκεί. Κι εγώ ένιωθα περήφανος και για τον κόσμο εκεί, γιατί συναντούσα πολλούς Έλληνες. Έρχονταν διάφορα γκρουπ Ελλήνων στην Καππαδοκία. Με έπαιρναν τηλέφωνο για να με γνωρίσουν. Ένιωσα περήφανος για αυτές τις στιγμές. Εκεί είναι και τα Φάρασα, η γενέτειρα του Αγίου Παϊσίου. Πολύ ωραίο μέρος, ανάμεσα στα βουνά, πολύ γραφικό μέρος. Ωραία μέρη, τα οποία είχα την ευκαιρία να δω. Φυσικά, να μάθω και για τις δυσκολίες που πέρασαν οι Έλληνες. Πώς αναγκάστηκαν στην ουσία να φύγουν από εκεί. Το οδοιπορικό που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα. Ήταν μία πολύ ωραία εμπειρία.
Δύσκολες στιγμές, πέρασες εκεί;
Σαφώς, πολλές δύσκολες στιγμές. Στο ποδόσφαιρο είναι περισσότερες οι δύσκολες στιγμές, παρά οι εύκολες. Αρκετά παιχνίδια δύσκολα, που η ομάδα κινδύνευε. Κάποιες ήττες δύσκολες, που έπρεπε να διαχειριστούμε. Κάποιοι τραυματισμοί που με πήγαν πίσω. Η καθημερινότητα που μου έλειπε, η οικογένειά μου. Μου έλειπαν οι φίλοι μου. Ο τρόπος ζωής που στην Καισάρεια δεν είναι εύκολος για έναν Έλληνα. Υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, εκεί. Είναι πιο ήσυχα τα πράγματα.
Σε έριξε ποτέ αυτό που περιγράφεις ψυχολογικά;
Με έριξε, ναι. Δεν θα μιλήσω για κατάθλιψη, γιατί δεν το ξέρω. Αλλά πέρασα δύσκολες στιγμές. Για κάποιους μήνες, δεν κοιμόμουν καλά. Σκεφτόμουν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Είχα ανησυχίες. Δεν θέλω να το κάνω υπερβολικό, γιατί δεν ήταν υπερβολικό. Το πάλεψα μέσα μου.
Έζησες και εκείνο τον φοβερό σεισμό.
Έζησα και το σεισμό, ναι. Άλλη ιστορία από εκεί, τρομερή για μένα. Ήταν πολύ μεγάλο σοκ. Σίγουρα η πόλη που ήμουν δεν χτυπήθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο είχαν χτυπηθεί πιο νότια, οι πόλεις Χατάι και Γκατζιάντεπ. Αλλά κι εμείς χτυπηθήκαμε. Ήταν μια στιγμή που την πέρασα μόνος μου εκείνο το βράδυ, γιατί η ομάδα δεν ήταν εκεί. Εγώ ήμουν τραυματίας, έμεινα πίσω στην Καισάρεια και η ομάδα έπαιζε στο Ρίζε, ψηλά, στη Μαύρη Θάλασσα. Εκείνοι δεν είχαν επαφή με το σεισμό. Ήταν πέντε η ώρα τα ξημερώματα, εγώ κοιμόμουν. Ήταν τεράστιο το σοκ γιατί ήμουν ψηλά, στον 14ο όροφο. Στην πολυκατοικία μου, αν και καινουργία υπήρξαν ζημιές. Για είκοσι μέρες, περίπου έναν μήνα, αναγκαστήκαμε να μένουμε στο προπονητικό. Όλη η ομάδα, μέχρι να ελεγχθούν όλα αυτά τα κτίρια και να δώσει το ok η υπηρεσία. Ήταν πολύ δύσκολες στιγμές. Ήταν ασύλληπτο το νούμερο των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους. Ανάμεσά τους και κάποιοι ποδοσφαιριστές.
Σκέφτηκες τότε να φύγεις ή όχι;
Καλά, σκεφτήκαμε όλοι ξένοι να φύγουμε. Είχαμε πάει στις χώρες μας για δύο-τρεις μέρες και μετά γυρίσαμε στην Τουρκία. Ήθελε δουλειά για να το «χτίσουμε» μέσα μας, μέχρι να ξεπεράσουμε τις φοβίες. Θυμάμαι τότε όλοι είχαν διώξει τις οικογένειές τους από την Καισάρεια για αρκετούς μήνες.
Υπήρχε άλλη φάση μέσα σε αυτά τα χρόνια που να θυμάσαι πιο έντονα;
Ήταν το δύσκολο φεγγάρι, στο οποίο αναφέρθηκα και προηγουμένως, που έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και πρέπει να γυρίσω. Δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Θεωρώ ότι ήταν ο καιρός που έλειπα από το σπίτι, από την οικογένειά μου, από τους φίλους μου. Το ότι δεν είχα έτσι κάποιον να τον πάρω τηλέφωνο έντεκα-δώδεκα ώρα το βράδυ, να βγω έξω. Να πάω μια βόλτα να ξεσκάσω. Εκεί σκέφτηκα «κοίταξε Δημήτρη, ένα καμπανάκι. Δεν τραβάει άλλο. Ψάξε να βρεις τι γίνεται».
Σκέφτηκες ποτέ να πάρεις κανέναν φίλο σου να έρθει να παίξει στην Καϊσέρισπορ;
Πολλές φορές το προσπάθησα αλλά δεν έκατσε. Πάντα κάτι τελευταία στιγμή, στράβωνε.

Θυμάσαι κάποια περίπτωση που να στράβωσε τελευταία στιγμή;
Και του Τάσου Χατζηγιοβάνη που συζητούσαμε για να έρθει εκεί, αλλά και του Κίτσιου που είχε και καλό όνομα στην Τουρκία. Για διάφορους λόγους, όμως, προτιμήθηκαν άλλοι.
Σου έχει μείνει κάποιο παράπονο;
Όχι, ήταν μια ευχάριστη εμπειρία. Απόλαυσα το ποδόσφαιρο. Είχαμε πολύ μεγάλες προσωπικότητες στην ομάδα. Χτυπούσαμε πολύ μεγάλα παιχνίδια. Έπαιξα απέναντι σε ονόματα που δεν περνάνε καν από την Ελλάδα.
Θυμάσαι κάποιον διάλογο, κάποια κουβέντα με κάποιο από αυτά τα ονόματα;
Mε πολλούς παίκτες είχαμε επαφές και στα παιχνίδια μέσα. Με τον Άγιου που έπαιξε στη Ρίζε και είχε περάσει από την Τσέλσι. Θυμάμαι που μου έλεγε «δεν μπορώ, θέλω να φύγω». Θυμάμαι, επίσης, τον Άαρον Λένον, που τον είχα συμπαίκτη. Πολύ μεγάλη προσωπικότητα, τεράστια καριέρα. Μοιραστήκαμε πάρα πολλά. Θυμάμαι, επίσης, όταν μου είχε δώσει συγχαρητήρια ο Ικάρντι. Τους είχαμε κερδίσει 3-0 στην Καισάρεια. Ήταν ένα ματς αυτό, που θα μπορούσε να είχε λήξει 6-0, ήμασταν πολύ δυνατοί τότε στην έδρα μας. Η Γαλατά δεν ήταν σε καλό φεγγάρι, αλλά είναι τεράστιο μέγεθος.
«Εκείνη την εποχή, όσοι δεν ήξεραν τον Παναθηναϊκό στη χώρα, τον έμαθαν»
Τώρα που είπες Γαλατάσαραϊ, τι συζητούσαν στην Τουρκία όταν είχε αναλάβει τον Παναθηναϊκό, ο Φατίχ Τερίμ;
Με ρωτούσαν συνέχεια. Ο Φατίχ Τερίμ για τους Τούρκους είναι το μεγαλύτερο όνομα στο ποδόσφαιρο. Αυτή η κατάσταση ξεκίνησε την ημέρα που ήρθε ο Φατίχ Τερίμ στον Παναθηναϊκό. Μου έλεγαν για αυτόν κάθε μέρα. Πάντα στις ειδήσεις έπαιζε ο Παναθηναϊκός. «Είπε αυτό ο Τερίμ ή είπε το άλλο, έφερε αυτό το αποτέλεσμα». Έρχονταν συμπαίκτες μου και μου έλεγαν «σήμερα ο Τερίμ κέρδισε με τον Παναθηναϊκό» ή «σήμερα έχασε». Δεν τον λένε τυχαία «αυτοκράτορα», η καθημερινότητά τους, τον έχει μέσα. Άρα για όσο έμεινε στην Ελλάδα ο Τερίμ, η καθημερινότητά τους, είχε και τον Παναθηναϊκό. Εκείνη την εποχή, όσοι δεν ήξεραν τον Παναθηναϊκό στη χώρα, είμαι σίγουρος πως τον έμαθαν.
Και όταν απολύθηκε πως το εξέλαβαν;
Ανάλογα την ομάδα που υποστήριζε ο καθένας. Οι οπαδοί της Γαλατάσαραϊ, κατηγόρησαν όλοι τον Παναθηναϊκό. Έλεγαν ότι δεν γίνεται να έφυγε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Οι οπαδοί της Φενέρμπαχτσε ή της Μπεσίκτας, έλεγαν «καλά του έκαναν».

Αισθάνθηκες ποτέ στα χρόνια που ήσουν στην Τουρκία άβολα, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες;
Δεν μου έτυχε ούτε μια φορά να έρθω σε δύσκολη ή να νιώσω δυσάρεστα. Σίγουρα υπήρχαν πειράγματα καθημερινά μεταξύ μας, του τύπου «θα έρθουμε να σας κατακτήσουμε» ή τους απαντούσα εγώ ότι «δεν θα μας κάνετε τίποτα, δεν μπορείτε». Τέτοια παιχνίδια λεκτικά είχαμε, αλλά αυτά ήταν με φιλική διάθεση. Αν σκεφτώ τη συμπεριφορά των Τούρκων και το πώς μας βλέπουν ως λαό, καταλαβαίνω ότι μας σέβονται πάρα πολύ. Εκτιμούν την κουζίνα μας, τον πολιτισμό μας. Θεωρώ πως δεν έχουν θέμα με εμάς, έχουν θέμα με τους Αρμένιους.
Οι Τούρκοι προπονητές που είχε στην ομάδα, προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους συμπατριώτες τους ποδοσφαιριστές;
Όχι, καμία σχέση. Μπορεί πίσω από τις πλάτες των ξένων, να υπήρχε κάτι. Αλλά εγώ δεν ένιωσα ποτέ ότι αδικούμαι για να προωθήσουν κάποιον Τούρκο. Είχα καλές επαφές, πάντα, με τους Τούρκους προπονητές.
Κάποια άλλη ιστορία που να σου έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό από τις ημέρες σου στην Καισάρεια;
Είναι μία από τον πρώτο χρόνο που παλεύαμε για να σωθούμε. Είχαμε κερδίσει ένα παιχνίδι στην έδρα της Χατάισπορ. Μετά, λοιπόν, όταν επιστρέψαμε στην Καισάρεια στο προπονητικό, μας περιμένανε με ζουρνάδες. Με κάποια παραδοσιακά όργανα της Τουρκίας. Ρίξαμε τόσο χορό, που δεν μπορεί κάποιος να το φανταστεί. Ήταν αργά, 1-2 τη νύχτα. Είχαμε πιαστεί όλοι χέρι – χέρι, με τον πρόεδρο να είναι και αυτός μέσα. Ζουρνάδες και νταούλια. Μία πολύ ωραία στιγμή. Κάθε πόντος μετρούσε και ήταν μία πολύ σημαντική νίκη.
Τι θυμάσαι από τον αποχαιρετισμό που σου επεφύλαξαν;
Με αποχαιρετίσανε με πολύ όμορφες ομιλίες. Είχα κάποιες πολύ όμορφες κουβέντες με ανθρώπους της ομάδας. Ήταν συγκινητικό. Μου έφτιαξαν και ένα πολύ όμορφο βίντεο, τότε, στα social media. Και αυτό με συγκίνησε.
Το διάστημα που ήσουν στην Τουρκία, αισθάνθηκες να σου λείπει αυτή η ένταση, η πίεση που έχεις στην Ελλάδα, καταλαβαίνοντας περισσότερα και εισπράττοντας το κλίμα με τρόπο διαφορετικό;
Θεωρώ πως φρόντισα να προσαρμοστώ σε αυτό το συναίσθημα της Τουρκίας. Φρόντισα όταν, για παράδειγμα, χάναμε, να νιώθω κι εγώ άσχημα. Να περνάω δύσκολα, να επηρεάζομαι. Επηρεαζόμουν, όπως επηρεαζόταν ένας Τούρκος. Και θεωρώ ότι αυτό είναι κάτι που εκτιμήθηκε. Ήταν κάτι που, για παράδειγμα, δεν το είχε ένας Βραζιλιάνος. Χωρίς να θέλω, φυσικά, να αδικήσω κάποιον. Εγώ την πόνεσα την ομάδα και γι’ αυτό θεωρώ ότι εισέπραξα το σεβασμό και την αναγνώριση.
Έβλεπες, δηλαδή, γύρω σου να συμβαίνει αυτό που πολλές φορές λέμε ότι «στην Τουρκία πας για τα λεφτά»;
Εννοείται ότι συνέβαινε, έχω αρκετά παραδείγματα παικτών. Η ομάδα, όμως, το έβλεπε αυτό. Φαινόταν στην καθημερινότητα του παίκτη. Αν, δηλαδή, πονάς την ομάδα ή αν έχεις έρθει καθαρά για οικονομικούς λόγους. Αν έχεις έρθει καθαρά για οικονομικούς λόγους, τότε με μαθηματική ακρίβεια είχες ένα όριο στο πόσο θα έμενες στην Τουρκία. Δεν θα έμενες πολύ. Εκτός πια και αν ήσουν, ο παικταράς. Είχες, δηλαδή, μία εξαιρετική απόδοση και έλεγαν από την ομάδα «ok».
Έζησες περίοδο που η Καϊσέρισπορ πάλευε για να αποφύγει τον υποβιβασμό. Είχε και τότε «λαϊκά δικαστήρια»;
Όπως, ακριβώς και στην Ελλάδα. Τόσο στις επιτυχίες, όσο και στις αποτυχίες. Πάνω – κάτω έχουν την ίδια ιδιοσυγκρασία οι Έλληνες και οι Τούρκοι. Ίδια αντιμετώπιση στο ποδόσφαιρο. Στις ήττες, θυμάμαι, γιουχαρίσματα. Και στο προπονητικό επισκέψεις.
Τι σας έλεγαν όταν έρχονταν στο προπονητικό;
Όχι κάτι ακραίο. Ακραίες καταστάσεις, δεν έζησα. Απλά είχαμε κουβέντες μεταξύ μας. Όπως, για παράδειγμα, «εμείς είμαστε εδώ. Δεν αντέχουμε να βλέπουμε την ομάδα έτσι. Προσπαθήστε». Μας έλεγαν ακόμα «Ξέρουμε τα προβλήματά σας», γιατί και αυτοί γνώριζαν την καθημερινότητα της ομάδας. Αλλά, πάντα, στο τέλος θεωρώ πως μας στήριζαν στις δύσκολες στιγμές. Και καταφέρναμε και τους είχαμε δίπλα μας.

Πολλοί παίκτες που πηγαίνουν να παίξουν σε επαρχιακή ομάδα της Τουρκίας, έχουν στο μυαλό τους μία μέρα να παίξουν στους «μεγάλους» της Κωνσταντινούπολης. Το είχες κι εσύ στο μυαλό σου;
Το είχα, ναι. Στα πρώτα χρόνια, δεν το κρύβω ότι το είχα. Είχα μέσα μου στόχο να παίξω, να καθιερωθώ, να παίξω καλά και να κάνω το βήμα παραπάνω. Γιατί και στην Τουρκία το έχουν πάρα πολύ αυτό. Όταν θα δουν έναν ξένο ή έναν Τούρκο να έχει πολύ καλή χρονιά, πάντα κάποιος από τους μεγάλους, θα ενδιαφερθεί. Και αν όχι από το κορυφαίο επίπεδο, από το αμέσως επόμενο. Όπως, για παράδειγμα, η Μπασακσεχίρ ή η Γκιοτζέπε. Από ένα σημείο και μετά, όμως, δέθηκα τόσο πολύ με την Καϊσέρισπορ που δεν ήθελα.
Ήρθε ποτέ κάτι σε εσένα;
Μου ήρθε πρόταση και μου ήρθε πρόταση και με πολλά χρήματα. Από την Γκιοτζέπε. Μου είχε μιλήσει για αυτό ο πρόεδρος. Πάντα το συζητούσε μαζί μου. «Υπάρχει αυτό, θέλεις ή δεν θέλεις;». Είχαμε τέτοιου τύπου σχέση. Εκείνος με ρωτούσε κι εγώ του εκμυστηρευόμουν τις σκέψεις μου. Θυμάμαι ότι πολλά λεφτά για μένα έδινε και η Πέντικσπορ όταν ανέβηκε στη Σούπερ Λιγκ. Είχα πει, τότε, στον πρόεδρο «δεν πάω πουθενά» κι εκείνος μου είχε απαντήσει «δεν θα πας πουθενά. Ούτε εγώ ήθελα να σε δώσω»!
«Δεν μπορώ να ξέρω αν Ρόκα και Πογιάτος, με έβλεπαν ως αντίπαλο»
Ας πάμε λίγο πιο πίσω, χρονικά. Όταν έφυγες από τον Παναθηναϊκό για την Καισέρισπορ, με δεδομένο ότι δεν είχε φύγει ξανά στο εξωτερικό, φοβήθηκες;
Ναι, εννοείται ότι φοβήθηκα. Εννοείται ότι θεώρησα ότι παίρνω κάποιου είδους ρίσκο. Για τη συγκεκριμένη αγορά μιλάω, για την αγορά της Τουρκίας. Αλλά από την άλλη σκεφτόμουν ότι άμα πάω στην Τουρκία και παίξω και καθιερωθώ, θα μείνω στην Τουρκία. Όπως κι έγινε, τελικά.
Είχες την ωριμότητα να σκεφτείς έτσι εκείνη τη στιγμή;
Ναι. Είχα συνειδητοποιήσει τι πάω να κάνω και τι ήθελα να πετύχω. Αλλά δεν το κρύβω, ότι ήταν ένα ρίσκο. Η Καϊσέρισπορ ήταν για μένα τότε, κάτι τελείως άγνωστο. Η Τουρκία ήταν, για μένα, μια άγνωστη χώρα. Όταν πήγα, όμως και είδα τις εγκαταστάσεις, το γήπεδο και όλα αυτά, σκέφτηκα πως είχα μπροστά μου μια πολύ καλή ευκαιρία. Κατάλαβα πως έπρεπε να δουλέψω και να καθιερωθώ, για να την αρπάξω.
Ποιες ήταν οι εναλλακτικές σου σε εκείνο το χρονικό σημείο;
Υπήρχε ενδιαφέρον από Αυστρία και από Γαλλία. Και από Ρωσία, υπήρχε μία ομάδα. Αλλά με τον Πασχάλη Τουντούρη και τον Ανδρέα Κυριακόπουλο, καθίσαμε ότε και τα βάλαμε κάτω και αποφασίσαμε πως η Τουρκία είναι μία πολύ καλή αγορά.
Έπαιξε ρόλο το οικονομικό τότε στην απόφασή σου;
Έπαιξε, ναι.
Είδες, δηλαδή και μια ευκαιρία να κάνεις έναν καλό συμβόλαιο;
Εννοείται. Και αυτό το συνδύασα και με την προοπτική της χώρας. Δηλαδή, σκέφτηκα ότι αν πάω καλά στην Τουρκία, τα οικονομικά θα είναι πολύ καλύτερα.
Στενοχωρήθηκες που άφησες πίσω σου τον Παναθηναϊκό;
Ναι, φυσικά. Μεγάλη στενοχώρια. Μεγάλη πικρία, την οποία εννοείται, ότι δεν έβγαλα προς τα έξω. Μόνο στους δικούς μου ανθρώπους και στους συνεργάτες μου, τον Τουντούρη και τον Κυριακόπουλο. Δεν ήταν το ότι έφυγα από τον Παναθηναϊκό που με στενοχώρησε τόσο, όσο ο τρόπος με τον οποίο έφυγα. Ήρθε ένας απίθανος τύπος, ο Ρόκα, μαζί με έναν προπονητή αμφιβόλου αξίας και χωρίς καν να με δουν, χωρίς καν να τους γνωρίσω, με «τελείωσαν» από τον Παναθηναϊκό σε μία μέρα. Και το έμαθα, διαβάζοντας ένα χαρτί.
Το χαρτί αυτό πώς έφτασε στα χέρια σου;
Πριν καν πάω στο Κορωπί για προετοιμασία, μας είχαν δώσει τα γκρουπ, ώστε να πάμε για αιματολογικές. Με είχαν βάλει, λοιπόν, σε ένα γκρουπ, στο οποίο ήταν ακόμα νεαροί ποδοσφαιριστές προς παραχώρηση και παίκτες που ήταν δεδομένο πως θα έφευγαν από την ομάδα. Προφανώς, όλο αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Ήταν πολύ απότομο. Κανένας άνθρωπος από την ομάδα δεν με πήρε τηλέφωνο ή δεν με έπιασε να μου πει «Δημήτρη, υπάρχει αυτή η σκέψη, οπότε να είσαι έτοιμος». Θεωρώ ότι έδωσα πολλά στον Παναθηναϊκό και στο αγωνιστικό κομμάτι και στον οργανισμό, γενικότερα. Περάσαμε δύσκολες στιγμές, που έπρεπε να βάλουμε πλάτη. Φυσικά, υπήρξαν και όμορφες στιγμές, με κάποιες νίκες πολύ σημαντικές με τον Ολυμπιακό ή κάποιες άλλες μέσω των οποίων προσπαθήσαμε να ανεβάσουμε την εικόνα της ομάδας. Περίμενα ένα καλύτερο τέλος. Δεν κρατάω κακία, ασφαλώς, στους ανθρώπους του Παναθηναϊκού. Ξέρω καλά πως όλο αυτό ξεκίνησε από τους δύο ανθρώπους, στους οποίους αναφέρθηκα προηγουμένως.
Το συζήτησες ποτέ με κάποιον από τους δύο;
Ποτέ, μετά δεν ξανά είχα καμία επαφή.
Δεν θέλησες να ζητήσεις μία εξήγηση;
Όχι, εφόσον αυτοί επέλεξαν αυτόν τον τρόπο, κι εγώ δεν ήθελα να έχω καμία επαφή με αυτούς τους ανθρώπους. Κατάλαβα ότι είχαν άλλα πράγματα στο μυαλό τους. Δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν κακοπροαίρετα, δεν θέλω να σκέφτομαι έτσι. Σίγουρα, όμως, είχαν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης και διαφορετικό τρόπο για να διαχειριστούν τα αποδυτήρια. Δεν μπορώ να ξέρω αν, για παράδειγμα, με έβλεπαν ως αντίπαλο σε όσα ήθελαν να κάνουν. Εγώ, πάντως, δεν ήθελα να δείξω τέτοιο πρόσωπο, δεν ήταν στις προθέσεις μου. Ως και σήμερα, δεν έχω καταλάβει τους λόγους που είχαν αυτή τη στάση απέναντί μου. Μπορεί να είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για μένα στον Παναθηναϊκό.
Υπήρχε μία πικρία για το ότι άντεξες στα δύσκολα και έφυγες όταν «έστρωσε» η κατάσταση;
Πικρία, δεν θα το έλεγα. Με πείραξε ο τρόπος αυτών των δύο. Από την άλλη, όμως, αισθάνθηκα περήφανος που ήμουν εκεί. Που σε ένα δύσκολο φεγγάρι της ομάδας ήμουν εκεί και τη στήριξα. Πολλά παιδιά βάλαμε πλάτη για την ομάδα.
«Έτσι τραβήξαμε τον Παναθηναϊκό από τον γκρεμό»
Πώς έζησες εκείνο το διάστημα;
Ήταν μια δύσκολη περίοδος για όλους μας. Εγώ, ως ένας από τους πιο έμπειρους παίκτες μέσα στα αποδυτήρια, απορροφούσα αρκετά πράγματα. Και από τους μικρούς και από τους ξένους. Δεν ήμουν μόνο, ήταν μαζί και ο Κουρμπέλης και ο Διούδης. Ήταν μια δύσκολη εμπειρία, αλλά θεωρώ ότι ήταν ένα πολύ καλό μάθημα για όλους μας. Ένα πολύ καλό παράσημο. Το ότι ήμασταν εκεί, σε ένα δύσκολο φεγγάρι του Παναθηναϊκού, μίας πολύ μεγάλης ομάδας. Και καταφέραμε και τον τραβήξαμε από τον γκρεμό που πήγε να πέσει.
Τι σας έλεγαν τότε οι ξένοι;
Οι ξένοι περισσότερο ανησυχούσαν για το οικονομικό κομμάτι. Απολάμβαναν και τον τρόπο ζωής στην Αθήνα, αλλά και το ότι έπαιζαν στον Παναθηναϊκό. Και αυτό γιατί ο Παναθηναϊκός είχε κόσμο, είτε παίζαμε στη Λεωφόρο, είτε στο ΟΑΚΑ. Σε όλους αρέσει να παίζουν ποδόσφαιρο σε ζεστή ατμόσφαιρα.
Τι συζητούσατε μεταξύ σας όταν φτάσατε κοντά ακόμα και στο να μην «κατέβετε» να αγωνιστείτε;
Ήταν κάποιες κουβέντες που κάναμε μεταξύ μας στα αποδυτήρια, ως έναν τρόπο πίεσης προς τους άνωθεν για να δώσουν μεγαλύτερη βάση στην ομάδα. Και όταν λέω μεγαλύτερη βάση, να δώσουν τότε κάποιους μισθούς. Να κάνουν κάποιες πληρωμές. Γιατί, όπως σου είπα, ήταν πολύ δύσκολο το να διαχειριστείς τους ξένους. Μαζί και κάποιους μικρούς σε ηλικία, παίκτες, οι οποίοι δεν έπαιρναν πολλά χρήματα. Περίμεναν τα χρήματα τους έτσι ώστε να ζήσουν, να στείλουν στις οικογένειές τους. Ψάχναμε, λοιπόν, τρόπο να διαχειριστούμε αυτήν την πολύ δύσκολη κατάσταση, να πιέσουμε και να καταλάβουν αυτοί που έπρεπε ότι δεν πήγαινε άλλο.
Γιώργος Δώνης και Μαρίνος Ουζουνίδης, οι δύο Έλληνες προπονητές με τους οποίους συνεργάστηκες στον Παναθηναϊκό. Τι θυμάσαι;
Με τον Ουζουνίδη άλλαξα θέση. Με έβαζε αριστερό μπακ, έπαιξα και δεξί μπακ. Θέσεις που μου ήταν άγνωστες. Είχε μάτι, όμως. Προσπάθησα, λοιπόν, να ανταπεξέλθω. Ο Ουζουνίδης είναι πιο τραχύς, πιο aggressive. Ο Δώνης αυτό που θέλει να σου το πει, θα σου το πει με λίγες και πολύ ουσιαστικές κουβέντες. Θα μπει κατευθείαν στην ουσία. Θα σου πει «θέλω αυτό» και τέλος. Ερχόταν, επίσης και μας έλεγε «σε αυτό τα πας πολύ καλά, συνέχισε έτσι». Ο Ουζουνίδης ήταν πιο απόμακρος, δεν μας μιλούσε τόσο. Ο Δώνης ήταν πολύ περισσότερο κοντά μας, είχαμε πολύ καλύτερη επικοινωνία. Μας καλούσε στο γραφείο του και μας έλεγε «συμβαίνει αυτό και αυτό. Χρειάζομαι να κάνεις αυτό καλύτερα, για να παίζεις». Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιζε τότε στην ομάδα και ο Νίκος Νταμπίζας. Βοηθούσε πολύ, συμμετείχε πολλές φορές σε ποδοσφαιρικές κουβέντες. Μας έλεγε την άποψή του.
Πλέον, τι σημαίνει για σένα ο Παναθηναϊκός;
Περηφάνια. Ήξερα το μέγεθός του και πριν πάω στην ομάδα. Όμως, όταν παίζεις και γνωρίζεις από μέσα το κλαμπ, τον οργανισμό και όλη αυτή την ομάδα που βρίσκεσαι, καταλαβαίνεις τι σημαίνει ο Παναθηναϊκός. Καταλαβαίνεις την οντότητα και το μέγεθος του Παναθηναϊκού. Όλος ο κόσμος που τον υποστηρίζει, σίγουρα τον αγαπάει. Ξέρει ότι είναι μια πολύ μεγάλη και ιστορική ομάδα, με πολλές μεγάλες στιγμές στα Κύπελλα Ευρώπης. Αλλά, όταν παίζεις και το ζεις από μέσα, τότε καταλαβαίνεις ακόμα περισσότερο το μεγαλείο του Παναθηναϊκού. Αυτό είναι και που κρατώ.
Εσύ πότε αισθάνθηκες πιο έντονα αυτό που περιγράφεις;
Η καθημερινότητα στην Αθήνα το έβγαζε. Όταν όπου και να πήγαινα, συναντούσαν ανθρώπους που μιλούσαν για τον Παναθηναϊκό. Γνώρισα πολύ μεγάλες προσωπικότητες μέσω του Παναθηναϊκού. Μου άνοιξε πάρα πολλές πόρτες ο σύλλογος αυτός. Και για την ΑΕΚ μπορώ να πω κάτι ανάλογο, αλλά μέσω του Παναθηναϊκού θεωρώ ότι γνώρισα ανθρώπους επιφανείς. Μεγάλους επιχειρηματίες, οι οποίοι ήταν Παναθηναϊκοί έρχονταν στο γήπεδο και είχαν ενασχόληση με την ομάδα. Εκεί κατάλαβα ότι ο Παναθηναϊκός είναι επίπεδα πάνω.
Φοβηθήκατε στο ξεκίνημα της πρώτης σεζόν του Δώνη πως μπορεί να μην τα καταφέρετε λόγω των πολλών νεαρών ποδοσφαιριστών; Κάποιοι μιλούσαν ακόμα και για υποβιβασμό.
Δεν φοβηθήκαμε ποτέ μήπως και υποβιβαστούμε. Ξέραμε όμως και το συζητούσαμε και μεταξύ μας, πως δεν θα πάμε για κάτι καλό. Λέγαμε πως θα πάμε για κάτι που δεν αρμόζει στην ιστορία του Παναθηναϊκού.
Πώς βρέθηκες στον Παναθηναϊκό;
Βρέθηκα τότε με τον Ουζουνίδη. Έφυγα από την ΑΕΚ, γιατί δεν τα είχαμε βρει τότε στην ανανέωση για να μείνω στην ομάδα.
Είχατε συζητήσει για ανανέωση του συμβολαίου σου με την ΑΕΚ;
Είχαμε συζητήσει, ναι, με τον τότε πρόεδρο, τον Δημήτρη Μελισανίδη. Και είχε έρθει ο Παναθηναϊκός, γιατί δεν συμφωνήσαμε με την ΑΕΚ. Καθίσαμε με τον Πασχάλη πάλι και με τον Ανδρέα και συζητήσαμε την προοπτική. Τότε ήταν και ο Λυμπερόπουλος στον Παναθηναϊκό. Ο Λυμπερόπουλος ήταν αυτός που με πήρε στην ΑΕΚ. Μετά έφυγε. Και ο Λυμπερόπουλος ήταν αυτός που με πήρε στον Παναθηναϊκό. Και μετά έφυγε.
Έχεις καλή σχέση με τον Νίκο Λυμπερόπουλο;
Ναι, ναι. Πολύ καλή. Δεν ξέρω τι εικόνα μπορεί να δίνει προς τα έξω, όμως, στην προσωπική επαφή είναι εξαιρετικός.
Γιατί τα τελευταία χρόνια έχει μείνει μακριά από το ποδόσφαιρο;
Ίσως θεώρησε ότι δεν ήταν αυτό που τον γέμιζε. Δεν ήταν το ποδόσφαιρο αυτό που τον ευχαριστούσε. Αλλά ο Νίκος ήταν εξαιρετικός και στο ποδοσφαιρικό κομμάτι και στο προσωπικό.
Για να επιστρέψουμε στο πως πήρες την απόφαση να πας στον Παναθηναϊκό.
Είπαμε ότι ο Παναθηναϊκός είναι ένα πολύ μεγάλο μέγεθος για την Ελλάδα και ότι ήταν μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για μένα προκειμένου να συνεχίσω να παίζω σε πολύ υψηλό επίπεδο.
«Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο Μελισσανίδης στις διαπραγματεύσεις»
Φοβήθηκες την μετάβαση από μία μεγάλη ομάδα σε μία άλλη;
Ναι, την φοβήθηκα. Φοβήθηκα την αντιμετώπιση που θα είχα από τον κόσμο της ΑΕΚ. Δεν ήθελα να βγει προς τα έξω η εικόνα ότι εγώ έφυγα από την ΑΕΚ, γιατί είχα παράπονο από το κλαμπ ή ότι έχω να πω τα χειρότερα για τους ανθρώπους της ομάδας. Η ΑΕΚ με έβαλε στη διαδικασία του πρωταθλητισμού, εκεί γνώρισα πως είναι να κάνεις πρωταθλητισμό. Κατέκτησα Κύπελλο με την ΑΕΚ, έζησα μεγάλες στιγμές. Είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο και η ΑΕΚ, για μένα. Τελικώς, εισέπραξα σεβασμό από τον κόσμο της ΑΕΚ.
Πώς ήταν οι διαπραγματεύσεις με τον Δημήτρη Μελισσανίδη;
Η αλήθεια είναι ότι όταν πήγα στην ΑΕΚ, δεν πήρα μέρος στις συζητήσεις, γιατί όλα αυτά τα είχε αναλάβει ο Χριστοβασίλης με τον Τουντούρη.
Μετά, όμως, όταν έγιναν συζητήσεις για να ανανεώσεις;
Τότε, ναι. Κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι στις διαπραγματεύσεις. Προσπαθούσε να κάνει αυτό που θεωρούσε αυτός καλύτερο για τον εαυτό του και για την ομάδα. Πάντα, με τον τρόπο του. Θυμάμαι μου είχε πει «κοίταξε, αυτό είναι το συμβόλαιο, άντε να σου δώσω κάτι παραπάνω», με έναν τρόπο του Μελισσανίδη. Δηλαδή όταν τον άκουγες καταλάβαινες ότι ήταν ο Μελισσανίδης. Έχω, πάντως, να πω τα καλύτερα για τον Μελισσανίδη. Ένας άνθρωπος που στεκόταν δίπλα στην ομάδα, και σε μένα προσωπικά. Άσχετα από το ότι δεν ανανεώσαμε τότε, ακόμη και τώρα έχω κάποιες επαφές. Αναγνωρίζω από τη μεριά μου τι μου έχει δώσει. Με στήριξε και αναγνωρίζω το γεγονός ότι με πήρε από τα Γιάννενα, από μια ομάδα μικρομεσαία της Ελλάδος, και με έφερε στην ΑΕΚ του Πρωταθλητισμού.
Δεν είχες μάθει τίποτα για το ενδιαφέρον της ΑΕΚ όταν ήσουν στα Γιάννενα;
Δεν ξέρω και πολλά για το πως έγινε, απλά εγώ έμαθα κάποια στιγμή ότι κλείσαμε. Ερχόταν ο Πασχάλης και ο Χριστοβασίλης και μου γνωστοποιούσαν το ενδιαφέρον που υπήρχε από διάφορες ομάδες. Και τότε είχαμε προκρίνει την ΑΕΚ. Μου είχε πει και ο Χριστοβασίλης και ο Πασχάλης την άποψή του για την ΑΕΚ, που ήταν θετική. Κι εγώ με τον Πασχάλη θεωρούσαμε πως η ΑΕΚ ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία, γιατί ξεκινούσε από την αρχή και έφερνε Έλληνες παίκτες. Παρ’ ότι επρόκειτο να παίξω στην Β’ Εθνική, είχε δημιουργηθεί ένας ελληνικός κορμός που θα μπορούσε μετά να συνεχίσει την πορεία του προς την μεγάλη επιστροφή. Έπαιξε ρόλο και το ότι ήταν ο Μελισανίδης στην ομάδα, ένα πολύ μεγάλο όνομα, μία πολύ μεγάλη επιχειρηματική οντότητα. Οπότε πήραμε την απόφαση να πάω στην ΑΕΚ.
Σε προβλημάτισε καθόλου το γεγονός ότι θα έπαιζες στην Β’ Εθνική;
Ναι, προβληματίστηκα, αλλά δεν θεωρώ ότι προβληματίστηκα σε τόσο μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε να με ρίξει όλο αυτό. Ήταν μία πολύ μετρημένη απόφαση, γιατί έπαιξε ρόλο, όπως είπα, ο Μελισανίδης. Θεωρούσαμε, όχι μόνο εγώ, αλλά και όλη η ποδοσφαιρική Ελλάδα, ότι δεν γίνεται να πάει κάτι στραβά τότε στην ΑΕΚ. Θεωρούσαμε δεδομένη την επιτυχία της ΑΕΚ, από την στιγμή που ήταν ο Μελισανίδης και είχε τέτοιες βλέψεις για την ομάδα.
Θυμάσαι κάποιο μεταγραφικό σενάριο που να έφτασε στα αυτιά σου και να σκέφτηκε πως θέλεις πολύ να ολοκληρωθεί, αλλά αυτό να μην έγινε;
Εντάξει, είχα. Μου έλεγαν πράγματα και όσο ήμουν στα Γιάννενα και κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης καριέρας μου το είχα αυτό. Θυμάμαι τότε που είχαμε παίξει με την ΑΕΚ εναντίον της Σεντ Ετιέν για το Europa League. Είχα πάει εξαιρετικά και μετά τα παιχνίδια με τη Σεντ Ετιέν είχε φτάσει στα αυτιά μου, μέσω του Πασχάλη και μέσω ανθρώπων της ΑΕΚ, ενδιαφέρον από τη γαλλική ομάδα. Επειδή είμαι και πολύ καλός φίλος με τον Στάθη Ταυλαρίδη και ο Στάθης είχε παίξει στη Σεντ Ετιέν, είχε συμμετέχει και αυτός σε όλο αυτό. Σε πολύ αρχικό στάδιο βέβαια, η υπόθεση. Βλέποντας και στους μεταξύ μας αγώνες τι κλαμπ είναι η Σεντ Ετιέν, έλεγα «μακάρι να γίνει». Δεν προχώρησε, όμως, η υπόθεση και έμεινα στην ΑΕΚ. Είναι, όμως, μία ιστορία που θα θυμάμαι.
Πώς έζησες την κατάκτηση του Κυπέλλου με την ΑΕΚ;
Ήταν κάτι ονειρικό. Θυμάμαι που διασχίζαμε τη Δεκελείας και ήταν ο δρόμος γεμάτος με κόσμο. Ανεβαίναμε πάνω στο λεωφορείο και το λεωφορείο δεν μπορούσε να κάνει βήμα από τον κόσμο. Πολύ μεγάλες στιγμές, γιατί καταλάβαινα και ότι ο κόσμος της ΑΕΚ το είχε ανάγκη.
Τι συζητούσατε μεταξύ σας;
Το ζούσαμε, πανηγυρίζαμε. Ήμασταν «μεθυσμένοι» για αυτό που είχαμε κάνει. Η ομάδα προερχόταν από την Β’ Εθνική. Είχε ζήσει πάρα πολύ δύσκολες στιγμές. Και κερδίσαμε σε έναν τελικό Κυπέλλου τον Ολυμπιακό, που ο Ολυμπιακός τότε ήταν πολύ δυνατή ομάδα. Και το χαρήκαμε περισσότερο και για τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος ήταν αυτός που κράτησε την ομάδα στα δύσκολα χρόνια, σε συνθήκες μιζέριας. Καταλαβαίναμε τότε ότι ξεκινάει μία νέα περίοδος, ότι τα καλύτερα για την ομάδα ήταν μπροστά.
Γκουστάβο Πογέτ;
Έχω να πω τα καλύτερα. Πολύ καλός προπονητής, πολύ καλός άνθρωπος. Ευθύς, σαν χαρακτήρας. Ό,τι έπρεπε για μια ομάδα πρωταθλητισμού, εδώ στην Ελλάδα. Και έχει και πολύ καλό μάτι μέσα στο παιχνίδι. Με μια αλλαγή μπορούσε να πάρει το παιχνίδι. 1-0; 1-0. τρεις βαθμοί. Ήταν πολύ ξεκάθαρος αυτό το κομμάτι, ήθελε τρεις βαθμούς. Δεν ήθελε κάτι παραπάνω, ούτε, σίγουρα τον ενδιέφερε το καλό ποδόσφαιρο. Πρωταρχικός του στόχος, ήταν οι τρεις βαθμοί.
Το διάστημα που ο Πογέτ ήταν στην Εθνική κι εσύ τα πήγαινες καλά με την Καϊσέρισπορ, είχες στο μυαλό σου την κλήση στην Εθνική;
Ναι, ναι, είχαμε και επικοινωνία. Μου μιλούσε, με ρωτούσε πώς νιώθω, μου γνωστοποιούσε τις σκέψεις του, τις προτεραιότητές του. Είχαμε πολύ ειλικρινή σχέση, τα λέγαμε ωραία. Δεν του κράτησα κι εγώ κανένα παράπονο. Θυμάμαι πως τότε μου έλεγε «να είσαι έτοιμος, σε έχω στο μυαλό μου». Αυτό και μόνο, για μένα ήταν σημαντικό.
Κάποια δύσκολη στιγμή που έζησες στην ΑΕΚ;
Ο τραυματισμός μου στο ματς του Κυπέλλου με τον Ατρόμητο που με άφησε εκτός για περίπου δύο μήνες και ενώ ήμουν σε πολύ καλό φεγγάρι. Αυτοί οι δύο μήνες ήταν κομβικοί για την εξέλιξή μου μέσα στον οργανισμό της ΑΕΚ. Επανήλθα, με πολλή δουλειά, αλλά θεωρώ ότι αν δεν τραυματιζόμουν εκείνη την χρονική στιγμή, θα μπορούσα να διεκδικήσω πολύ περισσότερα πράγματα στην ΑΕΚ.
Έζησες μεγαλύτερη πίεση στον Παναθηναϊκό στην ΑΕΚ;
Περισσότερο άγχος είχα στον Παναθηναϊκό, γιατί στον Παναθηναϊκό υπήρχαν και τα εξωαγωνιστικά προβλήματα. Στην ΑΕΚ, σίγουρα, υπήρχε η απαίτηση της νίκης, όπως υπήρχε και στον Παναθηναϊκό, ανεξαρτήτως των ζητημάτων που είχαμε. Και στις δύο ομάδες ήξερα ότι έπρεπε να κερδίζω.
Φανταζόσουνα, όντας ένα μικρό παιδί που ξεκινάει να παίζει ποδόσφαιρο στη Λάρισα, ότι θα πετύχαινες τόσα πολλά στην καριέρα σου;
Όχι, δεν το φανταζόμουν. Ασφαλώς και κάνουμε όνειρα σαν παιδιά, αλλά, τα κάνουμε πολύ αθώα. Και εννοείται δεν φανταζόμουν όσα έζησα και είμαι περήφανος για αυτά. Είμαι περήφανος για τον εαυτό μου. Εννοείται ότι μπορούσα να κάνω πολύ περισσότερα πράγματα. Και κοιτώντας πίσω ένα μήνυμα που θέλω να περάσω στα παιδιά που ξεκινάνε τώρα, είναι ότι το ποδόσφαιρο θέλει θυσίες και πάρα πολλή δουλειά. Θέλει ιδρώτα. Κι εγώ μπορούσα να έχω δουλέψει περισσότερο και να έχω θυσιάσει περισσότερα πράγματα. Μετανιώνω που δεν το έκανα, αλλά, στο τέλος είμαι περήφανος. Και είμαι περήφανος, αλήθεια, γιατί προσπάθησα πάρα πολύ να φτάσω σε αυτό το επίπεδο. Και είμαι ευγνώμων σε όλους αυτούς, οι οποίοι με βοήθησαν σε όλη αυτή τη διάρκεια της καριέρας μου. Είμαι ευγνώμων στην ΑΕΛ, στην ομάδα της πόλης μου, στην ομάδα της καρδιάς μου, στην ομάδα που ανδρώθηκα. Η ΑΕΛ με έβαλε στο πραγματικό ποδόσφαιρο. Είμαι ευγνώμων στην οικογένειά μου που ήταν όλα αυτά τα χρόνια δίπλα μου, στους φίλους μου, στους συνεργάτες μου, στον Πασχάλη Τουντούρη, που είμαστε πάρα πολλά χρόνια μαζί. Είναι πάρα πολλοί. Και θα ήθελα να πω και ένα ξεχωριστό «ευχαριστώ» στον Ανδρέα Κυριακόπουλο, που έχει φύγει από τη ζωή. Του χρωστάω, αλήθεια, πάρα πολλά. Αναπτύξαμε μία αδελφική σχέση με τον Ανδρέα. Σε πολλές δύσκολες στιγμές, γιατί εγώ αυτές θα κρατήσω, όχι τις ευχάριστες, ήταν κοντά μου. Τόσο όταν έπαιζα στην Ελλάδα, όσο και όταν ήμουν στο εξωτερικό.
Είσαι ένας πολύ «εντάξει χαρακτήρας», ένα πολύ καλό παιδί. Θεωρείς ότι αυτό κάποιες φορές σε εμπόδισε από το να κάνεις κάποια βήματα;
Μπορεί να χάνεις κάποια πράγματα, αλλά, κερδίζεις κάποια άλλα. Θεωρώ ότι στο τέλος, αυτά που κερδίζεις είναι πολύ περισσότερα. Όλες αυτές τις σχέσεις που έχω αναπτύξει, οι αληθινές σχέσεις, τόσο στην Τουρκία όσο και στην Ελλάδα, τις έχω αναπτύξει μέσω του χαρακτήρα μου και μέσω της συμπεριφοράς μου. Εννοείται ότι υπήρχαν στιγμές που αναρωτιόμουν γιατί δεν πάω κι εγώ υποχθόνια, αλλά, στο τέλος αισθάνομαι ότι κέρδισα με τη στάση μου.
Υπήρξαν φορές που σκέφτηκες ότι το ποδόσφαιρο είναι ένα «βρώμικο» άθλημα;
Ναι, το έβλεπα, στην καθημερινότητά μου. Το κατάλαβα πάρα πολλές φορές και σε πάρα πολλά σκηνικά, όχι μόνο με εμένα. Και με άλλους ανθρώπους, σε περιπτώσεις που δεν με άγγιζαν. Έτσι, είναι το ποδόσφαιρο. Υπάρχουν συμφέροντα και όπως σε κάθε δουλειά, υπάρχουν πολλά χτυπήματα κάτω από το τραπέζι. Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένας υγιής οργανισμός.
Δέχτηκες ποτέ χτυπήματα κάτω από το τραπέζι;
Ναι, δέχτηκα. Υπήρξαν πολλές φορές που έμαθα πράγματα που λέγονταν για μένα, πίσω από την πλάτη μου. Όντας πιο νέος, τα έπαιρνα όλα πιο «ζεστά». Στενοχωριόμουν, με έκαναν να «πέσω» ψυχολογικά. Τώρα, όμως, ξέρω και πως αυτά συμβαίνουν, αλλά και ότι σε «χτίζουν» ως προσωπικότητα. Το σημαντικό είναι να ξέρεις να διαχειριστείς αυτά τα χτυπήματα. Αν δεν μάθεις να τα διαχειρίζεσαι, δεν έχεις τύχη να μακροημερεύσεις στο ποδόσφαιρο. Είναι ένα πολύ δύσκολο και σκληρό περιβάλλον. Αν όμως αποδειχθείς δυνατός, αν δεν επηρεαστείς, θα συνεχίσεις να είσαι εκεί.
Ποιες προσωπικότητες ξεχωρίζεις από όσες συνάντησες στην καριέρα σου;
Στον Στάθη Ταυλαρίδη θέλω να δώσω τα εύσημα που του αξίζουν. Με πήρε από το χέρι, με έβαλε κάτω από τις φτερούγες του και μου έδειξε πως πρέπει να δουλεύω. Ο Στάθης είναι ένα παιδί που αν μία μέρα ένιωθε πως δεν έχει δουλέψει όπως έπρεπε, τρελαινόταν. Κάναμε γεμάτες προπονήσεις και μετά με έπαιρνε, πηγαίναμε σε άλλα γήπεδα, στήναμε κονάκια και κάναμε προπόνηση. Δεν γινόταν εγώ να μην πάρω τις αξίες και την εργατικότητα που είχε. Σίγουρα και ο Νταμπίζας, ο Βενετίδης και ο Τουμέρ Μετίν είναι σπουδαίες προσωπικότητες που συνάντησα στην ΑΕΛ. Στην προπόνηση με πίεζε πάρα πολύ ο Στάθης, μου μιλούσε άσχημα. Και το έκανε με στόχο, για να με τσιτώσει. Για να «τα πάρω» και να πάω στους επιθετικούς με «χίλια». Στην ΑΕΚ συνάντησα τον Τσιγκρίνσκι, φανταστική προσωπικότητα. Είχαμε φοβερή επικοινωνία και με βοηθούσε πάρα πολύ στον αγωνιστικό χώρο. Πολύ ήρεμος άνθρωπος και με υπέροχη φιλοσοφία για τη ζωή. Στον Παναθηναϊκό τον Λουντ, πολύ όμορφη ψυχή, τον Μολίνς και τον Ζέκα. Και τον Μολέδο, ένας αγαθός γίγαντας! Στον Παναθηναϊκό, τότε, είχαμε καλά αποδυτήρια.
Κλείνοντας, με το σινάφι μας τα έβαλες ποτέ για κάτι που διάβασες ή άκουσες;
Ναι, τα έβαλα. Από μέσα μου, όμως. Πάρα πολλές φορές. Υπήρχαν πράγματα που διάβασα ή άκουγα και τα συζητούσα με τον Πασχάλη Τουντούρη και τον Ανδρέα Κυριακόπουλο. Έμεναν, όμως, μεταξύ μας αυτές οι συζητήσεις. Συνέχιζα και δεν με επηρέαζαν περισσότερο. Δεν τα άφηνα με ρίξουν, να επηρεάσουν τον τρόπο δουλειάς μου. Αν το είχα επιτρέψει αυτό, θα είχα αποτύχει. Όλα αυτά, μαζί με τις αποτυχίες, με έκαναν πιο δυνατό. Στο ποδόσφαιρο και στον αθλητισμό γενικότερα, η διαχείριση των αποτυχιών είναι αυτές που σε κάνουν δυνατό. Που σε βοηθούν να διαμορφώσεις μία ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Στις επιτυχίες, όλα είναι εύκολα. Θα χαρείς, θα τις πάρεις όπως πρέπει. Στις αποτυχίες, όμως, πρέπει να δείξεις ότι έχεις πυγμή.