Θυμάμαι την πρώτη μου φορά στο Αλεξάνδρειο. Μοναδικός τελικός των πλέι-οφ της σεζόν 1986-87 ανάμεσα στον Άρη και τον Πανιώνιο, το δέος που ένιωσα νιώθοντας την ατμόσφαιρα του γεμάτου γηπέδου και την προσμονή πανηγυρισμών μιας ακόμη κούπας για τον τότε κραταιό «αυτοκράτορα».
By the way, μετά από εκείνο το ματς, ο αείμνηστος Μάκης Δενδρινός είχε δώσει το συγκεκριμένο παρατσούκλι στους κιτρινόμαυρους κάτι που τους ακολούθησε ακόμη και στα «πέτρινα» χρόνια των «μνημονίων» και των ban.
Την πρώτη φορά στο «ξύλινο» του Ηρακλή, όπως το αποκαλεί ο φίλος μου ο Κώστας, το κλουβί του Ιβανώφειου, νεότευκτου εκείνη την εποχή για να χωρέσει το αστείρευτο ταλέντο του Ντέιβιντ Εϊνκρουμ (Ίνγκραμ τον μάθαμε στα μέρη μας και είμαι αποκλειστικά υπεύθυνος για αυτή την ανορθογραφία, αλλά δεν είναι της παρούσης αυτή η ιστορία…) και την πρώτη, αρκετά χρόνια αργότερα στο επιβλητικό «παλατάκι» του ΠΑΟΚ να έχω το προνόμιο να περιγράφω αγώνες για τη Nova.
Όλα τα παραπάνω γήπεδα γεμάτα κόσμο, γεμάτα ζωή αλλά στις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν γεμάτα με όνειρα ανεκπλήρωτα και μία προσμονή που δεν δικαιώθηκε από τους «σωτήρες» του παρελθόντος. Το έκαναν το «αγροτικό» τους και ο Άρης και ο ΠΑΟΚ και οι Ηρακλής και όχι μία αλλά πολλές φορές τα τελευταία 20 χρόνια.
Έπεσαν, έπιασαν πάτο αλλά σηκώθηκαν ξανά και ξανά. Και πλέον μπορούν να ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά και καρφωμένα στους νέους ιδιοκτήτες που σε αντίθεση με τους προηγούμενους δείχνουν να πατάνε πιο γερά στα πόδια τους και να κάνουν κινήσεις μεθοδικές και στοχευμένες.
Το μπάσκετ στη Θεσσαλονίκη δεν επέστρεψε. Ήταν πάντα εκεί. Μια φωτιά που σιγόκαιγε για χρόνια και αρκούσε μία σπίθα για να τη ζωντανέψει. Σπίθα που έδωσαν με… χρονική σειρά ο Ρίτσαρντ Σιάο και ο όμιλος των Αμερικανών (και όχι μόνο) επενδυτών, ο Τάσος Δίγκας και ο Τέλης Μυστακίδης.
Δεν έχει σημασία ποιος έχει το μεγαλύτερο πορτοφόλι ή ποιος θα τάξει την πιο ηχηρή μεταγραφή. Σημασία έχει ότι οι τρεις ομάδες της πόλης που γέννησε το μπάσκετ στη χώρα μας (μέσω της ΧΑΝΘ πριν από εκατό χρόνια), της πόλης που έκανε τους Έλληνες να αγαπήσουν του μπάσκετ μέσω του Άρη, να πανηγυρίσουν τον πρώτο της ευρωπαϊκό τίτλο μέσω του ΠΑΟΚ έχουν μπει σε μια (σωστή) σειρά.
Στον Άρη είπαν «θα ξοφλήσουμε όλα τα χρέη μέχρι τον Δεκέμβριο του ‘25» και το έκαναν. Όπως έκαναν και λάθη στο στήσιμο της ομάδας (βλ.Κάραϊτσιτς) αλλά μέσα από τα λάθη μαθαίνεις. Η παρουσία του Νίκου Ζήση αλλά και η διαφαινόμενη εμπλοκή του Γιάννη Αντετοκούνμπο (μόνο τυχαία και συμβολική δεν είναι, φρονώ, η παρουσία των Antetokounbros στο Σαββατιάτικο ματς με τον Πανιώνιο) στο πλευρό του Σιάο αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον.
Στον Ηρακλή, διοίκηση και κόσμος μετά από μία μακρά περίοδο αμφιβόλου προέλευσης «επενδυτών και σωτήρων» και (για να το θέσω κομψά) ακραίων αντιδράσεων από μερίδα του κόσμου προς προπονητές και παίκτες, επήλθε ηρεμία και οργάνωση και πλέον το Ιβανώφειο δεν μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί αλλά με μία old school μπασκετική έδρα.
Όσο για τον ΠΑΟΚ;
Ναι μεν ο Μυστακίδης τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα όμως ξέρει ότι όσο μεγάλος θα είναι ο θόρυβος για να φτάσεις απότομα στην κορυφή τόσο πιο εκκωφαντικός θα είναι ο κρότος όταν πέσεις από αυτή και παρά τις… διαδόσεις, θα επιλέξει τον δρόμο της μεθοδικής και βήμα-βήμα ανόδου. Πρώτα με τη συμφωνία με έναν προπονητή επιπέδου Τρινκιέρι και μετά με τη στελέχωση του ρόστερ έχοντας ήδη συσπειρώσει τον κόσμο της ομάδας.