Ο Κωνσταντέλιας δεν λογίζεται στους βασικούς της Εθνικής, γιατί προπονητική είναι η σύνθεση των δεξιοτήτων και όχι η πρόσθεση αυτών.
Πάλι καλά να λέμε που οι δυο αγώνες της Εθνικής είναι φιλικοί και σε περίπτωση που δεν κερδίσουμε και τους δυο, γλιτώνουμε από τον καταιγισμό σχολίων «γιατί έβαλε αυτόν και όχι τον άλλον». Συμβαίνει και στους συλλόγους βέβαια, επειδή όμως έχουν ρεπό όταν αγωνίζεται η Εθνική ενώνουν όλοι τις δυνάμεις τους και αρχίζουν τον εξάψαλμο σε dolby digital surround.
Η «κριτική» μάλιστα έχει αμιγώς οπαδική προέλευση, όλοι γκρινιάζουν γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε ο παίκτης της δικής τους ομάδας. Εξαίρεση ο Κωνσταντέλιας στον οποίον άπαντες υποκλίνονται, πρόκειται άλλωστε για το μοναδικό παίκτη που θα πλήρωνες εισιτήριο, για να απολαύσεις τις ζωγραφιές του.
Ο τελευταίος δεν λογίζεται στους βασικούς και αναντικατάστατους του Γιοβάνοβιτς, κάτι που προκαλεί μουρμούρες από την πλειοψηφία των φιλάθλων, ανεξαρτήτως προτίμησης. Δεν αποτελώ εξαίρεση κι εμένα μου φαίνεται «κάπως», από τη στιγμή όμως που δεν είμαι κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους, δηλαδή ένας θεατής με περιορισμένο επίπεδο γνώσεων, θα πάω με τον προπονητή.
Όχι επειδή ο Γιοβάνοβιτς είναι εγνωσμένης αξίας και κοινής αποδοχής, θα το έκανα και για τους προκατόχους του και για τους διαδόχους του, όταν κάποια στιγμή αποχωρήσει.
Το λάθος που κάνει ο μέσος φίλαθλος, είναι ότι κρίνει βάσει εξατομικευμένης αξίας του καθενός. Αν ίσχυε αυτό, θα θεσμοθετούνταν πανελλήνιες συνελεύσεις προπονητών του διαδικτύου όπου θα αποφασιζόταν ποιοι πρέπει να είναι βασικοί και ποια η καλύτερη τακτική. Σε περιπτώσεις διχογνωμίας, θα γινόταν παρόμοια δημοψηφίσματα, όπου θα εκλεγόταν το καλύτερο δεξί μπακ, τερματοφύλακας, στόπερ, το 4-4-2 κλπ.
Επόμενο βήμα θα ήταν να καταργηθεί και ο κανονικός προπονητής, αφού έχοντας αποφασίσει για τα πολύ βασικά, μας αρκούσαν μοντέλα προηγούμενων δεκαετιών, που ο ρόλος του περιοριζόταν σε ομιλίες του τύπου «είστε παλικάρια, μπείτε και φάτε τους, παίξτε για το εθνόσημο και τους ένδοξους προγόνους μας...».
Το ποδόσφαιρο όμως εξελίσσεται, η προπονητική πλέον λογίζεται ως επιστήμη. Και δεν είναι σύμπτωση πως οι κορυφαίοι stars του χώρου τα τελευταία χρόνια, δεν είναι παίκτες αλλά προπονητές.
Εμείς οι φίλαθλοι επιμένουμε να αντιλαμβανόμαστε κάθε ομαδικό άθλημα ως πρόσθεση δεξιοτήτων, η προπονητική έχει να κάνει με τη σύνθεση αυτών. Το πρώτο θα το κατάφερνε κάποιος καθηγητής πιάνου ή μηχανικός αυτοκινήτων, το δεύτερο απαιτεί εξειδικευμένη γνώση, αντίληψη, ικανότητα, μελέτη. Ο ρόλος του προπονητή είναι να «παντρεύει» χαρακτηριστικά έντεκα παικτών.
Αν έχει φορ που δεν πολυμαρκάρει, να βάλει δίπλα και πίσω του παίκτες που θα καλύψουν την ολιγωρία ή την αδυναμία του στο ανασταλτικό κομμάτι.
Που σημαίνει ότι μπορεί να περιόριζε τις συμμετοχές ενός άλλου χαρισματικού μπαλαδόρου, με τον κόσμο να τρώει τα μουστάκια του «πως είναι δυνατόν να μην παίζει η παικτούρα και να είναι βασικός ο μέτριος;».
Αυτό κάνει για κάθε παίκτη, κάθε θέση, κάθε γραμμή και όλα μαζί πακέτο ο προπονητής, συνδυάζει ικανότητες, συνθέτει προσόντα, συναρμολογεί προτερήματα και μειονεκτήματα, με στόχο την καλύτερη δυνατή ομαδική λειτουργία. Επόμενο χονδροειδές λάθος της μάζας, είναι ότι κρίνει τις επιλογές με τα μάτια στραμμένα αποκλειστικά στη δική της ομάδα. Σε περίπτωση που το παιχνίδι με την Παραγουάη ήταν επίσημο, θα ακούγαμε πάλι «γίνεται χωρίς αυτόν, που πάμε χωρίς εκείνον, γιατί ο τάδε τρώει πάγκο;».
Κι αν ρωτούσες όλους αυτούς «ξέρετε τι σύστημα παίζει η Παραγουάη; Tα τρωτά και δυνατά σημεία της; Γνωρίζετε το όνομα έστω ενός παίκτη της; Αν τα αγνοείτε, ξέρετε τουλάχιστον τα χρώματα που φοράνε;».
Ο προπονητής γνωρίζει τα παραπάνω με κάθε λεπτομέρεια, έχει εξειδικευμένο επιτελείο που αναλύει τα πάντα, μέχρι και την πιο ανεπαίσθητη συνήθεια κάθε αντιπάλου ποδοσφαιριστή. Και καταστρώνει τα πλάνα του με βάση και αυτά. Το σπουδαιότερο όλων είναι ότι σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους, οι εκάστοτε ομοσπονδιακοί έχουν περιορισμό στις επιλογές άρα και στις ενδεχόμενες τακτικές αλχημείες.
Από τον Μεντιλίμπαρ μέχρι τον Νίκολιτς και τον Σάββα Παντελίδη μέχρι τον Λουίς Ενρίκε, όλοι μπορούν να πούνε στους προέδρους και στους τεχνικούς διευθυντές τους «χρειαζόμαστε παίκτη στην τάδε θέση, με αυτά τα χαρακτηριστικά, προκειμένου να ταιριάξει στο σύστημα.
Βρείτε, πληρώστε και φέρτε.» Η δεξαμενή από την οποία αντλεί παίκτες ο Γιοβάνοβιτς είναι συγκεκριμένη, δυστυχώς και εκείνον δεν γίνεται να βγει στην αγορά για ψώνια. Και αναγκαστικά ετοιμάζει κάθε συνταγή με τα διαθέσιμα υλικά, που υπάρχουν στο γαλανόλευκο ντουλάπι.