Είναι γεγονός πως οι κορυφαίες ομάδες της GBL εξέφρασαν την επιθυμία να αλλάξει ο κανονισμός του 6+6, ζητώντας να αυξηθεί ο αριθμός των ξένων παικτών από έξι σε επτά. Η πρόταση, όμως, δεν πέρασε, καθώς η ΕΟΚ απάντησε αρνητικά, επιμένοντας στη διατήρηση του υπάρχοντος πλαισίου. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: κάνει πραγματικά καλό στο ελληνικό μπάσκετ η μη αύξηση των ξένων ή μήπως έχει έρθει η ώρα να ανοίξει αυτή η συζήτηση σε νέα βάση;
Το 6+6 δημιουργήθηκε σε μία διαφορετική εποχή. Τότε υπήρχε η λογική πως όσο περισσότερες θέσεις έχουν οι Έλληνες, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα έχουν να παίξουν και κυρίως να εξελιχθούν. Στην πράξη, όμως, το ελληνικό μπάσκετ δεν παράγει πλέον κάθε χρόνο τις γενιές που έβγαζε πριν από 15 ή 20 χρόνια. Δεν υπάρχουν δεκάδες παίκτες υψηλού επιπέδου που περιμένουν απλώς μία ευκαιρία.
Αυτό σημαίνει πως οι ομάδες πολλές φορές δεν επιλέγουν έναν από τους καλύτερους Έλληνες μπασκετμπολίστες , αλλά τον… διαθέσιμο Έλληνα. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Η διαφορά είναι πλέον εμφανής
Η διαφορά είναι πλέον εμφανής και στις εθνικές μας ομάδες, όχι μόνο στην Ανδρών, αλλά και στις μικρότερες ηλικιακές κατηγορίες. Κάποτε υπήρχε αγωνία για το ποιοι θα κληθούν στην Εθνική και ποιοι θα καταφέρουν να βρίσκονται στην τελική δωδεκάδα μιας μεγάλης διοργάνωσης. Σήμερα, πολλές φορές το ερώτημα είναι διαφορετικό: υπάρχουν αρκετοί πρωτοκλασάτοι Έλληνες παίκτες, ώστε να δημιουργηθεί μία ομάδα ικανή να διεκδικήσει μία διάκριση;
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Αν το περσινό αντιπροσωπευτικό συγκρότημα δεν διέθετε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, η κατάκτηση μεταλλίου θα ήταν σαφώς πιο δύσκολη. Την πραγματικότητα αυτή είχε περιγράψει με απόλυτη ειλικρίνεια και ο ομοσπονδιακός τεχνικός, Βασίλης Σπανούλης: «Το εργοστάσιο της ελληνικής παραγωγής παικτών στο μπάσκετ δεν είναι μεγάλο. Το ξέρουμε όλοι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Είναι οφθαλμοφανές».
Ο μεγάλος χαμένος είναι οι ίδιες οι ομάδες
Οι ελληνικές ομάδες στην Ευρώπη προσπαθούν να ανταγωνιστούν συλλόγους με ολοένα μεγαλύτερα μπάτζετ. Η EuroLeague ανεβαίνει συνεχώς επίπεδο. Τα ρόστερ γίνονται ακριβότερα. Οι απαιτήσεις αυξάνονται.
Και όμως, στο ελληνικό πρωτάθλημα οι ομάδες καλούνται να λειτουργήσουν με έναν περιορισμό που άλλες ευρωπαϊκές λίγκες δεν έχουν. Αν ένας σύλλογος θέλει να επενδύσει σε έναν ακόμη ποιοτικό ξένο, γιατί να μην μπορεί; Γιατί να αναγκάζεται να ψάχνει υποχρεωτικά έναν Έλληνα μόνο και μόνο για να συμπληρώσει τον αριθμό;
Δημιουργείται μία τεχνητή αγορά
Εδώ βρίσκεται ίσως και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Όταν υπάρχουν υποχρεωτικά έξι θέσεις για Έλληνες, αυτομάτως δημιουργείται μία αγορά με περιορισμένη προσφορά. Οι ομάδες χρειάζονται Έλληνες. Οι διαθέσιμοι Έλληνες δεν είναι πολλοί. Άρα ανεβαίνει η αξία τους. Όχι πάντα επειδή το δικαιολογεί η αγωνιστική τους εικόνα. Αλλά επειδή το επιβάλλει ο κανονισμός.
Έτσι βλέπουμε συχνά παίκτες μέτριου επιπέδου να υπογράφουν συμβόλαια που υπό φυσιολογικές συνθήκες δύσκολα θα έβρισκαν. Δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Εκμεταλλεύονται μία αγορά που λειτουργεί υπέρ τους. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτό βοηθά πραγματικά το ελληνικό μπάσκετ.
Η προστασία δεν φέρνει απαραίτητα εξέλιξη
Ένας αθλητής εξελίσσεται όταν κερδίζει τη θέση του. Όχι όταν την εξασφαλίζει επειδή το επιβάλλει ένας κανονισμός. Ο πραγματικός ανταγωνισμός είναι εκείνος που ανεβάζει το επίπεδο. Αν ένας νεαρός Έλληνας μπορεί να κερδίσει χρόνο συμμετοχής απέναντι σε καλύτερους παίκτες, τότε θα γίνει πραγματικά καλύτερος. Αν, αντίθετα, γνωρίζει πως έτσι κι αλλιώς θα υπάρχει χώρος για εκείνον λόγω ποσόστωσης, τότε το κίνητρο μειώνεται.
Ο Θοδωρής Παπαλουκάς έγινε πρωταγωνιστής στον Πανιώνιο και από εκεί πήρε τη μεταγραφή στον Ολυμπιακό. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης ξεχώρισε στον Ηρακλή πριν φορέσει τη φανέλα του Παναθηναϊκού. Ο Βασίλης Σπανούλης έλαμψε στο Μαρούσι και στη συνέχεια καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους γκαρντ. Κανείς δεν τους χάρισε τίποτα. Όλοι κέρδισαν την ευκαιρία τους μέσα από την αξία και την εξέλιξή τους. Σήμερα, όμως, πόσοι Έλληνες παίκτες διαθέτουν την ίδια φιλοδοξία, την ίδια πείνα και την ίδια διάθεση να αποδείξουν ότι ανήκουν στο κορυφαίο επίπεδο; Δυστυχώς, η απάντηση δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη.
Η λύση δεν είναι να εξαφανιστεί ο Έλληνας
Προφανώς και κανείς δεν ζητά να χαθεί η ελληνική ταυτότητα του πρωταθλήματος. Ούτε να γεμίσει η GBL αποκλειστικά με ξένους. Υπάρχουν, όμως, πιο ευέλικτες λύσεις. Ένα μοντέλο 7 ξένων και 5 Ελλήνων, που πρότειναν αρκετές ομάδες, δεν θα εξαφάνιζε το ελληνικό στοιχείο. Θα έδινε, όμως, μεγαλύτερη ελευθερία στους συλλόγους να χτίσουν καλύτερα ρόστερ, να επενδύσουν περισσότερο στην ποιότητα και να γίνουν ακόμη πιο ανταγωνιστικοί και στην Ευρώπη.
Παράλληλα, το γεγονός αυτό μπορεί αυτόματα να δημιουργήσει μεγαλύτερο κίνητρο στους Έλληνες παίκτες ώστε να μοχθήσουν περισσότερο, να γίνουν ανταγωνιστικοί, αλλά και να δείξουν περισσότερη διάθεση για βελτίωση και εξέλιξη, μη θεωρώντας δεδομένη τη θέση τους στα ρόστερ των ομάδων. Γιατί είναι μία πικρή αλήθεια πως υπάρχει ένας αριθμός γηγενών παικτών οι οποίοι μένουν στάσιμοι, εκτιμώντας πως δεν είναι απαραίτητο να κοπιάσουν ιδιαίτερα, αφού εύκολα ή δύσκολα οι ομάδες θα τους επιλέξουν επειδή θα το έχουν… ανάγκη. Είναι νοοτροπία αυτή όμως που πάει μπροστά το ελληνικό μπάσκετ;
Το ζητούμενο δεν είναι να εξασφαλίζεται μία θέση λόγω κανονισμού, αλλά να κερδίζεται μέσα από την καθημερινή δουλειά, την πρόοδο και την αξία. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να ανεβάσει πραγματικά επίπεδο και το ελληνικό μπάσκετ.
Τεχνητές υπεραξίες
Η πρόθεση της ΕΟΚ είναι σωστή. Το ελληνικό μπάσκετ χρειάζεται στήριξη και οι Έλληνες παίκτες χρειάζονται ευκαιρίες. Το ερώτημα, όμως, είναι αν το 6+6 εξακολουθεί να αποτελεί τη σωστή λύση. Γιατί, αν ένας κανονισμός οδηγεί τις ομάδες σε αναγκαστικές επιλογές, δημιουργεί τεχνητές υπεραξίες στην αγορά και περιορίζει τις επενδύσεις σε ποιοτικότερα ρόστερ, τότε ίσως έχει έρθει η στιγμή να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση. Όχι για να καταργηθεί ο Έλληνας παίκτης, αλλά για να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που θα ανταμείβει την αξία, θα ενισχύει τον ανταγωνισμό και θα κάνει συνολικά το ελληνικό πρωτάθλημα πιο δυνατό.