Σίλντενφελντ στο Sportal: «Ήθελα να είχα μείνει περισσότερο στον Παναθηναϊκό - Είμαι... μισός Έλληνας τώρα»

Γκόρντον Σίλντενφελντ

Σίλντενφελντ στο Sportal: «Ήθελα να είχα μείνει περισσότερο στον Παναθηναϊκό - Είμαι... μισός Έλληνας τώρα»

Χρήστος Τζώλος 11:45 - 11.03.2026

Ο Γκόρντον Σίλντενφελντ μιλά στο Sportal για την ποδοσφαιρική του πορεία στην Ελλάδα με τον ΠΑΟΚ και τον Παναθηναϊκό, το Κύπελλο Ελλάδας και τη ζωή του σήμερα στην... Αθήνα.

Ο Γκόρντον Σίλντενφελντ, που αγωνίστηκε σε ΠΑΟΚ και Παναθηναϊκό, παραχώρησε συνέντευξη στο Sportal και γύρισε τον χρόνο πίσω, μιλώντας για την καριέρα του, την παρουσία του στην Ελλάδα και τη σχέση που έχει πλέον με τη χώρα μας.

Ο παλαίμαχος Κροάτης στόπερ και νυν προπονητής, κατέγραψε συνολικά με τον «δικέφαλο του βορρά» 19 εμφανίσεις με 1 γκολ και 2 ασίστ, ενώ στους «πράσινους» μέτρησε 73 συμμετοχές με 3 γκολ και 2 ασίστ, κατακτώντας το Κύπελλο Ελλάδας κόντρα στους Θεσσαλονικείς.

Πλέον, πραγματοποιεί τα πρώτα του βήματα στην προπονητική του καριέρα, έχοντας διατελέσει ως βοηθός προπονητή στον Άρη Λεμεσού Κ19 και στη Βούκοβαρ 1991.

Αναλυτικά η συνέντευξη με τον Γκόρντον Σίλντενφελντ:

Αν κοιτάξεις πίσω την καριέρα σου, ποια στιγμή θεωρείς ότι άλλαξε πραγματικά την πορεία σου ως ποδοσφαιριστή;

«Θα έλεγα η μεταγραφή μου στη Ντιναμό Ζάγκρεμπ. Φυσικά μετά υπήρξαν και άλλα σημαντικά βήματα, αλλά εκείνη η κίνηση άνοιξε πολλές πόρτες για μένα».

Ποιο πρωτάθλημα σε βοήθησε περισσότερο να εξελιχθείς ως αμυντικός;

«Το κροατικό πρωτάθλημα. Στην Κροατία δίνουμε μεγάλη σημασία στην τακτική, ειδικά όταν πρόκειται για νέους παίκτες. Στη Σίμπενικ έπαιξα με έμπειρους ποδοσφαιριστές που με βοήθησαν πολύ να κατανοήσω καλύτερα το παιχνίδι».

Πώς προέκυψε ο πρώτος σου δανεισμός στον ΠΑΟΚ;

«Στην Κροατία γνωρίζαμε τους μεγάλους ελληνικούς συλλόγους, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και τον ΠΑΟΚ. Επίσης μέσα στην καριέρα μου είχα γνωρίσει παίκτες που μιλούσαν πολύ θετικά για το ελληνικό πρωτάθλημα, οπότε η απόφαση να έρθω στην Ελλάδα ήταν αρκετά εύκολη».

Πώς βίωσες τη μετάβαση από τον ΠΑΟΚ στον Παναθηναϊκό;

«Αυτή την αντιπαλότητα την ένιωσα πραγματικά στην Ελλάδα. Κάτι παρόμοιο είχα ζήσει και στην Κροατία ανάμεσα στη Ντιναμό Ζάγκρεμπ και τη Χάιντουκ Σπλιτ. Για μένα ήταν τεράστιο κίνητρο. Στον ΠΑΟΚ κατάλαβα πόσο έντονη είναι αυτή η αντιπαλότητα και ήταν ωραίο να βλέπω ότι είχα κάνει καλή δουλειά εκεί, ώστε ο Παναθηναϊκός να με θέλει στην ομάδα».

Τι θυμάσαι από τον τελικό Κυπέλλου Ελλάδας απέναντι στον ΠΑΟΚ;

«Ξέραμε ότι ήταν ο δικός μας τελικός. Η ομάδα είχε αρμονία τόσο μέσα στο γήπεδο όσο και έξω από αυτό. Φυσικά στο ποδόσφαιρο χρειάζεται και τύχη και την είχαμε εκείνη την ημέρα, αλλά το αξίζαμε. Πιστεύαμε στη νίκη από την πρώτη στιγμή».

Σου έχει μείνει κάποιο παράπονο από την περίοδο σου στον Παναθηναϊκό;

«Ναι. Θα ήθελα να είχα μείνει περισσότερο. Πιστεύω ότι είχα ακόμα πολλά να δώσω στον σύλλογο και στους φιλάθλους».

Ποια είναι η άποψή σου για τον μεγαλομέτοχο του Παναθηναϊκού, Γιάννη Αλαφούζο;

«Δεν είχαμε πολλές επαφές. Είχε πολλά πράγματα να κάνει για τον σύλλογο. Φαινόταν όμως ότι νοιάζεται πραγματικά για την ομάδα. Πιστεύω ότι ο Παναθηναϊκός βελτιώνεται συνεχώς και ένα τρόπαιο θα βοηθούσε ακόμη περισσότερο».

Παρακολουθείς σήμερα το ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Ναι, το παρακολουθώ. Κυρίως τον Παναθηναϊκό, επειδή βρίσκομαι στην Αθήνα, αλλά και γενικά το ελληνικό πρωτάθλημα».

Ποια είναι η γνώμη σου για τον συμπατριώτη σου, Αντριάνο Γιάγκουσιτς;

«Μας έχει δείξει πόσο καλός είναι. Είναι ακόμα νέος και βρίσκεται στα πρώτα του βήματα, αλλά έχει πολλά στοιχεία να προσφέρει στον Παναθηναϊκό. Είναι σημαντικό να του δείξουν εμπιστοσύνη».

Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σου στην προπονητική;

«Όπως και όταν ήμουν ποδοσφαιριστής, θέλω να εξελιχθώ ως προπονητής. Έχω ακόμη πολλά να μάθω, αλλά αγαπώ αυτό που κάνω».

Αν παρουσιαζόταν ευκαιρία να επιστρέψεις στο ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Σίγουρα θα έλεγα ναι. Η προπονητική μου δίνει τα ίδια συναισθήματα που είχα και ως ποδοσφαιριστής».

Κλείνοντας, ποια είναι τα συναισθήματά σου για την Ελλάδα;

«Αγάπησα τα πάντα στην Ελλάδα. Τους ανθρώπους, τη ζωή, το φαγητό, το ποδόσφαιρο. Γι’ αυτό και μένω πλέον στην Αθήνα. Είμαι… μισός Έλληνας τώρα!».