Η κόντρα ΠΑΟΚ - Άρη τη δεκαετία του 80 συνέτριβε τα όρια της συνηθισμένης αθλητικής αντιπαλότητας, καθώς συνιστούσε κοινωνικό γεγονός.
Δεν συγκαταλέγομαι στους fans του ελληνικού τραγουδιού γενικώς και για να το θέσω όσο πιο «κομψά» γίνεται, όποτε ήμουν καλεσμένος σε εκδηλώσεις που έπρεπε να υποστώ την βάσανο πάντα μπαινόβγαινα από τα σημεία «ηχορύπανσης», επικαλούμενος διάφορες αφορμές.
Δεν έχει πως και γιατί, γούστα είναι αυτά. Αν κάτι δε σου αρέσει, δεν οφείλεις εξηγήσεις. Δε μου αρέσει και τέλος.
Η φωνή της είχε μοναδική χροιά που κυριολεκτικά σε γράπωνε, ακόμη κι αν δεν ταίριαζε στα ακούσματα, στο στυλ σου και στα γούστα σου.
Λες και οι μελωδίες δεν παράγονταν από φωνητικές χορδές, αλλά έβγαιναν απευθείας από τον εσωτερικό της κόσμο. Το ίδιο ισχυρίζονται όλοι οι καλλιτέχνες, οπότε μάλλον ο εσωτερικός κόσμος της Μαρινέλλας ήταν ξεχωριστός.
Από τις περιπτώσεις που αν άκουγες τραγούδι της στο ραδιόφωνο παρκάροντας βιαστικά γιατί είχες αργήσει στο ραντεβού, σκεφτόσουν «ας ακούσω το ρεφρέν κι ας αργήσω δυο λεπτά παραπάνω, δεν χάθηκε ο κόσμος...»
Δεν συγκαταλέγομαι βεβαίως ούτε σε εκείνους που τη δεκαετία του 80 διασκέδαζαν με τη φωνή της τα βράδια της Πέμπτης, σε εκείνο το κουτούκι το Ακρόαμα, που για τα κέντρα διασκέδασης της εποχής ήταν ότι και ο τάφος του Ινδού.
Τουναντίον, ήμουν μεταξύ αυτών που κλειδαμπαρώνονταν σπίτι για να χαθούν στις σκέψεις τους, εκλαμβάνοντας τον παραμικρό ήχο ως ενόχληση.
Η κόντρα Άρη - ΠΑΟΚ τη δεκαετία του 80 συνέτριβε τα όρια της συνηθισμένης αθλητικής αντιπαλότητας, συνιστούσε χωρίς υπερβολή, κοινωνικό γεγονός.
Δεν υπήρξε κάτι παρόμοιο σε σωματειακό επίπεδο, που να προσεγγίζει έστω τον παροξυσμό που προκαλούσαν στο πανελλήνιο.
Ενδεχομένως να ακούγεται υπερβολικό στους νυν μπασκετόφιλους και δη Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς, αλλά οι μεταξύ τους αγώνες είναι καθαρά ζήτημα εσωτερικής τους κατανάλωσης.
Τα Άρης - ΠΑΟΚ του 80 καθήλωναν στην κυριολεξία ολόκληρη την Ελλάδα, ήταν το σύνθημα για τους λιγοστούς κάτοικους του πιο απομακρυσμένου χωριού και της πιο περιθωριοποιημένης βραχονησίδας, να μαζευτούν στο μοναδικό καφενείο του τόπου τους και να απολαύσουν το ντέρμπι.
Ακόμη κι αν υποστήριζαν διαφορετική ομάδα, συμμετείχαν σε αυτά, τα ζούσαν και ταυτίζονταν με τους πρωταγωνιστές. Η αίγλη και η αύρα που εξέπεμπαν, συνέπαιρνε τους πάντες.
Ο φανατισμός και το πάθος περίσσευαν εντός γηπέδου, εντούτοις δεν υπήρχαν νεκρές ζώνες ούτε υπεράριθμοι αστυνομικοί.
Στην αρχή το πέταλο του Αλεξάνδρειου χωρίζονταν με ένα σκοινί, όπως ακριβώς το διαβάσατε. Το άπλωμα του χεριού ήταν αρκετό για να ακουμπήσεις τον αντίπαλο οπαδό. Ενδιάμεσα πέντε δέκα αστυνομικοί, για το τυπικό.
Τα συνθήματα ποικίλα και ευφυέστατα κατά κόρον, σπανίως υβριστικά χωρίς πάλι να ξεφεύγουν από τα όρια του shocking πικαρίσματος. Διέκρινες χωρίς δυσκολία φυσιογνωμίες και χαρακτηριστικά από τη μια άκρη των κερκίδων ως την άλλη. Έβλεπες γείτονες και συμμαθητές να πανηγυρίζουν που σε κέρδισαν, αλλά το επόμενο πρωί η ζωή συνεχιζόταν στους κανονικούς ρυθμούς.
Μεταξύ των αντίπαλων κερκίδων υπήρχε επικοινωνία, δεν αρκούνταν στην τυποποιημένη αναπαραγωγή συνθημάτων στα τυφλά.
Το κλασικό και εφιαλτικό για εμάς «ποτέ, ποτέ, ποτέ» είχε βγει ως εξής:
Το «ΠΑΟΚ θεέ ή τώρα ή ποτέ» ήταν ένα από τα αγαπημένα συνθήματα, το φωνάζαμε πριν από κάθε αγώνα. Το είπαμε μια και χάσαμε, το είπαμε δεύτερη χάσαμε ξανά, το ξαναείπαμε στο επόμενο παιχνίδι, οπότε αγανάκτησαν οι Αρειανοί και μας απάντησαν όπως έπρεπε.
Τις Πέμπτες δε που έπαιζε ο Άρης στην Ευρώπη, αυτό που λέγεται ότι όλοι ήταν καρφωμένοι στις οθόνες και τους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ψυχή, δεν αποτελεί υπερβολή.
Ήταν δύσκολο να το εξηγήσω σε όσους δεν το είχαν ζήσει, μέχρι που ήρθε η καραντίνα λόγω covid.
Ε λοιπόν το ίδιο γινόταν και τότε, στην πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή να ζούσες, άκουγες να περνάει ένα αυτοκίνητο ανά δέκα λεπτά.
Το ίδιο κάναμε κι εμείς μόνο που υποστηρίζαμε τον αντίπαλο του Άρη, κανείς δεν το θεωρούσε απαγορευτικό και κακό. Κι οι Αρειανοί με τη Σαραγόσα ήταν, όταν ο ΠΑΟΚ το 1991 σήκωσε το Ευρωπαϊκό στη Γενεύη.
Κάτι που περιβάλλεται από ειλικρίνεια και αγνότητα, δεν μπορεί να είναι παρεξηγήσιμο.
Αυτό που αποτελεί σχήμα λόγου σήμερα ότι «αντίπαλοι είμαστε όσο κρατάει ο αγώνας, μετά είμαστε φίλοι» εκείνα τα χρόνια ήταν πραγματικότητα και αποτελούσε στάση ζωής.
Αυτές οι εποχές με τις εντάσεις στο κόκκινο αλλά και την ψυχική καθαρότητα, των μεγάλων μαχών που άρχιζαν και τελείωναν μέσα στο παρκέ, έδεσε ιδανικά με τη φωνή και το μπρίο της Μαρινέλλας.
Τα βιώματα δεν ήταν ευχάριστα για όλους, για εμάς ήταν κατά κόρον εφιαλτικά, κάθε θύμηση ωστόσο έχει την ιδιότητα να φιλτράρει όλα τα δυσάρεστα και να αφήνει τελικά μια γλυκιά νοσταλγία.
Κάτι σαν τη στρατιωτική θητεία που όταν τη ζεις υποφέρεις, όταν περάσει ο καιρός όμως και αναπολείς στιγμές, αγαλλιάζεις και με τις πλέον βασανιστικές.
Η Μαρινέλλα δεν έβαζε τρίποντα ούτε πρωταγωνιστούσε στα παρκέ, ήταν όμως η μελοποίηση της πιο ονειρικής αθλητικής εποχής μιας ολόκληρης της χώρας.
Στην αθωότητα που αποτελεί είδος προς εξαφάνιση, προστέθηκε η απώλεια της, σηματοδοτώντας τον ενταφιασμό μεγάλου μέρους των πιο ρομαντικών αναμνήσεων