Το μυαλό πλάθει ιδεατές εικόνες αλλά λίγο καιρό μετά, εκμυστηρεύεσαι στους κοντινούς σου «για πρίγκιπα με άσπρο άλογο τον πέρασα, ιπποκόμος μου βγήκε»
Ο στίχος του Σοφοκλή «Έρως ανίκατε μάχαν» εξηγεί όσο πιο σοφά και περιεκτικά γίνεται, την απαρχή της σημερινής «εορτής».
Έχοντας ρίζες στη Ρωμαϊκή εποχή, πέρασε στο πάνθεον της εμπορευματοποίησης από τους συνήθεις υπόπτους.
Το λεκτικό υποπροϊόν love, περιγράφει και τον έρωτα και την αγάπη.
Έννοιες που συγγενεύουν, αλλά δεν αφορούν το ίδιο πράγμα.
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η εμπορευματοποίηση εξυπηρετείται ιδανικά από κάτι πιο..come and go, ορθώς εκλήφθηκε ως γιορτή του έρωτα.
Ο έρωτας έρχεται φεύγει και επιστρέφει μέχρι να ξαναφύγει, οπότε εξυπηρετεί ιδανικά τα μπουκέτα λουλουδιών και τα δωράκια με τις καρδούλες.
Ωραίο συναίσθημα πέραν πάσης αμφιβολίας, αν και το χειρότερο δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν. Να είσαι δηλαδή ερωτευμένος, χωρίς να εισπράττεις ανταπόκριση από το αντικείμενο του πόθου σου.
Το χειρότερο είναι να μην είσαι ερωτευμένος, να ξυπνάς το πρωί και στο μυαλό σου να μην υπάρχει ένα πρόσωπο που θα περιφέρεται σε αυτό ή θα «απαγάγει» τη σκέψη σου έστω και φευγαλέα.
Ως οξυγόνο της ψυχής ο έρωτας, θα σε ωθήσει να ερωτευτείς ένα πρόσωπο που θα διακρίνεις για δευτερόλεπτα να διασχίζει ένα δρόμο ή θα πετύχεις στην αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου.
Πρόσωπο που γνωρίζεις ότι δε θα ξαναδείς, αρκεί που καλύπτει όμως την ψευδαίσθηση που αναζητάς.
Κι ο έρωτας άλλωστε ψευδαίσθηση είναι, καθώς δεν αφορά αυτό που άλλος πραγματικά είναι, αλλά εκείνο που νομίζεις ότι είναι.
Το πιστοποιεί η υποκατηγορία του «κεραυνοβόλου έρωτα» που δε χρήζει ερμηνείας, αφού η περιγραφή μαρτυρά πως έχει διάρκεια κεραυνού και κάνει θόρυβο ίσα ίσα για να σε συναρπάσει.
Κολλάει το βλέμμα, το μυαλό αυτόματα πλάθει ιδεατές εικόνες ότι πρόκειται για τον πρίγκηπα πάνω στο άσπρο άλογο. Και μετά από λίγο καιρό γνωριμίας, εκμυστηρεύεσαι στους κοντινούς σου, «για πρίγκιπα με άσπρο άλογο τον πέρασα, ιπποκόμος μου βγήκε».
Κάπως έτσι προκύπτουν και οι χωρισμοί, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας να βάλεις με το ζόρι τον άλλον στα καλούπια που σου ταιριάζουν.
Και μόλις καταλάβεις ότι είναι ουτοπικό, ανακαλύπτεις κάποια άλλη εικόνα που θα σε γοητεύει. Μέχρι να διαπιστώσεις πως και πάλι δεν ήταν αυτό που αρχικά νόμιζες.
Ο μόνος αυθεντικός, διαχρονικός και αδυσώπητος έρωτας, είναι αυτός με την ομάδα σου.
Δεν είναι καν αγάπη, που αφορά κάτι πιο βαθύ μεν λιγότερο παθιασμένο δε.
Το πάθος για την ομάδα δε μειώνεται ποτέ, με την ίδια τρέλα που θα πανηγύρισες μια μεγάλη νίκη στα 16 θα τη γιορτάσεις και ως συνταξιούχος.
Για την ομάδα δεν υφίσταται το «αγάπη μου έχω πονοκέφαλο, άστο για μια άλλη φορά».
Και πραγματικό πονοκέφαλο να έχεις στο γήπεδο θα πας, θα τραβηχτείς στο εκτός έδρας και με 40 πυρετό.
Είναι γνήσιος έρωτας, κυρίως επειδή δεν προσπαθείς ποτέ να ταιριάξεις την ομάδα στα δικά σου «θέλω».
Ποτίζεσαι με το DNA που κουβαλά από την ίδρυσή της και αν κάτι δεν κολλάει απόλυτα, προσαρμόζεσαι εσύ στο δικό της.
Υπάρχουν γκρίνιες, καυγάδες, που συχνά σε φτάνουν στα όρια και φεύγεις από το σπίτι μονολογώντας «δεν ξαναπατάω γήπεδο, αυτό ήταν! Χωρίσαμε...»
Αν και χωρισμένος όμως, δε θα ψάξεις ποτέ άλλη ομάδα για παρηγοριά, ούτε για να κάνεις την πρώην να ζηλέψει.
Θα περιμένεις με αγωνία να δεις το επόμενο παιγνίδι από μακριά, καταναλώνοντας και πάλι τρία κιλά νύχια μπροστά στην οθόνη.
Κι όταν καταλαγιάσει ο θυμός θα αγοράσεις ξανά λουλούδια και θα σπεύσεις να τη συναντήσεις, για να της πεις με όση δύναμη έχεις:
«Έφυγα και γύρισα, γιατί δε μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα...»