Οι ηλικιωμένοι γονείς επιζητούν αγάπη, στοργή, ενδιαφέρον, για τα παιδιά ίσως συνιστούν αγγαρεία και υποχρέωση, εκείνοι όμως παίρνουν ζωή.
Από τους ελάχιστους κανόνες που δεν επιδέχονται εξαιρέσεων είναι πως κάθε επιτυχημένη οντότητα στο χώρο της, διαθέτει ισχυρό νοητικό υπόβαθρο και έντονη προσωπικότητα.
Χωρίς το τελευταίο είναι αδύνατο να καταξιωθεί, εξελίσσοντας τα χαρίσματά με τα οποία γεννιέται.
Τέτοια περίπτωση είναι ο Ραζβάν Λουτσέσκου και αποδείχτηκε με τον πλέον εμφατικό τρόπο σε μια από τις πιο βασανιστικές στιγμές που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος, βρισκόμενος κατάφατσα με το φέρετρο που κουβαλά το γονέα του.
Επιστρέφοντας από το Βουκουρέστι στη Θεσσαλονίκη, επέλεξε να μιλήσει όχι ως Ραζβάν για το Μιρτσέα. Σε αυτές τις περιπτώσεις επειδή ο πόνος είναι απολύτως προσωποποιημένος ενδεχομένως να «άγγιζε» ελάχιστους, οπότε προτίμησε να μιλήσει σαν γιος για τον πατέρα του, με τα λόγια του να έχουν μεγαλύτερη απήχηση και να συγκλονίζουν:
«Θα είχα μόνο μία συμβουλή προς όλους τους γιους και τις κόρες που έχουν γονείς. Να μιλούν όσο περισσότερο γίνεται μαζί τους. Και αν δεν το κάνουν τα παιδιά, να τα «αναγκάζουν» οι γονείς να το κάνουν. Σε παρασύρει ο χρόνος και τα προβλήματα, νομίζεις ότι δεν θα συμβεί ποτέ τίποτα και ξαφνικά σε χτυπάει και συνειδητοποιείς ότι δεν μίλησες, ότι δεν επικοινώνησες αρκετά. Εγώ αυτή τη στιγμή νιώθω ότι επικοινώνησα πολύ λίγο μαζί του τον τελευταίο καιρό...»
Άλλους περισσότερο άλλους λιγότερο, τα λεγόμενα του Ραζβάν μας αφορούν όλους.
Σίγουρα υπήρξαν ή και συνεχίζουν να υπάρχουν στιγμές που οι εφήμερες ανάγκες υπερκέρασαν τις αντίστοιχες των ανθρώπων που μας έφεραν στον κόσμο, αλλά προτιμήσαμε να αφιερώσουμε το διαθέσιμο χρόνο μας στην επίλυση των δικών μας υποχρεώσεων.
Οι οποίες δεν τελειώνουν ποτέ, αντίθετα με τους γονείς μας που αργά η γρήγορα θα «φύγουν» και μαζί με τον πόνο θα μας πνίξουν και οι ενοχές.
Δεν περάσαμε να τους δούμε κι αν το κάναμε ήταν αστραπιαία και για το «τυπικό», δεν επικοινωνήσαμε καθώς μας έπνιγαν οι ανάγκες της καθημερινότητας. Και κρυφτήκαμε πίσω από την δικαιολογία «δε με παρεξηγεί η μαμά και ο μπαμπάς, καταλαβαίνουν...»
Το τελευταίο αποτελεί και τη μόνη «ένσταση» στα λεγόμενα του Ραζβάν, οι γονείς δεν πρόκειται ποτέ να υποχρεώσουν τα παιδιά τους να επικοινωνήσουν, ούτε θα παραπονεθούν, έστω κι αν καταλαβαίνουν ότι αποτελούν τελευταία προτεραιότητα.
Ακόμη κι αν το ένστικτο δεν τους αφήνει την παραμικρή αμφιβολία, θα έχουν έτοιμο το ελαφρυντικό «το παιδί πνίγεται, έχει τόσα τρεχάματα, δεν πειράζει. Ας είναι καλά, εγώ τα καταφέρνω και μόνος...»
Ο πόνος που θα νοιώσει το παιδί μπροστά στο φέρετρο όμως, θα ωχριά μπροστά στο χρόνο που θα «ξόδευε» για τους γονείς του.
Όταν το παιδί ήταν όντως παιδί, η αναμονή μέχρι να επιστρέψουν σπίτι η μαμά ή ο μπαμπάς για να νιώσει την αγκαλιά και να «χαζοπαίξει» μαζί τους, συνιστούσε ανεκτίμητη αξία..
Ο χρόνος όμως δεν είναι μόνο αδυσώπητος, αλλά και ανακυκλούμενος .
Όταν το παιδί μεγαλώσει και οι γονείς γεράσουν, οι ανάγκες θα αντιστραφούν.
Οι ηλικιωμένοι γονείς θα επιζητούν αγάπη, στοργή, ενδιαφέρον, έστω μερικά λεπτά ενασχόλησης, ένα χάδι μια αγκαλιά. Για το γιο και την κόρη ίσως συνιστούν αγγαρεία και υποχρέωση, εκείνοι όμως παίρνουν ζωή από αυτό.
Όποια γνώμη κι αν έχεις για το Ρουμάνο ακόμη κι αν του έχεις σύρει τα εξ αμάξης σε κάποιο γήπεδο, αυτή η αφορμή αναγκάζεσαι να υποκλιθείς και να αναφωνήσεις «σε ευχαριστώ πολύ Ραζβάν γιατί μέσα από το δράμα που περνάς, τα λόγια σου ήταν «χαστούκια» και με βοήθησαν να συνειδητοποιήσω τα πολύ απλά αλλά τόσο σημαντικά, που είχα λησμονήσει...»